ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Κεφαλής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Οι φυλακές, που σκοτώνουν κάθε θέληση και κάθε δύναμη χαρακτήρα στον άνθρωπο, που περικλείουν μέσα στα τείχη τους περισσότερες κακίες από αυτές που συναντώνται σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του πλανήτη, δεν ήταν πάντα πανεπιστήμια του εγκλήματος;»

Με αυτά τα λόγια είχε περιγράψει στον καιρό του ο Πιοτρ Κροπότκιν, στην μπροσούρα του «Αναρχία», τον ρόλο των φυλακών στην καπιταλιστική κοινωνία. Το βιβλίο της Ματίνας Πούλου «Πολιτικός φόβος και έγκλημα – Η περίπτωση του “νόμου Παρασκευόπουλου”», κυκλοφορημένο τον Οκτώβριο του 2022 από τις Εκδόσεις Εύμαρος, έρχεται να μας θυμίσει ότι λίγα έχουν αλλάξει από τότε. Και ενώ η αφορμή του θα βρεθεί στην οξεία διαμάχη γύρω από τον νόμο Παρασκευόπουλου για την αποσυμφόρηση των φυλακών, θέτει ταυτόχρονα τα ζητήματα της σύνδεσης ανάμεσα στην τάση προς διόγκωση και αυστηροποίηση του σωφρονιστικού συστήματος και τη γενικότερη στροφή στον αυταρχισμό που διακρίνει τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ημερών μας.

Η συγγραφέας, δικηγόρος Αθηνών από το 1990, έχει δραστηριοποιηθεί σε προγράμματα υποστήριξης κρατουμένων στις φυλακές ανηλίκων, ενώ συμμετείχε και στη σύνταξη του νόμου Παρασκευόπουλου ως επιστημονική συνεργάτις του υπουργείου Δικαιοσύνης. Γνωρίζει έτσι από πρώτο χέρι τις χρόνιες ασθένειες ενός κατ’ όνομα σωφρονιστικού αλλά στην ουσία τιμωρητικού συστήματος, καθώς και τις προκλήσεις και τα διλήμματα που εμπλέκονται σε κάθε προσπάθεια ουσιαστικής μεταρρύθμισης. Προκλήσεις και διλήμματα συνδεόμενα με τις περιορισμένες δυνατότητες αλλαγής της κατάστασης ενόσω διατηρούνται αλώβητα τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια της εγκληματικότητας αλλά και τα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που, υπό το κράτος του φόβου, συχνά αντιδρά σπασμωδικά και συντηρητικοποιείται.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, η συγγραφέας συζητά τον ρόλο του φόβου στη σύγχρονη, υπό νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, αστική κοινωνία. Ξεκινώντας από τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, του Χομπς, του Τοκβίλ και άλλων μεγάλων στοχαστών, αναφέρεται στις βιολογικές και κοινωνικές συνιστώσες του φόβου. Ταυτόχρονα αναδεικνύει τις τάσεις μετατροπής του σε ενδημικό φαινόμενο στον ύστερο καπιταλισμό, φέρνοντας παραδείγματα από την πρόσφατη πολιτική ιστορία των ΗΠΑ μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν η «ασφάλεια» επιβάλλεται χειραγωγητικά ως ύψιστη αξία σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, με την καταλυτική παρέμβαση των ΜΜΕ.

Οπως εκτιμά η ίδια, «η πολιτική του φόβου αποτελεί συχνά πολιτική χειραγώγησης και παραπλάνησης, που έχει ως στόχο να ακινητοποιήσει τη δημόσια κατακραυγή… Ο πολιτικός φόβος συντηρεί τη γενικευμένη ανασφάλεια, η οποία με τη σειρά της τον διατηρεί ενεργό, και αυτή η αλληλόδραση μεταξύ των δύο δυστυχώς τροφοδοτείται από τον συντηρητισμό, τον τιμωρητισμό και την ξενοφοβία, αισθήματα που καλλιεργούνται στο έδαφος μιας πειθαρχημένης ελευθερίας. Ο πολιτικός φόβος βρίσκεται στην καθοριστική πλευρά για τη διατήρηση της εξουσίας» (σελ. 45-46).

Ο νόμος Παρασκευόπουλου (ή νόμος 4322/2015) κατατέθηκε από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Νίκο Παρασκευόπουλο τον Απρίλιο του 2015 και υπερψηφίστηκε, περιλαμβάνοντας μια σειρά διατάξεις ελάφρυνσης ποινών με στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών. Εξαρχής έγινε αντικείμενο επίμονων επιθέσεων από τις δεξιές, συντηρητικές δυνάμεις, με μια κινδυνολογία που εντάθηκε αργότερα με την αξιοποίηση περιπτώσεων παραβατικότητας από κρατούμενους που είχαν αποφυλακιστεί ευνοημένοι από διατάξεις του.

Χωρίς να αρνείται τέτοιες περιπτώσεις και τις εμπλεκόμενες δυσχέρειες, η Πούλου αποδομεί μεθοδικά αυτή την επιχειρηματολογία, συγκρίνοντας τα συνολικά στοιχεία της περιόδου μετά την ψήφιση του νόμου με εκείνα των προηγούμενων χρόνων. Οπως αναφέρει, η ψήφιση του νόμου δεν οδήγησε σε κάποια θεαματική αύξηση των αποφυλακίσεων. Συγκεκριμένα, ενώ το 2013 είχαν αποφυλακιστεί 7.174 κατάδικοι και το 2014 7.061, το 2015, χρονιά που ψηφίστηκε ο νόμος, αποφυλακίστηκαν 7.675, ελάχιστα περισσότεροι (σελ. 73).

Αλλά και συνολικά η εγκληματικότητα είχε πτωτική τάση στην πενταετία 2014-19. Ιδιαίτερα στα κρίσιμα έτη 2016, 2017 και 2018, πέρα από μια μικρή αύξηση 0,8% στις κλοπές-διαρρήξεις, το 2017 σχεδόν όλες οι κατηγορίες εγκλημάτων (ανθρωποκτονίες, ληστείες, απάτες, σεξουαλική εκμετάλλευση κ.ο.κ.) παρουσίασαν μείωση σε σχέση με το 2016, και το 2018 πάλι, εκτός μια αύξηση στις ανθρωποκτονίες κατά 18%, υπήρξε μείωση στις άλλες κατηγορίες, απόπειρες ανθρωποκτονιών, απάτες, κλοπές κ.ο.κ. (σελ. 64-65).

Η Πούλου τεκμηριώνει ακόμη τον αδικαιολόγητα υψηλό χαρακτήρα των ποινών στην Ελλάδα, οι οποίες ξεπερνούσαν την περίοδο της ψήφισης του νόμου κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, το 2015 μόνο το 1,7% των ποινών στην Ελλάδα ήταν κάτω του ενός έτους έναντι 13,5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μόνο 6,6% κυμαινόταν μεταξύ 1-5 ετών έναντι 55% στην Ευρώπη, 77,3% ήταν άνω των 5 ετών (το υψηλότερο ποσοστό από όλα τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης), έναντι 33,4% στην Ευρώπη και 13,1% ποινές ισόβιας κάθειρξης έναντι 1,7% στην Ευρώπη (σελ. 97). Σε αυτό το πλαίσιο, ο νόμος Παρασκευόπουλου, μακριά από το να επιφέρει κάποια υπέρμετρη μείωση των ποινών και ατιμωρησία, μάλλον ευθυγράμμισε τη χώρα μας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η συγγραφέας φωτίζει έτσι τον επικίνδυνο χαρακτήρα εκείνης της συστημικής προσέγγισης η οποία, πριμοδοτώντας το θυμικό σε βάρος της λογικής, αναζητά τη λύση στο πρόβλημα της εγκληματικότητας στην αυστηροποίηση και τη διαρκή αύξηση του αριθμού των εγκλείστων στις φυλακές. Απέναντί της, ο μετριασμός των ποινών μπορεί όμως να αποτελεί μόνο μια μερική διέξοδο. Οπως η ίδια το θέτει, «για να “αδειάσουν” [οι φυλακές] χρειάζονται κοινωνικά μέτρα που θα παρεμβαίνουν στους όρους γέννησης του εγκλήματος και όχι αποσυμφορητικές διατάξεις, που ούτως ή άλλως έχουν προσωρινό ή αποσπασματικό χαρακτήρα» (σελ. 79).

*Συγγραφέας, μέλος της Σ.Ε. της Μαρξιστικής Σκέψης