Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μετατροπή των εκκλησιών σε εκλογικά κέντρα ξεκίνησε το 1844 με τον πρώτο εκλογικό νόμο (ΦΕΚ 7/1844), στον οποίο προβλεπόταν ότι η ψηφοφορία θα διεξάγεται στον «ευρυχωρότερον ναόν της πρωτευούσης του δήμου».

Καθώς μάλιστα η εκλογική διαδικασία διαρκούσε 8 μέρες, ο ναός έμενε κλειστός για τους πιστούς για μεγάλο διάστημα.

Εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση η μεγαλύτερη εκκλησία της Αθήνας ήταν ο βυζαντινός ναός της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου, στη θέση του οποίου κατασκευάστηκε το 1850 η υπάρχουσα εκκλησία.

Εκεί διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές και στις 4 Αυγούστου 1844 σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια, τα οποία θεωρούνται αποτέλεσμα καλοστημένης «προβοκάτσιας» του Παλατιού και του γαλλόφιλου μετέπειτα πρωθυπουργού Κωλέττη για να οδηγηθεί σε παραίτηση η κυβέρνηση του αγγλόφιλου Μαυροκορδάτου (βλ. και «Επεισοδιακές εκλογές και αλαλούμ με 40 έδρες», «Νησίδες», «Εφημερίδα των Συντακτών» φ. 29.6.2019).

Είναι άγνωστο γιατί ορίστηκαν ως τόπος διεξαγωγής της ψηφοφορίας οι εκκλησίες, χωρίς μάλιστα όπως φαίνεται να αντιδράσει η Ιεραρχία της Εκκλησίας.

Μια «ρομαντική» εκδοχή, που γράφτηκε μεταγενέστερα στην ιστορική «Εφημερίδα των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν, απέδιδε την απόφαση στην πρακτική που υπήρχε κατά την τουρκοκρατία, οπότε οι Ελληνες για να συζητήσουν πράγματα που δεν έπρεπε να μάθουν οι Τούρκοι μαζεύονταν σε εκκλησίες, καθώς ήταν οι μόνοι απαραβίαστοι χώροι όπου επιτρεπόταν η συνάθροιση χριστιανών.

Ωστόσο, πιθανότερο είναι να ελήφθη η απόφαση αυτή επειδή δεν υπήρχαν άλλα κατάλληλα δημόσια κτίρια για τη διεξαγωγή των ψηφοφοριών.

Πάντως και αργότερα, με τον δεύτερο εκλογικό νόμο που θεσμοθετήθηκε το 1864 (ΦΕΚ 51/1864), σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά την έναρξη της βασιλείας του Γεώργιου Α’, παρότι είχαν κατασκευαστεί δημόσια κτίρια προβλεπόταν περιοριστικά ότι «η ψηφοφορία ενεργείται εντός των καταστημάτων των δημοτικών σχολείων και, ελλείψει τοιούτων καταλλήλων, εντός του ευρυχωροτέρου Ναού της πρωτεύουσης του δήμου». Ειδικά για τους μεγάλους δήμους προβλεπόταν ότι μπορούν να λειτουργήσουν περισσότερα του ενός εκλογικά τμήματα, τα οποία θα όριζε το Δημοτικό Συμβούλιο.

Γι’ αυτό στις βουλευτικές και δημοτικές εκλογές του 1887 διαβάζουμε ότι στην Αθήνα λειτούργησαν 9 εκλογικά τμήματα. Από αυτά τα δύο βρίσκονταν σε Δημοτικά Σχολεία, στην Πλάκα (πιθανόν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, σημερινό 74ο Δημοτικό) και στην οδό Αθηνάς (Σχολή Καραμάνου, που βρισκόταν μέχρι το 1916 στην ομώνυμη μικρή πλατεία) και ένα στον οικισμό του Αμαρουσίου, ο οποίος με την Κηφισιά ανήκε στον Δήμο Αθηναίων.

Οταν οι εκκλησίες χρίστηκαν εκλογικά κέντρα

Τα υπόλοιπα έξι λειτούργησαν σε εκκλησίες: Στη Μητρόπολη, που είχε εγκαινιαστεί το 1862, στον Αγιο Γεώργιο Καρύτση, στον μικρό ναό της Παναγίας στο Μοναστηράκι, όπου ψήφιζαν οι κάτοικοι των Λιοσίων, στον Αγιο Φίλιππο, στη Βλασσαρού, ανάμεσα στο Μοναστηράκι και στο Θησείο, στον Αγιο Δημήτριο Λουμπαρδιάρη και στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, στην οδό Ακαδημίας.

Με τον ίδιο νόμο άλλαξε και ο τρόπος εκλογής. Ετσι, από τα ψηφοδέλτια στα οποία ο εκλογέας συμπλήρωνε τα ονόματα των υποψήφιων βουλευτών της επιλογής του καθιερώθηκε το «εισαγόμενο» από τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα πολύπλοκο σύστημα των σφαιριδίων.

Η εφαρμογή του νέου εκλογικού συστήματος αλλοίωνε εντελώς την εικόνα των ναών, καθώς όλος ο χώρος γέμιζε κάλπες. Μόνο στις δημοτικές εκλογές του Ιουλίου του 1887 σε κάθε εκλογικό τμήμα υπήρχαν 116 κάλπες, για όλους τους υποψήφιους δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους!

Καθεμία από τις κάλπες είχε το όνομα ενός υποψήφιου βουλευτή ή δημάρχου και δημοτικού συμβούλου, ανάλογα με την εκλογή. Διαιρούνταν, δε, σε δύο τμήματα, στο δεξιό τμήμα που είχε λευκό χρώμα και αφορούσε το «ΝΑΙ» και στο αριστερό με μαύρο χρώμα που ήταν το «ΟΧΙ». Ο ψηφοφόρος παραλάμβανε από ειδικό υπάλληλο ένα σφαιρίδιο και βάζοντας το χέρι του σε έναν σωλήνα, που ξεκινούσε από μια στρογγυλή τρύπα στο πάνω μέρος της κάλπης, κατηύθυνε με το χέρι το σφαιρίδιο σε ποιο τμήμα ήθελε να το ρίξει, στο «λευκό» ή στο «μαύρο». Αυτό επαναλαμβανόταν με διαφορετικό σφαιρίδιο σε κάθε κάλπη ξεχωριστά.

Χαρακτηριστικό του συστήματος ότι ο ψηφοφόρος μπορούσε να ρίξει θετική (λευκή) ψήφο σε όλες τις κάλπες, δηλαδή για όλους τους υποψηφίους!

Η καταμέτρηση ξεκινούσε από το «ΝΑΙ» και μετά καταμετρούνταν το «ΟΧΙ». Εάν σε μια κάλπη βρίσκονταν περισσότερα σφαιρίδια από τον αριθμό των ψηφοφόρων τα σφαιρίδια αφαιρούνταν από το «ΝΑΙ».

Οι πιο φανατικοί όταν έφταναν στην κάλπη αυτού που θα ψήφιζαν ή θα καταψήφιζαν, δάγκωναν το σφαιρίδιο και από εκεί βγήκε η φράση «θα το ρίξω… δαγκωτό».

Οπως, από το μαύρο χρώμα της αρνητικής ψήφου προήλθε η πασίγνωστη έκφραση «θα τον μαυρίσουμε» κ.λπ. Αυτή η κατάσταση διαρκούσε 4 μέρες, όσο γινόταν η ψηφοφορία, ενώ μέσα στους ναούς-εκλογικά κέντρα, όπου εξωτερικά γέμιζαν με αφίσες των υποψηφίων και φυλάσσονταν από στρατιώτες, γίνονταν και άλλα «παρατράγουδα» για την… άγρα ψήφων, χωρίς να λείπουν και τα επεισόδια.

Η «Εφημερίς των Κυριών» σε άρθρο της είχε καυτηριάσει αυτές τις εικόνες χαρακτηρίζοντας ως μοναδικό φαινόμενο τη «μετατροπή των ναών κατά τας ημέρας των εκλογών από οίκους του Θεού εις καταστήματα δημόσιας συναλλαγής». Και εξηγούσε: «(…) Αι συνειδήσεις πωλούνται και αγοράζονται, η απλοϊκότης απατάται και οι νόμοι του Θεού εμπαίζονται και καταπατούνται».

Η εφημερίδα έθετε το ερώτημα γιατί δεν χρησιμοποιούνται για τις εκλογές ακόμα και με καταβολή ενοικίου «αι αίθουσαι των Υπουργείων, του Πανεπιστημίου, των Γυμνασίων, των σχολείων, των λεσχών ή και ιδιωτικαί έτι;».

Και όπως φαίνεται το θέμα έφτασε στο Δημοτικό Συμβούλιο ανοίγοντας τον δρόμο ώστε να σταματήσει η χρήση των εκκλησιών ως εκλογικών κέντρων.