ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Βάσια Ατταριάν έχει τελειώσει τη Θεατρολογία και εργάστηκε για χρόνια ως βοηθός σκηνοθέτρια κυρίως με τη θεατρική ομάδα blitz. Παράλληλα έχει δημιουργήσει την ομάδα Ντουθ μαζί με τη Μυρτώ Μακρίδη και τον Δημήτρη Τάσαινα και έχουν κάνει αρκετές παραγωγές στο θέατρο, όπως την παράσταση «Χίλιες και μία ιστορίες» στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Συνεχίζει στα εργαστήρια του Εθνικού διδάσκοντας εφήβους. Εχει συνεργαστεί με τη Στέγη Γραμμάτων του Ιδρύματος Ωνάση, συνεργάζεται με τον Σύλλα Τζουμέρκα στη νέα του μεγάλου μήκους ταινία και το καλοκαίρι, στο Αργος, θα παρουσιάσει τη νέα της δουλειά στο πλαίσιο του θεσμού «Μία Ελλάδα, ένας Πολιτισμός».

Αυτά όσον αφορά το τι έχει κάνει η Βάσια Ατταριάν έως τώρα εν περιλήψει. Ποια είναι όμως η ίδια; Γεννημένη το 1989, ανήκει στη γενιά των millennials – όπως και εγώ. Αρκεί να πούμε πως η συνέντευξη έγινε μέσω σταθερού τηλεφώνου – ναι, είχαμε και οι δύο σταθερό τηλέφωνο. «Υπάρχουν παιδιά, ειδικά στο εξωτερικό, που δεν ξέρουν καν τι σημαίνει σταθερή τηλεφωνία… Μα πόσο έχουμε παλιώσει; Πότε προλάβαμε;» λέμε και γελάμε.

Αυτή ακριβώς ήταν και η ιδέα για την παράσταση «Nostalgia generetion – Δυστυχώς γίναμε vintage πολύ νωρίς». «Η ιδέα ήρθε πολύ τυχαία» μας λέει. «Σε μια πρόβα στη Λυρική ο Δημήτρης (σ.σ. Τάσαινας) άρχισε να παίζει τραγούδια ‘90ς, έτσι, για το ζέσταμα των φωνών. Και τότε συνειδητοποίησα πως η γενιά μου ζούμε σε ένα μεταίχμιο μεταξύ νοσταλγίας και κατάθλιψης. Η μόδα των ‘90ς επανέρχεται ως vintage ήδη (!), ακούμε πάλι εκείνες τις μουσικές ακόμα και στα μπαράκια που συχνάζουν νεότερα παιδιά. Βγήκα λοιπόν τότε από την πρόβα, αγόρασα ένα Gordon’s Space από το περίπτερο, όπως έκανα και στο Λύκειο, και αποφάσισα ν’ ανεβάσω ένα τέτοιο έργο.

Αυτή ήταν η αρχή. Σε άσχετο τόπο και για άσχετο λόγο. Μετά όμως ξεκίνησα να διαβάζω πολύ, κυρίως ξένη αρθρογραφία και έρευνες. Ολα μιλούσαν για τους millennials ως μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς τη σημερινή τεχνολογία (χωρίς ίντερνετ ή έστω δεν το χρησιμοποιούσε σε τέτοιο βαθμό όπως η σημερινή γενιά, χωρίς πλατφόρμες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και χωρίς κινητά) και γι’ αυτό πρόκειται για μια μεταιχμιακή γενιά: ενώ από τη μία είμαστε νέοι, μέσα στην κοινωνία, ενεργοί και δημιουργικοί, από την άλλη είναι σαν να μην έχουμε προλάβει να καλοκαταλάβουμε πώς προχώρησε τόσο η κατάσταση με την τεχνολογία και άλλαξε τα δεδομένα! Είναι σαν να γέρασε νωρίς, σαν να έπαθε κατάθλιψη νωρίς… Είναι μια γενιά που νοσταλγεί, ενώ είναι ακόμα πολύ νέα!

Και είμαστε πράγματι η γενιά μιας πρόωρης νοσταλγίας. Ο πατέρας μου, δηλαδή, στα 30 και στα 35 του δεν νοσταλγούσε τα νεανικά του χρόνια και τα ρούχα που φόραγε στα 10 του – ούτε καν! Οι millennials όμως μεγαλώσαμε με την εντύπωση πως στην Ευρώπη και τη Δύση τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα και κάπως αρκετά νωρίς τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πολύ χειρότερα. Ωστόσο η παιδική μας καταγραφή ήταν ότι “μπορούμε”, ότι “θα τα καταφέρουμε”. Κάπως, λοιπόν, έπαθε ένα σοκ νωρίς… Είναι όπως λέει η Μαρία στην παράσταση πως “εμείς δεν είχαμε προετοιμαστεί για κόβιντ και οικονομικές κρίσεις. Είχαμε προετοιμαστεί για Nirvana, Ρίτα Σακελλαρίου και πακέτα Ντελόρ!”.

Ενα πράγμα ακόμα που προέκυψε από την έρευνα που έκανα και με απασχόλησε πολύ είναι πως εμείς μεγαλώσαμε με σειρές και ατάκες κ.λπ. που τώρα θεωρούνται εκτός πολιτικής ορθότητας. Η Gen Z, τα τωρινά παιδιά, από τη μια ίσως να μην έχουν καν ακούσει αυτές τις σειρές, να μην έχουν καν αναφορά στα “Ατίθασα νιάτα” ή την “Τόλμη και Γοητεία”, δεν σχετίζονται δηλαδή με την αφήγηση μιας ολόκληρης εποχής, και από την άλλη εμείς έχουμε κάποιο θέμα στο να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα: μεγαλώσαμε γνωρίζοντας πως τα φύλα είναι μόνο δύο.

Ερχεται τώρα όμως μια νέα γενιά, στην οποία εγώ πιστεύω φουλ, και λέει “τέλος, παιδιά! Η αφήγηση όπως την ξέρατε εσείς έχει τελειώσει. Σε όλα τα επίπεδα: για την πολιτική, για το περιβάλλον, για τα gendericious, για τη σεξουαλικότητα, για την επικοινωνία, για όλα. Ολα αυτά θ’ αλλάξουν και θ’ αλλάξουν από εμάς!”. Αυτό λέει και καλά κάνει. Ετσι η προηγούμενη γενιά, οι millennials, που είναι η Gen Y, προσπαθεί να μάθει να ξαναμιλάει. Δεν είμαστε όμως και 80 χρόνων! Οπότε υπάρχει ένα μπέρδεμα, καθώς είμαστε στο όριο παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος και αυτό μας συνέβη εκεί που δεν το περιμέναμε και πολύ νωρίς!».

Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου και νιώθοντας απολύτως όλα όσα μας λέει η Βάσια (αυτό το «νοσταλγούμε πολύ νωρίς» χτύπησε φλέβα κι ακόμα πονάει!) της λέμε πως και η δική μας γενιά είχε τα καλά της. Είμαστε πιθανότατα η τελευταία γενιά που άκουσε παραμύθια από γιαγιάδες τού τότε, που έπαιξε με τα χώματα σε πλατείες χωρίς να υπάρχει γονική επίβλεψη, που καλούσαμε στα πάρτι με χάρτινες προσκλήσεις, που γυρίζαμε από το σχολείο μόνοι μας, με τα πόδια, χωρίς να μας περιμένει ο γονιός με τ’ αυτοκίνητο… Πού πήγαν όλα αυτά τα ωραία; «Το μικρό παιδί μέσα μου κλαίει όλη την ώρα της συνέντευξης για όλα αυτά και έχεις ταυτόχρονα τόσο δίκιο» λέω στη Βάσια. «Καταρχάς σε νιώθω» μου λέει και γελάμε. «Αλλά μη νομίζεις πως και τότε, το ‘90, δεν περίμενε ένας κακοποιητής στη γωνία του πάρκου. Απλώς τώρα το συζητάμε περισσότερο.

Προφανώς έχει αλλάξει η ζωή και η καθημερινότητα των παιδιών εξαιτίας του πόσο γρήγορα αναπτύχθηκε η τεχνολογία και μπήκε στις καθημερινές μας συνήθειες – πολλοί από εμάς δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε πώς ήταν η εποχή χωρίς κινητά! Φυσικά εκείνες τις δεκαετίες, ‘80 και ‘90, υπήρχαν και γαμάτες μουσικές και ταινίες (όλα αυτά υπάρχουν στην παράσταση) και ούτε θα ακυρωθούν αυτά ποτέ. Απλώς αυτό που προσπαθώ να καταλάβω μέσα από αυτήν την παράσταση και κάπως να αποδεχτώ (και καλώ και τον θεατή να το περάσουμε μαζί όλο αυτό) είναι πως δίχως να ακυρώνονται όλα αυτά, υπάρχει πλέον κάτι άλλο.

Που ίσως δεν το πολυκαταλαβαίνω, ίσως μου είναι δύσκολο και να το αποδεχτώ, ίσως δεν το ζω κιόλας με την ίδια συναισθηματική σύνδεση και κατανόηση, αλλά είναι εκεί. Υπάρχει! Κι ας μην καταλαβαίνω ακριβώς πώς ένα μικρό παιδί επικοινωνεί μόνο από τα social media και αυτό έχει γίνει η μητρική του γλώσσα. Επειδή όμως δεν το καταλαβαίνω, ακριβώς γι’ αυτό νιώθω ότι δεν μπορώ και να το κρίνω – ακόμα έστω. Προσώρας το παρατηρώ, το επεξεργάζομαι και το μαθαίνω». «Δεν είναι τρομερό; Αυτά τα λόγια θα περίμενε κανείς να τα ακούσει από έναν 70χρονο και βάλε, όχι από 33 χρόνων κοπέλα!» της λέω. Πάλι γέλιο – γλυκόπικρο. «Ολη η παράσταση αυτό το feeling έχει» συνεχίζει. «Δεν θέλω να ξεχάσω ό,τι έχει ζήσει η γενιά μας, ούτε θέλω να τα πετάξω όλα. Αλλά δεν θέλω και να τα μυθοποιώ. Δεν θέλω να νιώθω ότι πρέπει να ζω σε ένα παρελθόν προκειμένου ν’ αντέξω το παρόν και αυτό που έρχεται».

«Αυτό βέβαια, δεν είναι διόλου εύκολη διαδικασία. Ειδικά για κάποιον σαν κι εμένα, που έχω μια τάση για τη νοσταλγία ακόμα και για εποχές που δεν έχω ζήσει: έχω κάνει παραστάσεις για τα ‘60ς και τα ‘70ς επειδή μου φαίνονταν μυθικές εποχές κι ας μη ζούσα τότε. Οπότε καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να κάνω τη μετάβαση. Ταυτόχρονα όμως μου φαίνεται και πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία, γιατί μπορείς να “παίξεις” με τις αναμνήσεις σου, να αυτοσαρκαστείς – και αυτό μπορεί να γίνει πραγματικά δημιουργικό.

Θυμάμαι πως διάβαζα ένα άρθρο που έλεγε πως τα “Friends” έχουν ξαναγίνει μόδα γιατί τα βλέπει τώρα στο Netflix η Gen Z. Και πως το παράξενο είναι πως ενώ η δική μας γενιά έβλεπε αυτή τη σειρά ως κάτι που μπορεί να συμβεί (το να βρεθούμε σε μια μεγαλούπολη, να ζούμε μαζί με φίλους, να βρούμε δουλειά που να μας αρέσει…), τα νεότερα παιδιά δεν ταυτίζονται καθόλου με αυτό. Νιώθουν δηλαδή ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τους συμβεί κάτι τέτοιο.

Βλέπουν τα “Φιλαράκια” όπως βλέπουν τη Νάρνια ή τον Χάρι Πότερ: ως μυθοπλασία που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Γι’ αυτά τα παιδιά ο κόσμος έχει αλλάξει και η αφήγηση αυτή (βρίσκω δουλειά, ζω κάπως απ’ αυτή και το αντέχω, είμαι με φίλους κ.λπ.) είναι μεν γοητευτική, αλλά δεν είναι πιστευτή. Στη δική μας εποχή ήταν πιο εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο. Τώρα όλα αυτά είναι από πολύ δύσκολα έως ακατόρθωτα. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μία άλλη φόρα που έχουν αυτά τα παιδιά, ακριβώς επειδή έχουν επίγνωση ότι όλα είναι πιο δύσκολα.

Ηταν αλλιώς για μας: εμείς ξέραμε ότι τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο. Ξέραμε πως θα σπουδάσουμε και θα βρούμε μια δουλειά που να μας αρέσει κάπως και όλα ήταν σαν προγραμματισμένα. Ενα πτυχίο στα αγγλικά και ένα από το Πανεπιστήμιο έφτανε. Ησουν ένα κάποιο επενδυτικό σχέδιο για τους γονείς σου – κάπως θα τα κατάφερνες, ίσως να έκανες και οικογένεια και παιδιά. Τώρα ούτε ένα πτυχίο αρκεί, ούτε μία γλώσσα. Ούτε δύο δεν αρκούν. Κανένας μας δεν περίμενε την οικονομική κρίση, ούτε την τόσο ταχεία εξέλιξη της τεχνολογικής ανάπτυξης. Και πολλοί 30άρηδες και 40άρηδες δεν μπορούν πια να κάνουν οικογένεια, όπως έχουν έρθει τα πράγματα. Τώρα τα παιδιά όμως τα ξέρουν όλα αυτά -σε αυτή την πραγματικότητα μεγάλωσαν και μεγαλώνουν-, οπότε έχουν ήδη εφόδια που εμείς ακόμα να αποκτήσουμε.

Αν θέλουμε να κάνουμε μια συζήτηση εις βάθος, ναι, ο καπιταλισμός έχει φτάσει στα όριά του. Το τραγικό είναι πως συνεχίζει να υπάρχει, εκεί, στα όρια. Είμαστε, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά, στον ύστερο καπιταλισμό. Πολιτικά πάμε όλο και χειρότερα, με τη συντηρητικοποίηση να γίνεται όλο και πιο σκληρή. Αυτό το προσωπείο της ευμάρειας με το οποίο μεγαλώσαμε πλέον παίρνει όλο και πιο σκληρή, κι ακόμα πιο σκληρή έκφραση. Την ίδια στιγμή δεν είναι εμφανές: γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτο να το δεις, να το κατανοήσεις, άρα και να το αντιμετωπίσεις.

Ειδικά για την Ελλάδα έχω την αίσθηση ότι κάπως έχουμε χάσει τις αντιστάσεις μας. Μπορεί όμως να είναι και άδικο αυτό που λέω. Το 2008 για εμένα ήταν μια καταλυτική χρονιά με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου. Για τη γενιά μου τότε ήταν ένα ασύλληπτο γεγονός. Από τότε φτάσαμε στο σήμερα να γίνει αυτό το απίστευτο με τους καλλιτέχνες, που ξεκίνησε από τη Gen Z και ήταν μεγαλειώδες. Αλλά πριν, μέσα στον εγκλεισμό, δεχτήκαμε πράγματα παράλογα. Συγκλονιστικά παράλογα – δεν μπορω να χαρακτηρίσω διαφορετικά τη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση. Τότε υπήρξε μια κοινωνική βύθιση και ως προς τις αντιδράσεις. Ο φόβος ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα και τα νέα παιδιά σαν να μας έβγαλαν από τη λήθη. Για να έρθει και η τραγωδία στα Τέμπη και να περάσουμε στην οργή, καθώς από τη μια έχουμε το έγκλημα και από την άλλη το έγκλημα της διαχείρισής του από το κράτος.

Οι νεότεροι δεν σοκάρονται εύκολα πια, υπό την έννοια ότι δεν τους ακινητοποιεί το σοκ. Κάτι που συμβαίνει κατά κόρον σε μας τους millennials. Επειδή όμως πράγματι δεν είμαστε ακόμα 80 χρόνων, έχουμε αρχίσει και το αντιμετωπίζουμε. Αυτό που έκαναν οι καλλιτέχνες για τρεις μήνες ήταν ό,τι καλύτερο έχει γίνει στο θέατρο για μένα μετά τους “Support Αrt Workers”. Ναι, η γενιά μας είμαστε απόγονοι των πρωταγωνιστών της “Οικογένειας Τενενμπάουμ” του Wes Anderson, είμαστε ήρωες μιας ιδιότυπης παράστασης (όπως είναι και η δική μας παράσταση), πάσχουμε από το ίδιο αφόρητο και εθιστικό συναίσθημα της νοσταλγίας. Αλλά το πένθος για το τότε είναι καλό, καθώς εμπεριέχει στάδια που μπορούν να σε βοηθήσουν να προχωρήσεις. Το θέμα είναι να πούμε: και τώρα τι κάνουμε; Φτάνει πια με τη νοσταλγία. Ας σπάσουμε τα ντίσκμαν και τα κασετόφωνα – αυτό λέμε εμείς στην παράσταση (αλλά αγαπάμε τα κασετόφωνά μας)» καταλήγει χαμογελώντας.


? Η παράσταση «Nostalgia Generation» ξεκινάει σήμερα Σάββατο 6/5 στο Θέατρο 104 (Ευμολπιδών 41, Κεραμεικός, τηλ. 210-3455020) και θα παίζεται για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων κάθε Πέμ., Σάββ., Κυρ. στις 21.00 και κάθε Παρασκευή (μεταμεσονύκτια) στις 23.00 (πρόκειται για τρίωρη παράσταση, οπότε κάντε τα κουμάντα σας – πάντως ούτε που θα καταλάβετε πώς θα περάσει η ώρα). Επιχορηγείται από το ΥΠΠΟΑ. Παίζουν: Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Ρωμανός Καλοκύρης, Μυρτώ Μακρίδη, Προμηθέας Nerattini-Δοκιμάκης, Ιωάννα Ραμπαούνη, Σεραφείμ Ράδης, Δημήτρης Τάσαινας, Μαρία Φιλίνη. Guest star: Κατερίνα Μαυρογεώργη. Εισιτήρια: viva.gr και στο ταμείο του θεάτρου.

? Η παράσταση «Οι επισκέπτριες ΙΙ: Καυτές μέρες, τροπικές νύχτες», σε σκηνοθεσία Βάσιας Ατταριάν και Μυρτώς Μακρίδη, θα παρουσιαστεί στο αρχαίο θέατρο Άργους 8 και 9 Ιουλίου, στο πλαίσιο του θεσμού «Μία Ελλάδα, ένας Πολιτισμός».