Ημουν πάντα περίεργος πώς κατόρθωσε να διασωθεί από το σβήσιμο και την καταστροφή αυτή η σπουδαία σειρά, αντίθετα με όλα (μα όλα) τα σίριαλ και τις εκπομπές και με ό,τι γενικώς είχε γυριστεί στην ελληνική τηλεόραση από το 1966 έως το 1981.
Η επίσημη δικαιολογία είναι ένας μύθος σχετικά με αυτές τις καταστροφές που, όμως, έχει γίνει απόλυτα πιστευτός: ότι άνθρωποι στα κανάλια, ασυνείδητοι και χωρίς την αίσθηση της διατήρησης της Ιστορίας, έσβηναν τα σίριαλ και τις εκπομπές για να γράψουν, ας πούμε, ένα ποδοσφαιρικό ματς.
Ωσπου πριν από 28 χρόνια σε μια μεγάλη συζήτηση-συνέντευξη που είχαμε κάνει, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος και καλλιτέχνης, ο Βασίλης Γεωργιάδης, σκηνοθέτης και της συγκεκριμένης σειράς, μου είπε τι είχε συμβεί – κι αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι και η πρώτη φορά που το γράφω.
Το 1981, λοιπόν, λίγο μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και ενώ είχε αναλάβει η νέα διοίκηση στην ΕΡΤ, τον πήρε τηλέφωνο ένας κύριος -τον οποίο δεν ήξερε- και ούτε λίγο ούτε πολύ, του είπε πως αυτός είναι ένας απλός υπάλληλος που κάνει ό,τι του λένε για να βγάζει το ψωμί του κι ότι τον έχουν βάλει σε ένα μεγάλο γραφείο και από το πρωί έως το βράδυ σβήνει όλα τα αρχεία της ΕΡΤ επί χούντας και επί Δεξιάς, σίριαλ, σειρές, εκπομπές, μουσικοχορευτικά, τα πάντα.
Ομως τώρα είχε στα χέρια του για να τη σβήσει τη σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και, όπως είπε στον Γεωργιάδη, «εγώ είμαι Κρητικός και δεν μου πάει η καρδιά να σβήσω κάτι που είναι του Καζαντζάκη. Γι’ αυτό ελάτε από εδώ αύριο να σας τα δώσω, να μην έχω τύψεις».
Την άλλη μέρα όντως ο Βασίλης Γεωργιάδης πήγε εκεί και πήρε τα 50 επεισόδια. Κι επειδή 50 επεισόδια είναι δύσκολο να τα κρατήσεις, να τα συντηρήσεις, να τα διοχετεύσεις, κάπου έκανε ένα μοντάζ, έκανε 16 τα επεισόδια και τα ξαναέδωσε στην ΕΡΤ. Κι αυτή τη φορά η ΕΡΤ δεν τα έσβησε.
Αυτή είναι η πραγματική ιστορία για το πώς δεν έχει μείνει τίποτα από σειρές όπως ο «Γιούγκερμαν», «Οι Πανθέοι», η «Γαλήνη» αλλά και «Ο κύριος συνήγορος», «Η κοκορόμυαλη», «Ο άγνωστος πόλεμος», «Η γειτονιά», «Το Λούνα Παρκ», «Ο μεθοριακός σταθμός», ακόμα και οι δύο υπέροχοι Παπαδιαμάντηδες, «Η Γυφτοπούλα» και οι «Εμποροι των Εθνών». Αυτά για την αποκατάσταση της αλήθειας και ο νοών νοείτω…
Η ταινία του «Ντασσενάκη» και η Μελίνα
Φέτος κλείνουν 75 χρόνια από το 1948 που γράφτηκε το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ένα από τα σπουδαιότερα και πιο δημοφιλή έργα του Καζαντζάκη (1883-1957), το οποίο όμως πρωτοβγήκε ως βιβλίο στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στη Γερμανία και στη Νορβηγία. Στην Ελλάδα πρωτοεκδόθηκε το 1954. Εκείνη την εποχή ο Καζαντζάκης ζούσε σχεδόν αυτοεξόριστος με τη γυναίκα του στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου τον επισκέφθηκαν ο Ζυλ Ντασσέν με τη Μελίνα Μερκούρη γιατί ήθελαν να το γυρίσουν ταινία. Ο Καζαντζάκης δέχθηκε και συμφώνησε με το σενάριο του Ντασσέν. Θα βοήθησε σε αυτό και η γοητεία της Μελίνας, που μάλιστα αποκαλούσε χαϊδευτικά τον Ντασσέν «Ντασσενάκη» και του ‘λεγε ότι έχει γίνει Κρητικός. Ο Καζαντζάκης δεν πρόλαβε να δει την ταινία γιατί πέθανε, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν υπήρξε ούτε καλλιτεχνική ούτε εισπρακτική επιτυχία.
Γυρίστηκε στην Κρήτη και μάλιστα ένα ολόκληρο χωριό συμμετείχε στα γυρίσματα, όπου, για χάρη του Καζαντζάκη, οι άνθρωποι έμαθαν και στοιχειωδώς γαλλικά και μάλιστα, όπως αναφέρει η Ελένη Βλάχου στο ρεπορτάζ που κατέβηκε η ίδια να κάνει στην Κρήτη για την «Καθημερινή», είχαν μπει τόσο στο πνεύμα της ταινίας που οι μισοί που έπαιζαν τους φτωχούς της Σαρακίνας μισούσαν τους άλλους μισούς που έπαιζαν τους πλούσιους της Λυκόβρυσης και το αντίθετο. Η Ελένη Βλάχου αναφέρει κι άλλα, όπως π.χ. το πώς η Μελίνα προσπαθούσε να πείσει όλους τους ξένους συντελεστές που ήταν εκεί, πως ό,τι έπιναν, ό,τι έτρωγαν και ό,τι έβλεπαν ήταν καλά γιατί ήταν ελληνικά, ενώ κάποιοι ήδη είχαν πρόβλημα με το στομάχι τους γιατί δεν είχαν συνηθίσει τα φαγητά και το λάδι της Κρήτης.
Ο Φερνάν Λεντού έπαιξε τον «παπα-Φώτη», τον καλό παπά, τον κακό παπά τον έπαιξε ο Ζαν Σερβέ και τον «Μανωλιό» ο Πιερ Βανέκ. Φυσικά την «Κατερίνα» την έπαιξε η Μελίνα. Αν κάτι μπορεί να σημειώσει κανείς γι’ αυτή την ταινία, εκτός από την αυθεντικότητα των τοπίων και των κομπάρσων που είναι πραγματικά Κρήτη και Καζαντζάκης, είναι πως ο σπουδαίος ηθοποιός και αγωνιστής του ΕΑΜ Δήμος Σταρένιος έπαιξε τον τσιγκούνη «Λαδά» και στην ταινία του Ντασσέν και 20 χρόνια μετά, στη σειρά του Βασίλη Γεωργιάδη.
Ο κόσμος του κινηματογράφου θα έπρεπε να περιμένει ακόμη εφτά χρόνια έως το 1964 για να βγει στα σινεμά «Ο Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη και να γίνει παγκόσμιος θρίαμβος.
Η ιστορία της σειράς του Γεωργιάδη
Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1975 και η μεταπολιτευτική διοίκηση της ελληνικής τηλεόρασης αποφασίζει να γυρίσει το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, ένα από τα πρώτα δείγματα, αν όχι το πρώτο, της ελληνικής λογοτεχνίας στην τηλεόραση. Το ανέλαβε ο σπουδαίος Βασίλης Γεωργιάδης που ερχόταν από το σινεμά γεμάτος τρόπαια, με δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και μία υποψηφιότητα για Χρυσές Σφαίρες. Τη διασκευή για την τηλεόραση ανέλαβε ένας εξαιρετικός ηθοποιός και συγγραφέας, ο Νότης Περγιάλης, μαχητικό στέλεχος της Αριστεράς και με μεγάλες επιτυχίες και ως ηθοποιός και ως συγγραφέας.
Η παραγωγή ήταν της ΑΣΤΗΡ της οικογένειας Ράλλη, ο Γιώργος, η Ελβίρα και η Φρόσω που δεν τσιγκουνεύτηκαν καθόλου: έφτασαν, έξω από τα στούντιο στα Μελίσσια, να χτίσουν τον δρόμο του χωριού όπου εξελίσσεται το έργο – ερείπια του σκηνικού υπήρχαν μέχρι πρότινος. Το καστ ήταν κάτι το ασύλληπτο με ονόματα μεγάλα, αλλά που ήταν και ένας κι ένας για τους συγκεκριμένους ρόλους. Το αστείο -αν μπορεί κανείς να το πει έτσι- ήταν πως τον ας πούμε δεξιό «παπα-Γρηγόρη» τον έπαιξε ο σούπερ αριστερός Λυκούργος Καλλέργης, τον ας πούμε αριστερό «παπα-Φώτη» ο δεξιός Νίκος Χατζίσκος, ενώ τον τσιγκούνη «Λαδά» τον έπαιξε ξανά ο Δήμος Σταρένιος, τον άρχοντα «Πατριαρχέα» ο Ανδρέας Φιλιππίδης και βέβαια τον «Αγά» ο Γιάννης Αργύρης.
Από εκεί και πέρα ας προσθέσει κανείς τον Γιώργο Φούντα ως «Παναγιώταρο ή Γυψοφά», την Ελένη Ζαφειρίου, την υπέροχη Κάτια Δανδουλάκη που έγραψε Ιστορία σ’ αυτό ως «Μαργιωρή», τη Νίκη Τριανταφυλλίδη ως καταπληκτική «Κατερίνα», τον Νίκο Καλογερόπουλο που ξεκίνησε έτσι την καριέρα του ως νεαρός βοσκός «Νικολιός», την Τζένη Φωτίου που έκανε το «Γιουσουφάκι» δίπλα στον «Αγά» και τον Κώστα Γκουσγκούνη από τις τσόντες που εδώ έπαιξε τον «σεΐζη Αλή Μουχτάρ», τον άγριο υπασπιστή του «Αγά» που σκοτώνει το «Γιουσουφάκι» από τη ζήλια του για την αγάπη του «Αγά».
Τον «Μανωλιό» τον έπαιξε ο Αλέξης Γκόλφης σε πρώτη, αλλά δυστυχώς και σε τελευταία, εμφάνιση, ενώ κάτι που έχουν προσέξει ελάχιστοι είναι πως εδώ έκανε τη μοναδική της εμφάνιση στην ελληνική τηλεόραση, σε έναν μικρό ρόλο, η Γεωργία Βασιλειάδου (έκανε τη θεία του «Μανωλιού»). Να πούμε πως τα καταπληκτικά σκηνικά ήταν του Πέτρου Καπουράλη και τα κοστούμια του Τάσου Ζωγράφου.
Η σειρά ξεκίνησε στις 29 Μαΐου του 1975 και τελείωσε, 50 επεισόδια (45λεπτης διάρκειας το καθένα) μετά, στις 11 Ιουνίου του 1976. Είχε βέβαια τεράστια επιτυχία. Επειτα από αυτό, άνοιξε η όρεξη και γυρίστηκαν σε σειρές και άλλα βιβλία. Αλλά απ’ όλη εκείνη τη θρυλική εποχή μόνο το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» διασώθηκε, ως δείγμα μιας εποχής που η ελληνική τηλεόραση δεν είχε πολλά λεφτά, αλλά είχε ταλέντα και μεράκι, από τους παραγωγούς μέχρι τον τελευταίο κομπάρσο.
