ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Βούζης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο προλογικό σημείωμά του ο Ντίνος Σιώτης αναφέρει ότι τα ποιήματα της συλλογής γράφηκαν τις τρεις πρώτες ημέρες του Μαρτίου, κατευθείαν στον υπολογιστή, σχεδόν όπως τα υπαγόρευαν οι ειδήσεις από το ραδιόφωνο (όχι από την τηλεόραση) και διάφορες αναρτήσεις στο Facebook. Μπορούμε να μιλάμε, άρα, για αυτόματη ποιητική ανταπόκριση στον λόγο των μέσων ενημέρωσης.

Ο τίτλος βέβαια πρέπει να τροποποιηθεί. Ετσι μοιάζει προκλητικός, ώστε θα ήταν προτιμότερο να συμπληρωθεί με τον τρίτο στίχο του ποιήματος από το οποίο προέρχεται. Τον στίχο ο οποίος δίνει ένα εντελώς διαφορετικό ύφος: Ω Τέμπη, / o mores, / ω αλήτες («Ω mores», σελ. 20).

Πρόκειται λοιπόν για επικαιρική ποίηση και τίθεται κατευθείαν το ζήτημα κατά πόσο καθίσταται αναγκαία και λογοτεχνικά νόμιμη η ύπαρξη ενός τέτοιου είδους. Είναι και αναγκαία και απολύτως νόμιμη. Τη δημόσια και περιστασιακή ποίηση την υπερασπίζεται ο Κώστας Κουτσουρέλης στο βιβλίο του «Η τέχνη που αυτοκτονεί» (σελ. 51-57), ένα από τα ελάχιστα βιβλία τα οποία άπτονται, με τρόπο οξυδερκή, του ζητήματος, με αποτέλεσμα να μην καταλήγει στη βολική κοινοτοπία πως το αισθητικό αίτημα και τα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα δεν πάνε μαζί. Ομως το πιο σημαντικό στη συγκεκριμένη συλλογή αφορά το γεγονός ότι η επικαιρικότητα αποτελεί τη μία μόνο διάσταση μιας γλώσσας η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί «μεταβατική» και της οποίας την εξέλιξη και τις δυνατότητες διερευνά ο Ντίνος Σιώτης.

Να αναλύσουμε λίγο τα παραπάνω: Η γλώσσα της ποίησης, σήμερα, βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, γιατί, μεταξύ των άλλων, έχει αποδυναμωθεί η βιβλιακή παράδοση, το πλέγμα δηλαδή των σχέσεων ανάμεσα στα ποιητικά βιβλία του παρελθόντος και στα τωρινά. Ετσι, παρουσιάζεται το φαινόμενο των ποιητών οι οποίοι δεν συμμετέχουν στον διάλογο με τους διαχρονικούς μετασχηματισμούς της τέχνης τους. Αντίθετα, οι επιρροές τις οποίες δέχονται εντοπίζονται στη σύγχρονη, τη διαδικτυακή κυρίως επικοινωνία και ανάλογες είναι η μορφή και η ιδιοσυγκρασία των ποιημάτων τους.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο Σιώτης, αν και χρησιμοποιεί αυτή τη μεταβατική γλώσσα, διαθέτει τεράστια ποιητική παιδεία. Οπως παρατηρεί ο Κώστας Βούλγαρης, στο βιβλίο του «Η δικιά μας Ελένη», κατανοεί και εκτιμά τις ατραπούς και τις συνθέσεις στις οποίες έχουν προχωρήσει η ιστορία και η ποίηση, «αλλά προτιμά να παραμένει “δέσμιος” του δικού του ποιητικού τρόπου» (σελ. 169). Θα συμπληρώναμε ότι η προηγούμενη προτίμηση αποτελεί και μια ορισμένη στρατηγική, ένα είδος ηθοποιίας: στη συλλογή εγγράφεται ένας χαρακτήρας ο οποίος υποκρίνεται τον αφελή. Ουσιαστικά, ο ποιητής περνά στην απέναντι πλευρά, στη θέση του εμβρόντητου από το γεγονός του δυστυχήματος των Τεμπών αναγνώστη.

Ενας δεύτερος παράγοντας, ο οποίος έχει φέρει τη γλώσσα της ποίησης σε αυτή τη μεταβατική, αν όχι μεταιχμιακή, στιγμή, είναι η σειρά των διαδοχικών –από το ξεκίνημα του εικοστού πρώτου αιώνα– και εξακολουθητικών κρίσεων, που ισοδυναμούν με επίθεση στην αυθεντική ομιλία. Η ιδιαίτερη έκφραση, με την οποία το κάθε άτομο ή η κάθε συλλογικότητα θα διαχειριζόταν τις διαρκώς συνταρακτικές καταστάσεις, εξαλείφεται και υποκαθίσταται από την αμήχανη στάση του δέους. Επιπλέον, διατίθεται από τα μέσα ενημέρωσης ένας προκατασκευασμένος λόγος περί των επάλληλων κρίσεων, ο οποίος υιοθετείται μαζικά και επαναλαμβάνεται με επιτελεστική συστηματικότητα. Υπό τέτοιες συνθήκες, η ιδιομορφία την οποία συνιστά η ποιητική γλώσσα εκλείπει.

Ο Ντίνος Σιώτης διερευνά λοιπόν τις προϋποθέσεις ώστε να συνταχθεί μια γλωσσική συνθήκη στην ποίηση η οποία θα καθιστά δυνατή τόσο την προσωπική όσο και τη δημόσια διαχείριση όσων συγκλονίζουν, με εκθετική μάλιστα αύξηση, σήμερα τους ανθρώπους. Γι’ αυτό η γλώσσα του προσηλώνεται στην παροντικότητα, ακόμη και στην καθημερινότητα. Εάν όμως το ποιητικό παρόν χαρακτηρίζεται από τη μετάβαση ή και το μεταίχμιο, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, τότε μερικά από τα παραγόμενα ποιήματα δεν είναι ποιήματα. Μια αναπόφευκτη συνέπεια την οποία ο Σιώτης επιλέγει να υποστεί, γνωρίζοντας ότι διακυβεύονται πολλά: η δημιουργία ή η μη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής ποίησης.

Στο επόμενο όνειρο η χώρα μας θα γίνει / κράτος, οι ενθουσιώδεις νέοι θα πιάσουν / πέτρες να επιτεθούν στο σάπιο σύστημα, // θα φάνε οι φτωχοί, θα υψωθούν γροθιές, / θα διοριστούν με μέσον οι αδιόριστοι, / οι αδιόρατοι κίνδυνοι θα επαληθευτούν («Ονειρο», σελ. 54). Η προσήλωση στην παροντικότητα, άλλωστε, θέτει αυτήν την ποίηση σε ένα σημείο μεταξύ γλώσσας και πράξης. Ετσι, η συλλογή αποκτά χαρακτήρα ακτιβισμού, τόσο με τη στενή σημασία του Literary Activism, αφού πρόκειται για έκδοση εκτός εμπορίου, η οποία αντίκειται στο καθεστώς της λογοτεχνικής αγοράς, όσο και με την ευρύτερη σημασία ενός ακτιβισμού ο οποίος ταυτίζεται με μια αλληλουχία πολεμικών ενεργειών.

Στο πλαίσιο της δεύτερης και ευρύτερης σημασίας, ο Ντίνος Σιώτης δεν διστάζει να εισαγάγει την αμφισημία και την αμφιθυμία στα ποιήματά του, ώστε να αποφύγει τον διδακτισμό, όπως δεν διστάζει επίσης να επιμένει στην ειρωνεία, κόντρα στην αντιειρωνική διάθεση του εξαπλωμένου παγκοσμίως ρεύματος της Νέας Ειλικρίνειας (New Sincerity). Γράφει έχοντας πάντοτε μπροστά του ανοιχτό τον ορίζοντα του αδύνατου: μια ποίηση καθολική, και ως προς τη δημιουργία της και ως προς την πρόσληψή της.

*Ομηριστής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και ποιητής