«Η ινσουλίνη επηρεάζει τον μεταβολισμό του ηπατικού κυττάρου μειώνοντας την παραγωγή γλυκόζης και αυξάνοντας τη σύνθεση ηπατικού γλυκογόνου (αποθήκη γλυκόζης). Παρατηρείται γενικώς αύξηση του αναβολισμού, δηλαδή της δημιουργίας πολύπλοκων μορίων που χρησιμεύουν σαν αποθήκη ενέργειας.
Παράλληλα, μειώνεται η δαπάνη ενέργειας του κυττάρου και κατ’ επέκταση του οργανισμού. Με αυτόν τον τρόπο, όταν λειτουργεί φυσιολογικά η ινσουλίνη, το ήπαρ αυξάνει τις αποθήκες ενέργειας, ώστε να μπορεί να τροφοδοτεί με ενέργεια τους ιστούς του οργανισμού και κυρίως τον εγκέφαλο.
Οταν ο άνθρωπος σιτίζεται τακτικά χωρίς να ασκείται, δημιουργείται στο σώμα του μια κατάσταση συνεχούς προσπάθειας των κυττάρων του να απορροφούν τα θρεπτικά συστατικά της τροφής, με αποτέλεσμα τη συνεχή παραγωγή ινσουλίνης, που προωθεί έναν αδιάκοπο αναβολισμό. Ο αναβολισμός αυτός, όμως, συνεπάγεται συνεχή συσσώρευση λίπους στον λιπώδη ιστό και υπερπλήρωση του μυϊκού και ηπατικού γλυκογόνου.
Το γλυκογόνο αποτελεί μια πεπερασμένη αποθήκη ενέργειας, οπότε η περίσσεια των σακχάρων στο αίμα και των άλλων συστατικών των τροφών θα μετατραπεί σε λίπος με σκοπό να αποθηκευτούν σε μια “εύκολα” αποθηκεύσιμη μορφή ενέργειας, την οποία θα χρησιμοποιήσει το σώμα σε περίοδο έλλειψης ενέργειας. Ωστόσο με τη συνεχή λήψη τροφής η ενέργεια αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να απελευθερωθεί, λόγω της δράσης της συνεχώς παραγόμενης ινσουλίνης. Αυτό μακροπρόθεσμα οδηγεί σε έντονη συσσώρευση λίπους με δυσμενείς επιδράσεις στην υγεία. Η έντονη συσσώρευση λίπους μπορεί να οδηγήσει σε παθολογικές καταστάσεις, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, ο διαβήτης και οι καρδιαγγειακές νόσοι.
Από την άλλη, απέχοντας από τη λήψη τροφής, τα πράγματα αντιστρέφονται. Α φού περάσει ένα διάστημα αφαγίας, το οποίο μπορεί να διαρκεί από 12 έως 24 ώρες, τα κύτταρα αρχίζουν να συμπεριφέρονται διαφορετικά. Αρχικά τα κύτταρα του παγκρέατος παύουν να εκκρίνουν ινσουλίνη και έτσι σταματά ο αναβολισμός και η αποθήκευση ενέργειας. Το κύτταρο για να επιβιώσει και να επιτελέσει τις λειτουργίες του χρειάζεται ενέργεια. Οπότε στρέφεται στην αποθηκευμένη ενέργεια που υπάρχει με μορφή είτε λίπους είτε γλυκογόνου (αποθήκη υδατανθράκων).
Αυτό πραγματοποιείται στις πρώτες ώρες μετά την έναρξη της νηστείας και στη συνέχεια, αφού ελαττωθούν τα επίπεδα του γλυκογόνου, ενεργοποιείται η καύση των λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια μέσω του αερόβιου μεταβολισμού. Στο ήπαρ αρχίζει η γλυκογονόλυση, η γλυκονεογένεση και η απελευθέρωση γλυκόζης στο αίμα για να καλυφθούν οι ανάγκες των ιστών και του εγκεφάλου κυρίως σε γλυκόζη.
Κατόπιν, μετά τις 12 πρώτες ώρες, στον λιπώδη ιστό αρχίζει η καύση λίπους με συνέπεια οι αποθηκευμένες τριακυλογλυκερόλες να διασπώνται σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη. Αυτά εξέρχονται από τον λιπώδη ιστό και μεταφέρονται στους υπόλοιπους ιστούς, όπου θα “καούν” στα μιτοχόνδρια με σκοπό να απελευθερώσουν ενέργεια.
Οσο συνεχίζεται ο χρόνος της νηστείας, κάποια στιγμή οι άμεσες ενεργειακές αποθήκες περιορίζονται και επεκτείνεται ο καταβολισμός των λιπιδίων.
Με λίγα λόγια, η αποχή από την τροφή ενεργοποιεί την ικανότητα των κυττάρων να χρησιμοποιούν και να απελευθερώνουν την αποθηκευμένη ενέργειά τους για να συνεχίσουν τις λειτουργίες τους.
Τα επίπεδα της ινσουλίνης ρυθμίζουν κυτταρικά όλα τα παραπάνω. Η λήψη και η αποχή από την τροφή ρυθμίζουν τα επίπεδα της ινσουλίνης. Οταν ο άνθρωπος λαμβάνει την τροφή του μέσα σε ένα μικρό διάστημα της μέρας, περίπου 8 ωρών, εκκρίνει την ινσουλίνη η οποία είναι υπεύθυνη για την αποθήκευση της τροφής και τον αναβολισμό. Οταν νηστεύει για ένα συνεχόμενο διάστημα περίπου 16 ωρών, τα κύτταρα μεταπίπτουν από τον αναβολισμό στον καταβολισμό και αρχίζουν να απελευθερώνουν την αποθηκευμένη ενέργεια. Οσο περνούν οι ώρες τόσο αυξάνεται η χρήση των λιπιδίων. Ετσι, το αποθηκευμένο λίπος γίνεται πιο προσιτό και εύκολα χρησιμοποιήσιμο.
Αυτή η επαναλαμβανόμενη διαδικασία, θρέψη – νηστεία, μέρα με τη μέρα λειτουργεί σαν διακόπτης που τελικά οδηγεί στην προσαρμογή των επιπέδων των ορμονών. Εχει επιβεβαιωθεί από μια σειρά επιστημονικών ερευνών η επίδραση της διαλειμματικής νηστείας στα επίπεδα ινσουλίνης».
● Από το βιβλίο «Διαλειμματική νηστεία & αποφυγή νόσων» των Δημήτρη Κουρέτα, Νίκου Γκουτζουρέλα, Φώτη Τέκου. Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 2019.
Μέντα

Η Μέντα είναι υβρίδιο φυσικής διασταύρωσης της menta aquatica (μέντα η υδροχαρής) και της menta spicata (δυόσμος) και είναι γνωστή από την πρώιμη αρχαιότητα για τις φαρμακευτικές και αποσμητικές ιδιότητές της. Υπάρχουν περίπου 26 είδη μέντας.
Περιέχει βιταμίνη Α, C, Β12, Β3 και φολικό οξύ, μαγνήσιο και σίδηρο, ασβέστιο και μαγγάνιο. Αποτελεί εξαιρετική πηγή μεταλλικών στοιχείων, όπως το κάλιο. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός χρησιμοποιούσαν τη μέντα κατά της δυσπεψίας, κατά των νευρικών διαταραχών, κατά των ιλίγγων, της αϋπνίας, της γαστρίτιδας, του βήχα, του κρυολογήματος, του πονόλαιμου και ως αντισπασμωδικό.
Είναι όντως αντισπασμωδική. Ηρεμεί τον λείο μυ που διατρέχει το πεπτικό σύστημα, μειώνοντας τους μυϊκούς σπασμούς. Για πεπτικά προβλήματα, βοηθάει ανθρώπους που πάσχουν από το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου. Είναι βοηθητική στους πονοκεφάλους.
● Πληροφορίες από την ιστοσελίδα «Εναλλακτική Δράση».
