ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ψεύτης, απατεώνας, κατεργάρης, αισθησιακός, φιλόδοξος, παλιομοδίτης… Τον αποδοκιμάζουμε, τον περιγελάμε αλλά λατρεύουμε που, με τόση ευστοχία, μας δείχνει τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης.

Ο πιο αγαπητός διαβολάκος του Σέξπιρ και του Βέρντι, ο ξεπεσμένος ιππότης σερ Τζον Φάλσταφ, μεταφέρει στον χώρο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής τις ερωτικές του περιπέτειες, την αυθάδειά του, τα μαθήματα ηθικής του, την ικανότητά του να μεταμορφώνεται από ματαιόδοξος ιππότης σε περίγελο μιας μικρής τοπικής κοινωνίας.

Σε ένα σκηνικό που παραπέμπει στην Αγγλία της δεκαετίας του 1930, σε μια εποχή μεταξύ πολέμων κατά την οποία οι ιεραρχίες είναι αυστηρές και η κοινωνική τάξη σημαντικότερη από την οικονομική επιφάνεια, θα ζήσουμε την περιπέτεια ενός απίθανου τύπου του λυρικού ρεπερτορίου και στο τέλος θα κληθούμε όλοι μαζί να τραγουδήσουμε: «Ολα στον κόσμο είναι ένα καλαμπούρι… αλλά γελά καλύτερα όποιος γελά τελευταίος».

Η κωμική όπερα «Φάλσταφ» είναι η νέα φιλόδοξη παραγωγή της ΕΛΣ που παρουσιάζεται από 26 Ιανουαρίου και για έξι παραστάσεις στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στο ΚΠΙΣΝ. Το κύκνειο άσμα του Τζουζέπε Βέρντι σε ποιητικό κείμενο του Αρίγκο Μπόιτο (εμπνευσμένο από τις «Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ») θα διευθύνει ο Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι με ιδιαίτερη γνώση του ιταλικού ρεπερτορίου, ενώ με τον ρόλο του τίτλου θα αναμετρηθεί ο κορυφαίος Ελληνας βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς.

Με τον «Φάλσταφ» –την τελευταία του όπερα– ο Βέρντι εξέπληξε τους πάντες, καθώς κανείς δεν πίστευε πως μετά τις μεγάλες «σεξπιρικές» του επιτυχίες ο 80χρονος πλέον συνθέτης θα συνέθετε ένα ακόμα σημαντικό έργο – και μάλιστα κωμικό.

Ομως εκείνος είχε αποφασίσει πως μετά τον Μάκβεθ και τον Οθέλο θα στρεφόταν για μια τελευταία φορά στον Σέξπιρ. «Απολαμβάνω τη σύνθεση της μουσικής· χωρίς σχέδια οποιουδήποτε είδους και δεν ξέρω καν αν θα την τελειώσω… Ο Φάλσταφ είναι ένας αδίστακτος, που διαπράττει κάθε είδους κατεργαριά… Αλλά με έναν διασκεδαστικό τρόπο. Είναι τύπος. Οι τύποι είναι τόσο διαφορετικοί! Η όπερα είναι εντελώς κωμική! Αμήν», έλεγε όσο συνέθετε.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο επιφανής σκηνοθέτης Στίβεν Λάνγκριτζ, ο οποίος επιστρέφει στην Αθήνα και την ΕΛΣ μετά την επιτυχημένη σκηνοθεσία της Κάρμεν στο Ηρώδειο, για να δημιουργήσει μια εξωστρεφή και ψυχαγωγική παράσταση. Καλλιτεχνικός διευθυντής του φημισμένου βρετανικού φεστιβάλ όπερας του Γκλάιντμπορν ο Λάνγκριτζ μεταφέρει την ιστορία του Φάλσταφ στην Αγγλία της δεκαετίας του 1930, μια εποχή όπου κυριαρχούσε ο παραλογισμός της κοινωνικής ιεραρχίας, στα όρια της φεουδαρχίας. Είναι, λοιπόν, πολλά αυτά που είχαμε να τον ρωτήσουμε.

Είναι όμως μόνο κωμωδία ο Φάλσταφ;

Το να εντάξει κανείς αυτή την όπερα σε ένα μόνο δραματικό είδος δεν λειτουργεί. Προφανώς και κανείς δεν πεθαίνει σε αυτή την ιστορία άρα δεν είναι τραγωδία. Επίσης η μουσική του Βέρντι είναι δομημένη γύρω από το γέλιο και υπάρχουν στοιχεία που αναδεικνύουν το παράλογο της ανθρώπινης συμπεριφοράς που μας κάνουν να γελάμε… Αλλά δεν είναι μόνο διασκεδαστικό το έργο.

Ο Βέρντι συνθέτει το έργο όντας ένας ηλικιωμένος με μεγάλη εμπειρία από τις δυσκολίες της ζωής, τη θλίψη, την αποτυχημένη αγάπη. Γράφει, λοιπόν, την πρώτη του –ναι, ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη– «κωμωδία» στα 80 του. Μια κωμωδία που σκορπά χαρά, γέλιο και γενναιοδωρία αλλά δεν αποσιωπά τη δύσκολη πλευρά της ζωής, δεν φοβάται να μας οδηγήσει στα σκοτεινά μέρη της ψυχής του Φάλσταφ, που εξερευνά πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η κοινωνία όταν κάποιος δεν ταιριάζει.

● Η όπερα αυτή είναι χαρακτηριστικό δείγμα απόλυτης οικονομίας στον τρόπο που ο Βέρντι σκιαγραφεί χαρακτήρες και καταστάσεις. Αυτό κάνει ευκολότερη ή δυσκολότερη τη ζωή ενός σκηνοθέτη;

Ας πούμε ότι είναι περίπλοκη με διαφορετικό τρόπο. Είναι τόσο συμπαγής όπερα ο Φάλσταφ. Από τις σκηνικές συμβάσεις της φάρσας περνάμε, την επόμενη στιγμή, σε εναλλαγή ρυθμών και αμέσως μετά μπαίνουμε στον εσωτερικό κόσμο ενός χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν αργές μεταβάσεις, όλα είναι καταιγιστικά. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Βέρντι γελά μαζί μας βλέποντας να δουλεύουμε με τον χοντρό του Ιππότη, γνωρίζοντας τις δύσκολες απαιτήσεις που μας έχει θέσει.

● Ο Φάλσταφ είναι ψεύτης κι απατεώνας. Γιατί όμως τον αγαπάμε;

Μπορώ να προσθέσω και μερικά ακόμα: είναι αλαζόνας, ματαιόδοξος, δειλός… Αυτό είναι το βασικό ερώτημα για εμάς στις πρόβες κι ελπίζουμε και για το κοινό. Μη νομίζετε, δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση –μόνο μερικές παρατηρήσεις όπως ότι βλέπω τον Φάλσταφ σαν ένα σύγχρονο Dude, τον πρωταγωνιστή της ταινίας– «The Big Lebowski» που είναι από τις πιο αγαπημένες μου. Ετσι είναι κι ο οπερατικός μας ήρωας: εντελώς ελαττωματικός και εντελώς αξιαγάπητος.

Θα σας πω όμως τι μου αρέσει σε αυτόν. Η αισιοδοξία του. Μπορεί να μεταβεί από την κατάθλιψη στο να καμαρώνει σαν παγώνι με μισό ποτήρι κρασί. Λατρεύω την όρεξή του για ζωή, διασκέδαση, παιχνίδια, κρασί, ρούχα, φλερτ, φαγητό! Μου αρέσει που επιτρέπει στο παιδί που κρύβει μέσα του να βασιλεύει.

Τέλος ένα άλλο βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι: μήπως τον αγαπάμε γιατί τον χρειαζόμαστε; Νομίζω πως διαχρονικά η κοινωνία χρειάζεται κάπου κάπου έναν εξοργιστικό, αξιαγάπητο, ανέμελο απατεώνα.

● Απατεώνας που όμως κάνει διαλέξεις για την ηθική και καταδικάζει τον κόσμο ως άδικο. Διαχρονικές συμπεριφορές.

Ναι αλλά και ανησυχίες, απογοητεύσεις, συμβιβασμοί, δικαιολογίες ενός μεσήλικα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί ένας ηλικιωμένος που έχει πεταχτεί –για πλάκα– από ένα παράθυρο στον Τάμεση μπορεί να αισθάνεται ότι ο κόσμος ήταν εναντίον του – αν ρίξετε μια ματιά σε οποιαδήποτε εφημερίδα θα βρείτε πολλές τέτοιες ιστορίες που θα σας κάνουν να απελπιστείτε. Το θέμα, όμως, με τον Φάλσταφ είναι πόσο γρήγορα μπορεί να ανακτήσει την αισιοδοξία του, να προσπεράσει γρήγορα την απελπισία και να μας προτείνει να γελάμε παρά το χάος και τις ανοησίες του κόσμου.

● Κοιτάζοντας γύρω μας σήμερα πού συναντάτε συχνότερα τον Φάλσταφ;

Συναντώ την ενέργεια και το πνεύμα του που μας καλεί να αδράξουμε τις ευκαιρίες. «Carpe diem», που λέμε. Είναι ο θείος που αγαπάμε, αλλά κάνει πάντα τα πιο ακατάλληλα κι άκομψα αστεία. Είναι εκείνος που το ρίχνει στην πλάκα όταν κάτι δεν πάει καλά στην ομήγυρη. Είναι ο τύπος που παραμένει ένα δραστήριο παιδί, μια αρχετυπική φιγούρα που βάζει σε δεύτερη μοίρα τι είναι πρακτικό ή απαραίτητο γιατί νικά πάντα η ορμή και η ασυγκράτητη όρεξή του. Δόξα τω Θεώ, είναι παντού γιατί αλλιώς ο κόσμος θα ήταν γκρίζος.

● Τι σημαίνει για έναν Βρετανό να σκηνοθετεί έργο του Σέξπιρ;

Ως Αγγλος προφανώς και νιώθω ότι ο Σέξπιρ βρίσκεται στην καρδιά αυτού που οι περισσότεροι από εμάς καταλαβαίνουμε ως σπουδαίο θέατρο. Στην πραγματικότητα, ενώ έχω σκηνοθετήσει όπερες και μιούζικαλ βασισμένα σε έργα του (Οτέλο, Φάλσταφ, Αμλετ, κ.ά.) αλλά μόνο ένα κείμενό του: τον Ιούλιο Καίσαρα, σε μια παραγωγή που ανέβηκε σε φυλακή, με πρωταγωνιστές 60 κρατούμενους! Αυτή ναι!

Ηταν μια αξέχαστη εμπειρία, που απέδειξε όχι μόνο τη δύναμη του έργου, αλλά και το πόσο προσβάσιμο, σημερινό και ανοικτό σε αναγνώσεις παραμένει. Στην περίπτωση του Φάλσταφ, λοιπόν, παρόλο που το έργο φέρει ξεκάθαρα τη σφραγίδα των Βέρντι και Μπόιτο νιώθω πως καμιά φορά στην αίθουσα των προβών, βρίσκεται ο Σέξπιρ και γνέφοντας μας δίνει συμβουλές.

● Μετά την πολυετή σας εμπειρία στην όπερα, τι θα λέγατε ότι ξέρετε μετά βεβαιότητας;

Οχ! Αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Νιώθω ότι όλα ακόμα εξελίσσονται… Μέσα από τη διαδικασία της πρόβας ανακαλύπτω καθημερινά περισσότερα τόσο για το έργο που ανεβάζω όσο και για το πώς αυτό σχετίζεται με τον κόσμο. Η αίσθησή μου είναι πως ο Φάλσταφ, όπως, για παράδειγμα και «Οι γάμοι του Φίγκαρο» είναι από τα σπάνια έργα που, όσες φορές και να σκηνοθετήσεις, πάντα κάτι νέο θα σου μαθαίνουν.


? «ΦΑΛΣΤΑΦ», Εθνική Λυρική Σκηνή. Παραστάσεις 26, 29 Ιανουαρίου και 1, 4, 7, 10 Φεβρουαρίου στις 19.30 (Κυριακή: 18.30). Ο διακεκριμένος Ελληνας σκηνογράφος και ενδυματολόγος Γιώργος Σουγλίδης υπογράφει μια εντυπωσιακή σκηνική και ενδυματο­λογική απόδοση της εποχής του 1930 στην Αγγλία. Πρωταγω­νιστούν επίσης: Τάσης Χριστογιαν­νόπουλος, Βασίλης Καβάγιας, Νίκος Στεφάνου, Γιάννης Καλύβας, Γιάννης Γιαννίσης, Τσέλια Κοστέα κ.ά. Εισιτήρια: 10-100 ευρώ.