ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φάρμακο, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σημαίνει τη χημική ουσία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση αρρώστιας, πάθησης, αλλά είναι και, μεταφορικά, το μέσο θεραπείας δυσάρεστων καταστάσεων – το Λεξικό αναφέρει ως παράδειγμα: «το καλύτερο φάρμακο για τον εγωισμό είναι η ταπείνωση», και αναρωτιέσαι πόσοι από τους μεγάλαυχους ταγούς, τις «μούρες» της εποχής, θα χρειάζονταν άμεσα μια θεραπεία με το συγκεκριμένο φάρμακο.

Η αρχαία λέξη «φάρμακον» είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Ισως, λέει το Λεξικό, παράγεται από το ουδέτερο «φάρμα», από το «φέρω» (όπως «χάρμα – χαίρω»), με τη σημασία «φυτό που φέρει, που παράγει η γη». Πάντως, αρχικά, το φάρμακον δήλωνε κάθε βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες, καθώς και κάθε τέτοιο παρασκεύασμα, ενώ αργότερα σήμαινε και το δηλητήριο, το φαρμάκι.

Ηδη από την αρχαιότητα η λέξη δήλωνε και το «μαγικό φίλτρο», ένα παρασκεύασμα που χρησιμοποιούνταν κατά την άσκηση πνευματισμού! Η «φαρμακεία» σημαίνει την πράξη τού να δηλητηριάσει κανείς κάποιον, τη δηλητηρίαση. Η λέξη παράγεται από το αρχαίο ρήμα «φαρμακεύω», δηλαδή «χρησιμοποιώ ουσία ως δηλητήριο», αλλά και «ασκώ μαγεία, πνευματισμό». Η Μήδεια, π.χ., ήταν μάγισσα, φαρμακεύτρια, αλλά και θεραπεύτρια.

Να πούμε πως εύκολα το φάρμακο γίνεται φαρμάκι – σε μερικές περιπτώσεις αρκεί να αλλάξει η δοσολογία της φαρμακευτικής ουσίας. Αυτή η δισυπόστατη φύση του φαρμάκου, που μπορεί να βλάψει, αλλά και να ωφελήσει, αποτυπώθηκε έντονα στη λαϊκή σκέψη και στην ενδυμασία της, τη γλώσσα. Το «φαρμάκι», το δηλητήριο, αλλά και η πίκρα, η θλίψη («σε πότισα ροδόσταμο, με πότισες φαρμάκι», έλεγε ο Γκάτσος), προέρχεται από το αρχαίο «φαρμάκιον», το υποκοριστικό του όρου «φάρμακον». Από τότε μέχρι τώρα, τα βάσανα και καημοί, που λέει κι η λαϊκή μούσα, είναι τα φαρμάκια, που θέλουν πιοτό για να «πάνε κάτω», να περάσουν, να ξεχαστούν.

Η πικρή γεύση είναι «φαρμάκι» – όπως ο καφές χωρίς καθόλου ζάχαρη, ενώ γενικώς η δυσάρεστη αίσθηση στο στόμα, κι όχι μόνο η γεύση του φαρμάκου, λέγεται «φαρμακίλα». Επίσης, το ρήμα «φαρμακώνω», και το μεσοπαθητικό «φαρμακώνομαι», δεν σημαίνει μόνο «δηλητηριάζω» και «δηλητηριάζομαι», αλλά και «προκαλώ μεγάλη πίκρα» σε κάποιον άλλο, ή στον εαυτό μου, ενώ σημαντική θέση στη λαϊκή πινακοθήκη των τοξικών ανθρώπων κατέχει και ο φαρμακόγλωσσος, ο κακεντρεχής που δεν έχει μια καλή κουβέντα για κανένα.

Πάντως, η δυστυχία τού να ζεις στην Ελλάδα είναι, μεταξύ άλλων, να περνάς μια νοσηρή εποχή, όπως καλή ώρα με τη γρίπη και τις άλλες ιογενείς λοιμώξεις να θερίζουν (για να μη μιλήσουμε για τον κορονοϊό), να σου λείπουν κάποια πολύ βασικά φάρμακα και να έχεις υπουργό Υγείας τον Αθανάσιο Πλεύρη. Του οποίου το φιλελέ αφήγημα «Ασε την αγορά να αυτορρυθμιστεί χωρίς κρατικούς ελέγχους ή παρεμβάσεις» δεν ξέρω ποιους ακριβώς φαρμακέμπορους ή φαρμακοβιομήχανους πλουτίζει, αλλά σίγουρα δεν μειώνει τις ουρές στα φαρμακεία.

Βλέπεις ανθρώπους που γυρίζουν εναγωνίως για ώρες τα φαρμακεία των συνοικιών, ή που πηγαίνουν ακόμα και σε άλλη πόλη για να βρουν το αντιπυρετικό, το αντιβιοτικό ή το αντισταμινικό φάρμακο, τις αναπνευστικές συσκευές ή τις κορτιζόνες για τους ίδιους, τους παππούδες ή τα παιδιά τους που υποφέρουν: είναι ένα άθλιο φαινόμενο, που εικονοποιεί την πολιτική του καθεστώτος απέναντι στη δημόσια υγεία γενικά και στη φαρμακευτική επάρκεια ειδικότερα. Ο Πλεύρης, με δυο λόγια, κάνει το φάρμακο φαρμάκι.

Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι

μονορούφι να το πιω

Είναι ο πόνος μου μεγάλος

κι η φουρτούνα που περνώ

Ηταν γλυκό το στόμα της

μα ψεύτικη η αγάπη της

Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι

να το πιω σαν το κρασί

Για δυο μάτια που ’χω χάσει

μαύρη βλέπω τη ζωή

Μανώλης Αγγελόπουλος 1965, στίχοι Ευτυχία Παπαγιαννο-πούλου, σύνθεση Απόστολος Καλδάρας