ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη μάθαμε (κυρίως) μετά την παγκόσμια επιτυχία της ταινίας «Αμελί» του Ζαν-Πιερ Ζενέ. Η Μονμάρτρη, βέβαια, δεν μας περίμενε – ούτε εμάς ούτε καμιά Αμελί ούτε καμιά ταινία.

Ασε που το καφέ στο οποίο φαινόταν να εργάζεται η Αμελί στην ταινία, πριν από τα γυρίσματα (έως το 2001 δηλαδή) ήταν ένα ακόμα παρακμιακό μπαράκι της Μονμάρτρης, όπου ελάχιστοι ήταν οι σταθεροί θαμώνες, κυρίως μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, και ποτέ κανένας τουρίστας.

Πλέον, το «Café des Deux Moulins», όπως ονομάζεται, έχει πουληθεί και είναι σήμα κατατεθέν ως τουριστική ατραξιόν, όπου σπάνια θα βρεις ντόπιο.

Συμβαίνει αυτό με τους τόπους και τα τοπόσημα. Η Ιστορία αλλάζει και παρασύρεται στον ρυθμό της Αγοράς. Της Αγοράς και του αγοραίου Θεάματος. Ισως πλέον αυτό να αποτελεί μια φενάκη, καθώς ελάχιστα μέρη παραμένουν ως είχαν, με την ατμόσφαιρα και τις αξίες μιας άλλης εποχής. Ωστόσο κάποτε το θέαμα, ακόμα και το πιο λαϊκό, κατάπτυστο και αγοραίο, «δούλευε» υπέρ της Ιστορίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα καμπαρέ της Μονμάρτρης! Οχι τα σημερινά, όπου βρίσκεις κάθε καρυδιάς καρύδι και πολλούς (πάρα πολλούς) Κινέζους τουρίστες, αλλά τα ίδια μεν, του τότε δε. Τέλη του 19ου αιώνα. Το «Μουλέν Ρουζ» δεν ήταν το πρώτο.

Ως επιχείρηση θεάματος (αρχικά με θέατρο σκιών, κατόπιν με ηθοποιούς και μετά με τις διάσημες χορεύτριες του γαλλικού καν-καν) ήταν ο «Μαύρος Γάτος» («Le Chat Noir»), που ξεκίνησε το 1882. Δέκα, δηλαδή, μόλις χρόνια μετά την Παρισινή Κομμούνα (1871), για την οποία ο λόφος της Μονμάρτρης ήταν πεδίο μαχών, νίκης αλλά και τελικής ήττας (δεν είναι τυχαίο πως η τεράστια Sacré Cœur de Montmartre -Η εκκλησία της Ιερής Καρδιάς- χτίστηκε την ίδια εποχή με το καμπαρέ, ακριβώς για να… συγχωρεθούν οι «αμαρτωλοί» κομμουνάροι από τα εγκλήματά τους!).

Επιστρέφοντας στα καμπαρέ, εκείνη την εποχή όχι μόνο νέα θεάματα έπαιρναν τη θέση τους ανάμεσα στους δεκάδες καλλιτέχνες (ζωγράφους, σκιτσογράφους, συνθέτες, μουσικούς, ποιητές) που ζούσαν στη Μονμάρτρη, αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο συνδέονταν και με κάθε πρωτοποριακή σκέψη, αριστερή, δημοκρατική, αντικομφορμιστική. Δεν είναι τυχαίο πως το «Le Chat Noir» εξέδιδε και τη δική του εφημερίδα!

Αυτή στήθηκε στα πρότυπα της «La Lanterne» («Το φανάρι»), της σατιρικής εφημερίδας που εξέδιδε από το 1868 έως το 1872 ο Ανρί Ροσφόρ. Ο Ροσφόρ έγραφε έως τότε στη Figaro, ωστόσο ο… τόνος των άρθρων του δυσαρεστούσε τις Αρχές. Ετσι, τον «απομάκρυναν» από τη Figaro και ο ίδιος άρχισε να εκδίδει τον δικό του «Φανό»! Αρχικά, ήταν ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, με τη μορφή ενός μικρού κόκκινου φυλλαδίου διαστάσεων 14,5χ10 εκ.

Το πρώτο τεύχος του «La Lanterne» εκδόθηκε στο Παρίσι στις 31 Μαΐου 1868 σε 15.000 αντίτυπα. Η επιτυχία του ωστόσο ήταν τόσο μεγάλη, που κατέληξε στους 120.000 αναγνώστες! Ενδεικτική είναι η πρώτη φράση του κύριου άρθρου του πρώτου τεύχους: «Η Γαλλία περιέχει […] τριάντα έξι εκατομμύρια υπηκόους, χωρίς να υπολογίζονται οι υπήκοοι της δυσαρέσκειας!».

Μέσω της εφημερίδας αυτής, ο Ροσφόρ επετίθετο στον αυτοκράτορα και τις αδυναμίες του καθεστώτος με τρομερά ευρηματικό τρόπο – σχεδόν μέσω της φάρσας! Το καθεστώς, βέβαια, δεν δέχτηκε αυτές τις επικρίσεις και κίνησε πολυάριθμες νομικές διαδικασίες. Μετά την απαγόρευση της δημόσιας πώλησης, ο Ροσφόρ οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου του επιβλήθηκε αυστηρό πρόστιμο και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Αναγκάστηκε να καταφύγει στις Βρυξέλλες για να γλιτώσει από την αστυνομία.

Στο Βέλγιο βρήκε όμως νέο σύμμαχο: τον μοναδικό σπουδαίο Γάλλο λογοτέχνη που ήταν υπέρ της Κομμούνας. Τον Βικτόρ Ουγκό! Ετσι, η εφημερίδα συνέχισε να πωλείται στο Παρίσι, στα κρυφά αυτή τη φορά. Υπό την προστασία του Ουγκό και της εξορίας, ο Ροσφόρ συνέχισε πιο δυναμικές επιθέσεις, έχοντας γίνει ορκισμένος εχθρός των βοναπαρτιστών.

Η εφημερίδα του δεν είχε μόνο σοβαρά άρθρα κατά του καθεστώτος, αλλά πολύ συχνά υιοθετούσε ένα ελαφρύ, πιο λαϊκό και πιο «καμπαρετζίδικο» ύφος, κοντά στους ανθρώπους του πνεύματος, της δημιουργίας και του λόγου – αυτούς που αργότερα θα σύχναζαν στα καμπαρέ της Μονμάρτρης.

Τα λογοπαίγνια και τα αστεία, ο σατιρικός, ειρωνικός τόνος της εφημερίδας «μάγευε τους αστούς, τους οποίους κατήγγελλε» (όπως διαβάζουμε σε κείμενα άλλων δημοσιογράφων της εποχής). Σε ένα τεύχος της παρουσιάζει στο εξώφυλλο μια τεράστια, φθονερή, μαύρη φιγούρα ενός ιερωμένου, γράφοντας από κάτω: «Ιδού ο εχθρός!».

Στο Παρίσι του 1880 όλα τούτα… Το φαντάζεστε ένα παρόμοιο πρωτοσέλιδο σήμερα; Που είμαστε… μόλις 150 χρόνια μετά;

Προσωπικά δεν πιστεύω πως μπορεί να βγει παρόμοιο πρωτοσέλιδο σε καμία χώρα σήμερα. Βαδίζουμε στα μέσα του 21ου αιώνα, έχουμε ξεπεράσει χρονικά κάθε μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας κι όμως… 150 χρόνια πριν ο λόγος ήταν πιο ελεύθερος.

Η κοινωνία πιο ανεκτική (αν και όχι πολύ περισσότερο). Η φαντασία και η ελευθερία του συντάκτη άντεχαν να αποτυπωθούν στο χαρτί… Στ’ αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει «πρόοδος» είπαμε;