Πώς γίνεται αντιληπτή και πώς βιώνεται η οικογενειακή ή όχι «παράδοση»; Συνήθως η «παράδοση» χρησιμοποιείται ως ο λόγος ύπαρξης του «εκσυγχρονισμού», στο πλαίσιο μιας γενίκευσης που αποκτά χαρακτηριστικά «προκατάληψης».
Μόνο που η «παράδοση» συναπαρτίζει τους τρόπους παρουσίας του ιστορικού παρελθόντος –τόσο του «μικρόκοσμου» όσο και του «μακρόκοσμου»- στο εκάστοτε παρόν: ως διαιώνιση, αναθέρμανση, μεθερμηνεία και «κατασκευή».
Ετσι η «παράδοση» διαπερνά το πλέγμα των συντελεστών συγκρότησης του υποκειμένου. Δηλαδή, της κοινωνικής του «ταυτότητας» σε δεδομένη «κοινότητα» πρακτικών και συμβολικών αγαθών, όπως για παράδειγμα είναι η κηδεία.
Οι «μορφές ζωής» εξακολουθούν να εσωτερικεύονται ως γνώμονας αυτοαναγνώρισης των υποκειμένων. Προφανώς με την οικείωση-βίωση γνώσεων, συμβόλων, μηνυμάτων, ταξινομιών και σχέσεων που έχουν ως όριο αναφοράς την «ετερότητα». Επομένως η «παράδοση» συνιστά διαρκή «μαθητεία» ως προσωπική συμμετοχή στη συλλογική μνήμη.
Σε ό,τι δηλαδή αναπαράγεται μέσω των καθημερινών πρακτικών σημασιοδότησης των υποκειμένων, «συμβατικών» και ηλεκτρονικών. Γενικεύοντας, τόσο στην «παράδοση» όσο και στον «εκσυγχρονισμό» προέχουν οι τρόποι αντιμετώπισης του παρόντος. Μέσα όμως από μια διαφορετική οπτική και στάθμιση των δεδομένων και των προοπτικών του.
Οι «κοινότητες οικειότητας» δεν στοιχειοθετούνται με ένα αίσθημα «νοσταλγίας» γι’ αυτά που χάθηκαν και δύσκολα θα επανέλθουν; Αν, αντίθετα, διέπονται από μια ενεργητική κατανόηση των όρων εκδίπλωσης του εργάσιμου και του υπό διάθεση χρόνου, τότε η προσοικείωση του καινούργιου δεν σημαίνει βραδύκαυστη ανάλωση συνταξιούχων ή απόμαχων, αλλά δράση παντοτινών εραστών της «κοινωνικής λογικής».
Ισχυε και στην Ιρλανδία της δεκαετίας του ’60, κοντά στο Δουβλίνο, το «τα εν οίκω μη εν δήμω»; Μπορώ να αποφανθώ ότι πρόκειται για ρήση παρωχημένη; Η οντολογία όμως της δυαδικότητας, που εξακολουθεί να ονομάζεται «οικογένεια», αποτελεί τη στοιχειώδη μορφή πληρότητας του όντος. Εφόσον ο ένας ή η μία δεν κάνει χωρίς την άλλη/τον άλλο, ακόμη και στον μεσημβρινό ύπνο.
Η αμοιβαία συμπλήρωση ως αλληλοπεριχώρηση προκύπτει από την πιο μικρή «παρέα» ή από την πιο μικρή «κοινότητα οικειότητας», όπου χτίζεται -μια ολόκληρη ζωή- ο ελάχιστος τόπος για να μαθαίνουμε και να ελπίζουμε. Η δυάδα επιτελεί ρόλο αμοιβαίου καθρέφτη σε συνθήκες συνεργασίας, συντροφικότητας και αγάπης: «Εμείς οι Ιρλανδοί είμαστε φοβερό έθνος. Αρκεί να είμαστε ελεύθεροι και ενωμένοι»…
Ως εστία τού συν-είναι ο οίκος (και ό,τι αυτός συνεπάγεται) διασφαλίζει την αντικατάσταση των «ρόλων» όσων συμβάλλονται σ’ ένα ενιαίο πεδίο προθετικότητας για την περιστολή του αγοραφοβικού πλέγματος που τους συνέχει χωρίς να τους συνθλίβει. Ως θεσμός ενσωμάτωσης η οικογένεια μπορεί να απομειώνει ή να διπλασιάζει τις δυνάμεις του όντος;
Η δισυπόστατη υφή της συν-ουσίας, ως αγοραφοβική και συνάμα χειραφετητική, είναι το ακριβέστατο «αρχείο» των περιπετειών του όντος. Καταγράφει σχέσεις και πράξεις «περι-ουσίας», «εξ-ουσίας», «παρ-ουσίας» και «απ-ουσίας». Δηλαδή, ό,τι αφορά τα υπάρχοντα και τα συμβολικά αγαθά των μετόχων του «συν-είναι». Ο,τι τους καθιστά διαρκώς παρόντες και συνάμα ό,τι θραύει επώδυνα τους δεσμούς συνεπαφής.
Οίκοθεν νοείται ή αυτονόητο είναι ότι ο οίκος ανάλογα με την ηλικία των μετόχων του συνεπάγεται κάθε φορά ξεχωριστή δέσμη δικαιωμάτων. Οπως για παράδειγμα κατά την «τέταρτη ηλικία» θα μπορούσε το σπίτι να μετασχηματισθεί σε γηροκομείο ή σε «πανσιόν για ηλικιωμένους». Για τούτο μπορεί και το τυχαίο να εμβαπτισθεί σε περιβάλλον «οικειότητας», οσοδήποτε απρόσμενο και σκληρό κι αν είναι. Με κατακλείδα: «Γιατί να απαλλαγείς από την αγάπη, γιε μου;»…
Ενας «δήμος» λοιπόν ο οίκος μέσα στον δήμο, γειωμένος και συνάμα έτοιμος για απογείωση. Μάλιστα όσο πιο «ανώνυμοι» αυτοί -prima vista- εμφανίζονται τόσο πιο «επώνυμοι» παίχτες μπορεί να αποδεικνύονται.
Οσο για την υποτιθέμενη «ανεμελιά» που τους διακατέχει, και στη δική τους περίπτωση ισχύει ότι η ευθεία οδός που συνδέει σχεδιασμό και πραγματοποίηση ή ανίχνευση και τελεσφόρα αποβλεπτικότητα ονομάζεται επακριβώς «ευθύνη». Προφανώς οι «κοινότητες» αυτές δεν αφορούν αποκλειστικά τους πολίτες ενός «κράτους-έθνους», αλλά και ό,τι τους ταξινομεί ως «μη πολίτες».
Οσο για τη φτώχεια, συναρτάται με την κατώτερη κλίμακα της μισθωτής εργασίας. Γενικότερα, προκύπτει ως αποτέλεσμα της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής σύστασης των ταξικών διαιρέσεων που επιφέρουν έλλειψη κοινωνικής προστασίας και οδεύουν ακόμη και σε συνομιλίες με τον θάνατο.
Ανασυντάσσω εδώ μια σειρά προβληματισμών που προκύπτουν από το έργο «Da» (τα παραθέματα είναι από την πρόσφατη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου) του Hugh Leonard. Πρόκειται ξανά για μια εξαιρετική θεατρική παράσταση, σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια και με τον υποδειγματικό Γρηγόρη Βαλτινό στον πρωταγωνιστικό ρόλο, τον οποίο συνοδεύει επαρκέστατα πλειάδα συναδέλφων του.
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
