Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας κλείνει φέτος 104 χρόνια ζωής, αν και από το ξεκίνημά της η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) υπήρξε πεδίο έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων αλλά και κυβερνητικών παρεμβάσεων για τον έλεγχό της!

Μόλις λίγους μήνες από την ίδρυση της ΓΣΕΕ, τον Οκτώβριο (Νοέμβριο με το νέο ημερολόγιο) του 1918, έγινε η πρώτη μεγάλη ρήξη, με αφορμή τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς. Τότε, η πλειοψηφία των έξι μελών της διοίκησης, υπό τον ακραιφνή «βενιζελικό» Εμ. Μαχαίρα, καθαίρεσε «πραξικοπηματικά» τα άλλα πέντε μέλη της διοίκησης, τους σοσιαλιστές, από τους οποίους η κυβέρνηση Βενιζέλου συνέλαβε τους τέσσερις (ένας διέφυγε) και τους εξόρισε στη Φολέγανδρο.

Παρ’ όλα αυτά οι κυβερνήσεις Βενιζέλου, στο πλαίσιο του φιλελεύθερου αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους, θεωρείται ότι προώθησαν τον συνδικαλισμό με τον νόμο του 1914 «περί σωματείων» και βοήθησαν στην ίδρυση της ΓΣΕΕ, επιδιώκοντας, όμως, η δράση τους να μην ξεπερνάει τα όρια του αστικού καθεστώτος.

Γι’ αυτό, όπως περιγράφει ο Γ. Κορδάτος, βασιζόμενος σε γραπτή μαρτυρία του Αβραάμ Μπεναρόγια, από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης της Συνομοσπονδίας και του ΣΕΚΕ (πρόδρομου του ΚΚΕ), το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ χαρακτηρίστηκε από «παρασκηνιακάς επιρροάς» και θυελλώδεις συζητήσεις, ενώ πολλές φορές απειλήθηκε οριστική ρήξη. Ωστόσο, το συνέδριο, παρά τις εντάσεις, ολοκληρώθηκε, καθώς μέσα στην εργατική τάξη είχε ωριμάσει η ιδέα για συνενώσεις των σωματείων.

Γι’ αυτό, η ίδρυση της ΓΣΕΕ συνοδεύτηκε με την ίδρυση και μιας σειράς ομοσπονδιών, όπως Υποδηματεργατών, Αρτεργατών κ.ά. Είχαν προηγηθεί άλλες τρεις αποτυχημένες προσπάθειες για συνένωση των εργατικών οργανώσεων της χώρας σε μια κεντρική συνδικαλιστική οργάνωση. Η πρώτη έγινε το 1911 από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ιδρύθηκε το 1910), η δεύτερη το 1914 με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και μια τρίτη έγινε το 1916 από το Εργατικό Κέντρο Πειραιά (ιδρύθηκε το 1912).

Η καθοριστική προσπάθεια ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1918 από τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης και το αθηναϊκό συνδικάτο «Πρόοδος». Από την πρώτη στιγμή οι συνδικαλιστές του Πειραιά διεκδίκησαν τα πρωτεία, εν μέρει δικαιολογημένα, καθώς όπως φαίνεται και από την απογραφή εργατών Αθηνών-Πειραιώς του 1917, ήταν η μεγαλύτερη εργατούπολη με 30.746 εργάτες, που αντιστοιχούσαν στο 29,5% του συνολικού πληθυσμού.

Στην Αθήνα, οι εργάτες ήταν αριθμητικά περισσότεροι (33.456), αλλά αντιστοιχούσαν μόλις στο 15,09% του πληθυσμού. Απ’ αυτούς μόνο 8.374 (ποσοστό 25,03%) ανήκε σε σωματεία. Αντίθετα, στον Πειραιά ανήκε σε σωματεία το 40,16% των εργατών, που ανέρχονταν σε 12.349. Γι’ αυτό, οι αντιπρόσωποι του Εργατικού Κέντρου Πειραιά απαίτησαν οι εργασίες του συνεδρίου να ξεκινήσουν από την Αθήνα και ακολούθως να συνεχιστούν στην πόλη τους. Επίσης, πέτυχαν, παρά τις αντιδράσεις των «Αθηναίων», να οριστεί ο Πειραιάς έδρα της ΓΣΕΕ, όπου παρέμεινε για τα επόμενα 20 χρόνια.

Σημείο τριβής ήταν ο τρόπος εκπροσώπησης. Οι άνθρωποι του ΕΚΠ, μεταξύ των οποίων και ο Μαχαίρας, προτείνουν τη συμμετοχή αντιπροσώπων μόνο από εργατικά κέντρα αλλά οι σοσιαλιστές, εκπρόσωποι της Θεσσαλονίκης, προτείνουν και τελικά υπερισχύει κάθε σωματείο να στείλει έναν ή δυο αντιπροσώπους, ανάλογα με τον αριθμό των μελών του, που θα εκλεγούν σε γενική συνέλευση. Επίσης, ορίζεται αριθμός αντιπροσώπων για εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες.

Τελικά, το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ πραγματοποιείται από τις 21 μέχρι και τις 28 Οκτωβρίου 1918 (3-10 Νοεμβρίου 1918, με το νέο ημ.). Ξεκίνησε στο Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο, στην Αθήνα και συνεχίστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Φως», στην οποία διευθυντής ήταν ο Μαχαίρας, στο συνέδριο πήραν μέρος 252 αντιπρόσωποι (άλλες εφημερίδες της εποχής ανέφεραν 212) από 200 σωματεία, 10 εργατικά κέντρα και τέσσερις ομοσπονδίες, που αντιπροσώπευαν 60.000 οργανωμένους εργάτες από 20 πόλεις.

Η ίδρυση της ΓΣΣΕ και η πρώτη διάσπαση

Στο συνέδριο εμφανίστηκαν τρεις βασικές τάσεις:

Η πρώτη εκφραζόταν από την ομάδα του Μαχαίρα, ή το «κόμμα» των Πειραιωτών, όπως λεγόταν. «Ενας συρφετός ακαθόριστος», κατά τον Μπεναρόγια. Συμμετείχαν οι περισσότεροι αντιπρόσωποι του Πειραιά, λιμενεργάτες και αρκετοί αντιπρόσωποι νησιών. Υποστήριζαν ότι τα σωματεία πρέπει να μείνουν μακριά από κάθε πολιτική και ήταν κατά της αρχής της πάλης των τάξεων.

Η δεύτερη τάση, των «Αθηναίων», υποστήριζε ότι ο αγώνας για τη βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης δεν έπρεπε να συνδέεται με πολιτικά ζητήματα.

Σ’ αυτή συμμετείχαν εκπρόσωποι του Εργατικού Κέντρου Αθήνας και ορισμένοι από κέντρα της Πελοποννήσου.

Η τρίτη τάση και η ισχυρότερη ήταν η σοσιαλιστική. Εκφραζόταν κυρίως από τους αντιπροσώπους του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης αλλά και άλλων σωματείων. Υποστήριζε ότι η εργατική τάξη είναι αντίπαλη της αστικής και πως δεν πρέπει να ενδιαφέρεται μόνο για τη διεκδίκηση των άμεσων αιτημάτων αλλά να τα συνδέει με τη γενική πάλη για την ανατροπή της εξουσίας.

Παρά το ότι οι σοσιαλιστές κατάφεραν να περάσουν στο καταστατικό της ΓΣΕΕ τις θέσεις τους για την πάλη των τάξεων και πως η Συνομοσπονδία θα πρέπει να είναι έξω από κάθε αστική επιρροή (με 158 ψήφους υπέρ, 21 κατά και 1 αποχή), στη διοίκηση επικράτησαν οι πρώτοι, με επικεφαλής τον Μαχαίρα, οι οποίοι είχαν και την κυβερνητική υποστήριξη.

Μετά τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1919 και τις απεργίες που ακολούθησαν για την απελευθέρωση των εξόριστων συνδικαλιστών, οι «βενιζελικοί» θα χάσουν την πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ και δεν θα την αποκτήσουν ξανά παρά μόνο μετά το 1929.