Τυρόπιτα με σφολιάτα. Ηθελε τυρόπιτα με φέτα μέσα και η ζύμη να είναι απ’ αυτή τη ζύμη που τρίβεται. Δεν άντεχε, της έτρεχαν τα σάλια μόνο και μόνο στη σκέψη του τραγανού φύλλου της με τη συγκεκριμένη μυρωδιά του βουτύρου που ανέδιδε όταν τη δάγκωνες και τη λιωμένη φέτα-κρέμα που ξεχείλιζε και σου έκαιγε τα χείλη, αν τυχόν και βιαζόσουν και τη δάγκωνες καυτή.
Μια τυρόπιτα σφολιάτα με φέτα… Μόνο μία; Σκεφτόταν. Ούτε που καταλάβαινε για πότε έφτανε κάτω από τη μέση της τυρόπιτας με τρεις μπουκιές. Ακόμα δύο μπουκιές και την είχε τελειώσει. Οταν έτρωγε τη δεύτερη, άρχιζε να νιώθει τη γεύση της.
Τη «σαγήνη» αυτή τη γνώριζε πια, έτσι ξεκινούσε η περιπέτειά της, σαν μαγεμένη ακολουθούσε τη διαδικασία της πολυφαγίας. Ολα ήταν επαναλαμβανόμενα. Αδιαπραγμάτευτα. Υπήρχε συγκεκριμένη σειρά. Πώς ξεκινούσε και πώς κατέληγε στο ανεξέλεγκτο… Ετσι το ονόμαζε: «το ανεξέλεγκτο». Οταν της «καρφωνόταν» η εικόνα της τροφής στο κεφάλι, ήξερε ότι είχε χάσει το παιχνίδι…
Μπισκότα είχε δει ή είχε φανταστεί; Δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρει μπισκότα. Σαν να ζούσε τη διαδικασία πριν ακόμα τα αγοράσει. Γνώριζε πώς θα τα άνοιγε ψάχνοντας με αδημονία την ταινία που πιάνεις την άκρη της και ξεδιπλώνεις το περιτύλιγμα, τη μυρωδιά τους, τη βουτυράτη γεύση τους, τον όγκο της γλυκιάς μάζας έτοιμης να κατέβει από το στόμα στον οισοφάγο. Και ήταν πάντα γεμιστά μπισκότα σοκολάτας, η μεγάλη συσκευασία, και πάντα χρειαζόταν αρκετά πρώτα μπισκότα για να «ησυχάσει» και να μειωθεί η «φρενίτιδα» που την έπιανε και την οδηγούσε στην ανεξέλεγκτη κατάσταση.
Τρόμαζε. Φοβόταν πως δεν θα σταματούσε να τρώει. Ντρεπόταν που εξαρτιόταν από τις γευστικές επιθυμίες της. Μετά ένιωθε επιτακτική την ανάγκη να τιμωρηθεί, κάτι σαν κάθαρση. Κάτι σαν έλεγχο. Και ξαναέλεγχε τις σκέψεις, τις εικόνες, τις μυρωδιές έξω από φούρνους και εστιατόρια.
Ωστόσο δεν άντεχε άλλο. Την αηδία από όλες αυτές τις μπερδεμένες ποσότητες τροφών που ανακάτευε και κατανάλωνε κι έπειτα τη μείωση της ποσότητας της τροφής στο ελάχιστο για να χάσει βάρος, που όμως, εξακριβωμένα, την οδηγούσε στην επόμενη βουλιμία.
Πολύ συχνά αισθανόταν απελπισμένη, δεν είχε σταθερότητα και διάρκεια η διατροφή της. Καταλάβαινε πια ότι όταν βρισκόταν σε συναισθηματική ένταση, κατέφευγε στην τροφή.
Στη διαταραχή βάρους χρειάζεται να δημιουργηθεί μια προσωπική «συνέχεια». Να μη διακόπτεται ποτέ η διατροφή που ακολουθεί κάποιος, ακόμα κι αν έχει παρασυρθεί στη χειρότερη πολυφαγία της ζωής του.
Χρειάζεται να επιστρέψει στην υγιεινή, σταθερή διατροφή που του έχει δοθεί και παράλληλα να εκφράσει και να μοιραστεί αυτό που του συμβαίνει, δηλαδή να μιλήσει. Το να παρατήσει τη δίαιτα αποτελεί αυτοτιμωρία.
Να μην αφήσει τη βουλιμία στη σιωπή. Να την περιγράψει.
Στον άνθρωπο με διαταραχή βάρους αναλογεί να ακούσει και να δει τον εαυτό του, ό,τι κι αν πράττει (ό,τι κι αν τρώει) ή και ό,τι δεν πράττει ( ό,τι κι αν παραλείπει από τα υγιεινά του γεύματα) στη διάρκεια της προσπάθειας αδυνατίσματος. Μόνο έτσι θα μπορέσει να δικαιολογήσει τον εαυτό του.
Επειδή θα έχει κατανοήσει τις συμπεριφορές του. Θα έχει κατανοήσει ότι οι πολυφαγίες -είναι σαν μια κρίση- έχουν αρχή, μέση (κορύφωση) και τέλος. Οτι δεν επιτρέπεται η αυτοτιμωρία, γιατί σε οδηγεί στην επόμενη βουλιμία πιο γρήγορα, ότι πρέπει ο ίδιος, με τον δικό του τρόπο, να αποκτήσει κάποια δεδομένα που θα λειτουργήσουν σαν τα όρια ασφαλείας του και δεν είναι παρά σταθερές τροφές καθημερινά: φρούτα, σαλάτες, δημητριακά.
Το σπουδαιότερο όμως είναι να κατανοήσει ότι δεν φταίει που παχαίνει…
