ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την προηγούμενη Δευτέρα (29/8) «έκλεισαν» 73 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου. Ενός πολέμου που έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον ΕΛΑΣ ουσιαστικά. Ακριβώς για να μην πάρει το ΕΑΜ, ο λαός δηλαδή, την εξουσία. Ο ελληνικός εμφύλιος θεωρείται η πρώτη πράξη του Ψυχρού Πολέμου.

Για την Ελλάδα, ήταν ο πόλεμος με τις περισσότερες απώλειες τα τελευταία σχεδόν 200 χρόνια. Οι απώλειες αυτές δεν μετριούνται ωστόσο μόνο σε ανθρώπινα σώματα, αλλά και σε ψυχές, των οποίων το τραύμα δεν έχει κλείσει ακόμα. Οι πληγές του Εμφυλίου είναι χαίνουσες και σήμερα, 73 χρόνια μετά, και φράσεις όπως «εμφυλιοπολεμική» ή «μετεμφυλιακή ρητορική και δράση» έχουν επανέλθει στο προσκήνιο εξαιτίας (και) των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων.

Γυρίζοντας στο τότε, όπως ακριβώς έχει προβάλει στα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ του ο Πατρίσιο Γκουσμάν για τις μάνες που έψαχναν τα σώματα των δολοφονημένων παιδιών τους στην έρημο και στα βουνά της Χιλής, μετά τη δικτατορία του Πινοσέτ, με τον ίδιο τρόπο περιγράφει και μια αγρότισσα μάνα το πώς ψάχνει το δικό της παιδί, που δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου. Η τόσο προσωπικά (αλλά και εθνικά) τραγική αυτή μαρτυρία καταγράφηκε από την Ελλη Παπαδημητρίου («Μια ζωή, όλη η Ιστορία», «Εφ.Συν.», 9/7/2022) και υπάρχει στο βιβλίο της «Κοινός Λόγος».

Το έργο έγινε θεατρικό, ως η πρώτη παράσταση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου πριν ακόμα διαμορφωθεί σε θέατρο: η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά στα χαλάσματα της αποθήκης του Φιξ το 1997, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Τον κάτωθι μονόλογο ερμήνευσε συγκλονιστικά τότε η σπουδαία ηθοποιός Σούλα Αθανασιάδου, που έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο, ωστόσο οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε για τον θάνατο της τον Ιούλιο. «Το θέατρο του Νέου Κόσμου κι εγώ προσωπικά αφιερώνουμε στη μνήμη της αυτή την αφήγηση που την εξιστορεί μια αγρότισσα μάνα την περίοδο του Εμφυλίου και την ερμήνευσε συγκλονιστικά η Σούλα Αθανασιάδου», μας λέει ο κ. Θεοδωρόπουλος.

Εξιστορεί μια αγρότισσα μάνα

«Περιμέναμε το χειμώνα και τότες ήβγαμε, ήρθαμε σε δυο μαγαριά, δυο μάχες. Τους γυρεύαμε στο χορτάρι μέσα, που γίνεται μισό μπόι απ’ τις δροσιές, λίγο λίγο να σκάψεις, τρέχει νερό. Και οι φτέρες στρώμα! εδώ γεμίζανε τα παιδιά τα βαρελάκια τους. Παρακάτω, στο στενό κατάμεσα στήσανε πέτρες και πολεμήσανε.

Απ’ το χωριό πήραμε κρασί, στραγάλια, σταφίδες, ένα ρόδι. Στο τελευταίο χωριό, μας έδωσε τσάπα μια γριά, που μας κοίμησε. “Να πάτε, να πάτε στο καλό, να τα βρείτε τα παιδιά μας, εγώ δεν ξέρω κατά πού να πάω, γήτανε φευγάτος ο δικός μου εγγονός, πέρασε θάλασσα και πήε, αλίμονο!”. Στο δρόμο απαντήσαμε κι άλλες γυναίκες φορτωμένες χόρτα: “Πού πανταπάτε; Πας πάτε για τα παιδάκια σας;”.

Η μια μας είπε τον αγώνα της, πώς κίνησε πριν καταπάψει ο πόλεμος, της δείξανε πού ήτανε ο γιος θαμμένος, μάζεψε βράχια και του ’κανε σταυρό, πήγαν απ’ το κοντινό χωριό οι άλλοι και τον χαλάσανε, και το ’μαθε και ξαναπήγε μες στις φωτιές, της ξαναγκρεμίζουνε τα σημάδια οι Μάυδες. “Μα πώς να το βαστάξω, πώς να σ’ έχω περιφρονημένο, να σ’ έχουνε περιφρονημένο και στο θάνατο, γιε μου… αμ, σας θα περάσει, σκυλιά; Πήρα και σημάδεψα κείνο το μέρος όλο με ασβέστη, έφεξε σα μάρμαρο!”. “Και ’μεις τα ίδια, κι άλλες πόσες ακόμη, ψάχνομε!’.

Απ’ το Στενό παραπάνω είναι τα τρία Ελάτια κι από κει “ενούς τσιγάρου δρόμο, τραβήξτε δεξιά”, μας ορμήνεψε κείνος ο φυλακισμένος αντάρτης. Και να ιδείς κείνα τα δέντρα του βουνού, τα πήζουνε οι πρωινές δροσιές και οι πάχνες και κρυσταλλιάζουνε, άμα ψηλώσει ο ήλιος πες πως λάμπουνε αναμμένοι πολυέλαιοι, τα μάτια θαμπώνουνε απ’ το κλάμα κι απ’ τη λάμψη. Στα πουρνάρια κρέμουνται τα μούσκλια σα γονίδι μελισσσιού, θρέφουνε και κρεμούνε στο απάγκιο του δέντρου, απ’ του Νοτιά τη μεριά, όσοι χάνουν το δρόμο στο δάσος, απ’ τα μούσκλια γνωρίζουμε Νοτιά και Βοριά – μας το ’λεγαν αυτοί! Μες στους λόγκους είχανε αυτοί γιατάκια, κρυμμένοι σα τ’ αγρίμια, παιδί μου, έχουνε ψυχή και βαστούνε, ας μην κερδίζομε.

Κι ένα κοριτσάκι, το ’στειλε η γριά μαζί μας. Αμα φτάξαμε, άνοιξε τα χεράκια του και μας είπε: “Από δω κι από κει να σκάψετε”. Και μου λέει η νύφη μου: “Ε μάνα, τον ήβραμε τάχα τον Μανόλη;”. Πέτρες ήτανε πολλές, χωμένες στο χώμα, και καταμεσής μιαν ίσια πέτρα σα χτιστή, με τα νύχια σκάβαμε και σκούζαμε, γυρίζαμε γύρω γύρω, βάθυνε ο λάκκος, τους σκάβουνε πιο βαθιά οι σύντροφοι, ένα μπόι για προφύλαξη, μην τους βρούνε οι άλλοι. Κι άξαφνα φανήκανε τα κοκκαλάκια της κεφαλής, σα μαργαριταρένια, κόρες μου, πιάσαμε το θρήνο και ψάχναμε και κοσκινίζαμε, ήβραμε κομμάτι χακί, ήβραμε κουμπιά, κόπτσες, αχ, σου φεύγει το αίμα τέτοιες ώρες, σαν το ξερό σφουγγάρι γίνεσαι, ήβραμε κι ένα ποδάρι, όχι τ’ άλλο. Τάχα λιώνουνε κάμποσα κόκκαλα πιο καλά, τάχατε ήτανε το παιδί σακατεμένο;

Μαζέψαμε και τα κουμπιά και τα φιλούσαμε, “γιε μ’, που σου τα ’ραψα μια νύχτα που κατέβηκες κρυφά”, κι ο τόπος, καλέ, μοσχοβολούσε, καθώς τ’ αποθέσαμε όλα σ’ ένα κάτασπρο μαντήλι, όμορφα όμορφα, “σταθείτε, λέω, μην απλώσει άλλη καμία!”. Κι άρπαξα εγώ τη μασέλα του στη φούχτα μου, γνώρισα ένα χρυσό δοντάκι που το ’χε από μικρός που πήγαινε σχολείο, τον είχε πάει ο μπάρμπας του στη Χώρα. Πλύναμε τα κόκκαλα όλα με κρασί, κόψαμε δυο κλώνους έλατο, στρώσαμε πάνω τ’ άσπρο μαντήλι, και πάλι άλλο ένα μεταξωτό. “Αχ γιόκα μου, εσύ ’σαι; Ο λιόντας, ο πεύκος μου, και σε βαστώ σ’ ένα δεματάκι, ωχ, στην αμασκάλη…”».


? Το βιβλίο «Κοινός Λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θέατρο του Νέου Κόσμου/ Νέα Σκηνή Τέχνης