ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από μερικές ημέρες η πληροφορία πως κατά τη διάρκεια του ρωσο-ουκρανικού πολέμου υιοθετήθηκαν παράνομα περισσότερα από 1.000 παιδιά απασχόλησε τον διεθνή Τύπο. Βάσει των κατηγοριών που απηύθυνε το Κίεβο στη Μόσχα, τα απαχθέντα μωρά μεταφέρθηκαν παράνομα από τα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη –και συγκεκριμένα τη Μαριούπολη– σε περιοχές της Ρωσίας, όπου και κανονίστηκε η παράνομη υιοθεσία τους από Ρώσους πολίτες.

Πριν από χρόνια, η Μόνικα Ταρντούτσι, αναφερόμενη στα κλεμμένα παιδιά της Αργεντινής κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Βιντέλα, είχε θίξει τη σχέση υιοθεσίας και βίας. Η Αργεντινή κοινωνική ανθρωπολόγος είχε αναλύσει τη σύνδεση μεταξύ εμπορίας παιδιών και διακρατικών υιοθεσιών στη Λατινική Αμερική εγείροντας σοβαρά ερωτήματα γύρω από τον τρόπο εισαγωγής αυτών των παιδιών στο νέο συγγενικό σύστημα και κατ’ επέκταση γύρω από την αναπτυξιακή του πορεία.

Οι γονείς –βάσει της θεωρίας τής Signe Lise Howel– ενσωματώνουν ένα υιοθετημένο παιδί στο συγγενικό τους σύστημα μέσα από τη διαδικασία της μετουσίωσης. Με αυτόν τον τρόπο περιέγραψε η Νορβηγή κοινωνική ανθρωπολόγος τη διαδικασία εισαγωγής ενός διακρατικά υιοθετημένου παιδιού, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θετοί γονείς μεταδίδουν την αίσθηση του ανήκειν στο υιοθετημένο παιδί.

Σύμφωνα με τη θεωρία της Ταρντούτσι, τα τελευταία χρόνια οι θετοί γονείς του δυτικού κόσμου υπακούουν στην τάση της «ανοιχτής υιοθεσίας», όπου ενθαρρύνουν τα υιοθετημένα παιδιά να γνωρίζουν τον τόπο καταγωγής τους και να δημιουργούν δεσμούς με τη βιολογική τους οικογένεια.

Με ποιον τρόπο θα γνωρίσουν τον τόπο προέλευσής τους τα «κλεμμένα παιδιά της Μαριούπολης»; Τι είδους συναισθηματική πρόσδεση θα επιτύχουν με τους θετούς τους γονείς; Θα κληθούν να διαγράψουν ή όχι το παρελθόν τους; Κατά πόσο οι θετοί γονείς –που έχουν υπάρξει «εχθροί» της πατρίδας των παιδιών τους– θα μπορέσουν να αποτελέσουν μια ασφαλή βάση για εκείνα;

Αν λάβουμε υπόψη πως το νέο μοντέλο υιοθεσίας δεν βασίζεται στη διακοπή αλλά στη συνέχεια, θα πρέπει να συνδεθούν οι τρεις πόλοι (παιδιά, βιολογικοί γονείς και θετοί γονείς) στον άξονα μιας χρονικής συνέχειας από το παρελθόν προς το μέλλον… Είναι ωστόσο εφικτό αυτό στις περιπτώσεις που τα μωρά απομακρύνθηκαν βίαια από τις βιολογικές τους οικογένειες;

Βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο αυτά τα παιδιά να κατακτήσουν μια ευτυχισμένη ζωή όταν τοποθετηθούν στα «διάφορα μέρη του τριγώνου υιοθεσίας». Ακόμα και στην περίπτωση που αποσιωπηθούν οι ρίζες, το πρώιμο τραύμα του παιδιού θα βρει τρόπο να εκφραστεί δεδομένου πως η αναπτυξιακή πορεία ενός υιοθετημένου παιδιού εξαρτάται από το είδος της κακοποίησης ή της παραμέλησης που έχει βιώσει, από το είδος του αποχωρισμού με τους βιολογικούς γονείς. Οι θετοί γονείς, με τη σειρά τους, θα αναπτύξουν αναπόδραστα αντιδράσεις επηρεασμένοι από το πρώιμο παιδικό τραύμα, κάτι που θα καθιστά πιο δύσκολη την ανάπτυξη δεσμού συναισθηματικής πρόδεσης με το υιοθετημένο παιδί.

Η νέα σκοτεινή πραγματικότητα της Ευρώπης στα χρόνια του πολέμου θυμίζει εκείνη της Λατινικής Αμερικής την περίοδο των δικτατορικών καθεστώτων, αλλά και της Ισπανίας στα χρόνια του Φράνκο ή της Ρουμανίας μετά την πτώση του Τσαουσέσκου. Σε όλες τις περιπτώσεις –όσο διαφορετικές κι αν είναι μεταξύ τους– τα μωρά «διακινήθηκαν» ως πράγματα. Τώρα, ίσως περισσότερο από ποτέ, καθώς η εγγραφή του υιοθετημένου παιδιού πραγματοποιείται στα χρόνια του άκρατου καταναλωτισμού και του παροντισμού.

Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, συνεπώς, μετά από αυτή τη νέα «αρπαγή παιδιών» είναι κάτω από ποιες συνθήκες η υιοθεσία μπορεί να λειτουργήσει ως επανόρθωση, λαμβάνοντας υπόψη πως τα παιδιά εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τις στρατηγικές που είχαν αναπτύξει για να επιβιώσουν σε συνθήκες κακοποίησης ή παραμέλησης, ακόμα κι όταν πια βρίσκονται σε ένα ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον.

Στόχος πάντα –ανεξάρτητα από τη γεωπολιτική των υιοθεσιών, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο σε γεωπολιτικό επίπεδο– είναι η ανάδειξη της μετασχηματιστικής δύναμης της υιοθεσίας, δηλαδή η προσφορά νέων εμπειριών φροντίδας στο παιδί, έτσι ώστε το παιδί να δημιουργήσει νέες εγγραφές και να επιτευχθεί η ψυχονοητική οργάνωσή του.

Τα παιδιά με ψυχικά τραύματα έχουν ανάγκη γονείς με μια ιδιαίτερη ικανότητα να κατευθύνουν αυτή τη διαδικασία έτσι ώστε να μην επιβεβαιώνονται οι αναπαραστάσεις του παιδιού που θέτουν σε κίνδυνο τη φυσιολογική ανάπτυξή του.

Αν μένει κάτι, λοιπόν, να κρατήσουμε, εκτός από το ότι τα παιδιά είναι πάντα θύματα του πολέμου και της φτώχειας, είναι πως η συγγένεια χτίζεται μέσα σε μια επίπονη σχέση. Οι δεσμοί αίματος –αναφέρει η ψυχολόγος Joan Bestard– δεν αποτελούν δεσμούς συγγένειας, καθώς οι συγγενικοί δεσμοί δημιουργούνται μέσω της σίτισης, της φροντίδας και της στοργής. Οι θετοί γονείς –όποιοι και απ’ όπου κι αν είναι– θα πρέπει σίγουρα να είναι σε θέση να δίνουν φωνή στις μη εκφρασμένες ή διαστρεβλωμένα εκφρασμένες ανάγκες των παιδιών τους…