Ο Τρύφων Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1959. Με το που μπήκε στην εφηβεία της ωριμότητάς του άρχισαν να τον ανακαλύπτουν περιπλανώμενες ιστορίες που έψαχναν συγγραφέα. Υστερα από μια ζωή επιχειρηματία μέχρι τα 40 του, ύστερα από μια ζωή πληροφορικάριου ειδικευμένου σε θέματα που είχαν να κάνουν με μαθηματικά και τεχνητή νοημοσύνη, μια ακόμα εκδοχή ζωής φάνηκε μπροστά του. Συγκέντρωσε και έγραψε αυτές τις ιστορίες σε κάτι που ήθελε να γίνει ένα βιβλίο. Περιμένει κι ο ίδιος με ανυπομονησία τη συνέχεια. Υπάρχουν, λέει, κάποιες σκέψεις που ψάχνουν τρόπο να γίνουν μια μεγάλη ιστορία. Το βιβλίο του «Ενας κόκκος ρύζι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός
«Είμαι ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι, τα χέρια μου κρέμονται πάνω από το laptop που είναι στο πάτωμα και γράφω. Νιώθω το στήθος σου να ακουμπά στην πλάτη μου καθώς γέρνεις πάνω μου και έπειτα μια δαγκωματιά ψηλά στην πλάτη. Προσπαθείς να διαβάσεις αυτά που γράφω στα κλεφτά, κλείνω το καπάκι της οθόνης για να σε εμποδίσω και στρέφω το κεφάλι μου στο πλάι, προς εσένα.»
Γράφεις το βιβλίο;
Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο, είναι μια αφορμή.
Αφορμή για τι πράγμα;
Ερχεται κάποια στιγμή, για πολλούς ανθρώπους που έχουν ανέκαθεν μια καλή σχέση με το γράψιμο χωρίς να ασχολούνται επαγγελματικά μ’ αυτό, που γράφουν ένα βιβλίο…
Είναι καλό που «μη επαγγελματίες» συγγραφείς επίσης γράφουν. Ισως έτσι ανοίγονται και άλλοι ορίζοντες, μεταφέρονται σ’ εμάς εμπειρίες από διαφορετικούς κόσμους, όχι μόνο από τον κόσμο που ζει ένας επαγγελματίας συγγραφέας. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι σε τόσα διαφορετικά επαγγελματικά περιβάλλοντα ασχολούνται με τόσα ενδιαφέροντα και σύνθετα πράγματα, πόσο η σκέψη τους έχει προχωρήσει και γυμναστεί με την εργασία τους. Δεν είναι ένα κέρδος αν κλέψουμε κάτι από αυτούς και δούμε κάποια πράγματα και από τη δική τους σκοπιά; Οσον αφορά εμένα νομίζω ότι το βιβλίο έρχεται σαν ένας συναισθηματικός απολογισμός. Ενώ οι ιστορίες δεν είναι πραγματικές, είναι από μια άποψη αυτοβιογραφικές όσο αφορά τον προβληματισμό, τις σκέψεις, τα συναισθήματα. Οι ιστορίες ήρθαν σε μια στιγμή που ένιωσα ότι είναι καιρός για ένα κοίταγμα προς τα πίσω, μια ανακεφαλαίωση.
Γιατί κόκκοι ρύζι; Είναι τα μικρά pixels μιας γενικότερης εικόνας αυτά τα διηγήματα; Ποια είναι η γενική εικόνα που σχηματίζουν;
Μου αρέσει αυτή η παρομοίωση των κόκκων ρυζιού με τα pixels μιας γενικότερης, μεγαλύτερης εικόνας. Αυτόν τον καιρό συμπίπτουν δύο γεγονότα. Από τη μία η λειτουργία ενός διαστημικού τηλεσκοπίου που κοιτά προς τα όρια του Σύμπαντος, προς το άπειρα μεγάλο. Από την άλλη επαναλειτουργεί ο επιταχυντής του CERN όπου εκεί ψάχνουμε προς το άπειρα μικρό, στα υποατομικά σωματίδια. Η ανθρώπινη κλίμακα στέκεται ανάμεσα στις δύο αυτές κλίμακες. Στην τελευταία ιστορία του βιβλίου, αυτή που δίνει και τον τίτλο της συλλογής, το «Ενας κόκκος ρύζι», ο αφηγητής αναμετράται με δύο τεράστια βουνά από ρύζι. Το ένα είναι το βουνό της σημαντικότητάς του και αποτελείται από όλους τους χαρακτήρες, τα γράμματα που χρειάζονται για να γραφτούν όλες οι ιστορίες της ζωής του. Το δεύτερο βουνό από ρύζι το αποτελούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν τώρα και έζησαν κάποτε στον πλανήτη Γη. Αυτό είναι το δεύτερο βουνό, το βουνό της ασημαντότητας του καθένα μας. Ζούμε ανάμεσα σε αυτά τα όρια. Εκεί βρίσκουμε ως άτομα την πραγματική μας διάσταση. Ανάμεσα στο άπειρα σημαντικό και στο άπειρα ασήμαντο. Ο καθένας μας είναι μοναδικός, ξεχωριστός αλλά την ίδια στιγμή και τόσο ίδιος, τόσο όμοιος με όλους τους άλλους. Το «ένας κόκκος ρύζι» είναι αυτός ο μοναδικός άνθρωπος ανάμεσα στα βουνά της σημαντικότητας και ασημαντότητάς του.
Τα διηγήματά σας αναφέρονται σε ανθρώπινες σχέσεις, στον πυρήνα τους ερωτικές. Ο ανταγωνισμός των δύο φύλων, η ανάγκη για αποδοχή, για επιβεβαίωση, για αγάπη… Η αντρική ματιά καταγράφει διαφορετικά τα παραπάνω απ’ ό,τι η γυναικεία; Φαίνεται σαν να προσπαθείτε να αφηγηθείτε την ιστορία και από τις δύο πλευρές.
Ναι, αυτό προσπαθώ να το κάνω πάντα, να δω την ιστορία και από τις δύο πλευρές, έστω και αν δεν θεωρώ αυτές τις πλευρές, την «αντρική» και τη «γυναικεία», ως δύο ανταγωνιστικές πλευρές. Ο άνθρωπος, είτε είναι γυναίκα είτε άντρας, κυρίως ανταγωνίζεται με τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, την πραγματικότητά του, τις δυνατότητές του, τα όνειρά του. Τα φύλα είναι πλευρές της μιας μοναδικής ανθρώπινης ύπαρξης. Κουβαλούν διαφορετικά βιολογικά, κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, όμως κάτι τα ενώνει, τα θέλει πάντα μαζί και αυτό είναι αναπόδραστο και πολύ όμορφο συνάμα. Γεννιόμαστε με έναν προγραμματισμό που μας θέλει ερωτευμένους με το άλλο μισό του εαυτού μας – όποιο και αν είναι αυτό.
Ολα τα διηγήματα είναι γεμάτα νερό. Θάλασσα, βροχή, υγρασία… Ως τι ακριβώς τα διαποτίζουν; Είναι ασυνείδητη αυτή η επιλογή; Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με τη θάλασσα, το νερό;
Είναι ασυνείδητο σίγουρα! Αλλά η παρουσία του νερού είναι υπαρκτή και τώρα που το λέτε… έχετε δίκιο! Το νερό συμβολικά αναπαριστά έναν παράγοντα κάθαρσης, ανανέωσης και αλλαγής. Θα πρέπει να το ψάξω. Η θάλασσα είναι ένας ομολογημένος, παλιός και διαρκής έρωτας, κάνω ιστιοπλοΐα, δεν μπορώ να φανταστώ καλοκαίρι χωρίς θάλασσα. Είναι φυσικό να «περάσει» και αρκετή θάλασσα στις ιστορίες μου. Ισως να μην μπορώ να φανταστώ και έρωτα δίχως θάλασσα, στην Ελλάδα ζούμε εξάλλου.
