Η Φένια Παπαδόδημα είναι πράγματι πολύ καλή σε πολλά. Κατ’ αρχάς είναι από τους υπερελάχιστους μη Γάλλους που πέρασε στο Κονσερβατουάρ στο Παρίσι. Συνέχισε ως ηθοποιός, μουσικός, τραγουδίστρια, σκηνοθέτις, συγγραφέας, δραματουργός, καθώς και συγγραφέας (κυκλοφορούν τα βιβλία της «Μια γάτα που τη λέγαν Billie Holiday», «Πωλούνται δάκρυα ελιάς»).
Εχοντας καταπιαστεί κυρίως με μουσικοθεατρικές παραστάσεις, τώρα, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξαναγυρίζει στους ανθρώπους που έχει μελετήσει και αγαπήσει πολύ, όπως οι Σεφέρης και Λορεντζάτος, συνομιλεί με τη ζωγραφική του Γιώργου Κόρδη και συγκεκριμένα την τελευταία του εικαστική σύνθεση-εγκατάσταση «Ανέστιοι Προσφεύγοντες», γράφει μουσική για το τότε και ψάχνει να βρει τους κοινούς δεσμούς των τελευταίων 100 χρόνων.
Την πετύχαμε στην Ανδρο, όπου έκανε ολιγοήμερες διακοπές, λίγο πριν ξεκινήσει πρόβες για την παράσταση: «Λέμε “διακοπές”, αλλά ποιες διακοπές; Στην παράσταση μιλάμε γι’ αυτό που ονομάζω, επηρεασμένη από τον Σεφέρη, “μηχανή της προσφυγιάς”. Το λένε για το 1922 και να, 100 χρόνια μετά, μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Είναι δυνατόν να πεθαίνουν άνθρωποι δίπλα μας κι εμείς να κοιτάμε “ποιου είναι η νησίδα”; Εχω χάσει τον ύπνο μου με όλα αυτά. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται να βγεις, να πας για ένα φαγητό και να ξέρεις ότι συμβαίνουν τέτοιες τραγωδίες; Προσωπικά μού είναι εξαιρετικά δύσκολο», μας λέει, αναφερόμενη στην πρόσφατη τραγωδία με τους πρόσφυγες στον Εβρο.
«Πάντως ο πρωθυπουργός μια χαρά συνέχισε τις διακοπές του», της λέμε.
«Ούτε θέλω να το σχολιάσω… Αυτό που παρατηρώ είναι πως δεν έχουμε χρόνο, ούτε για να συναισθανθούμε τον άλλο. Πόσο μάλλον να τον ακούσουμε ή να τον κατανοήσουμε. Το θίγουμε και στην παράσταση αυτό: πλέον δεν έχουμε χρόνο ούτε να πονέσουμε. Πόσο μάλλον να συν-πονέσουμε. Αλλά κι όσοι από εμάς νιώθουμε πως συμπάσχουμε, δεν μπορούμε ουσιαστικά να κάνουμε τίποτα, καθώς κάποια πράγματα είναι δρομολογημένα. Οπως έγινε και στη Μικρασία. Εννοώ πως το προσφυγικό δεν έχει σταματήσει κι ούτε πρόκειται. Ούτε γίνεται τυχαία: γίνεται σκόπιμα, εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα. Εμείς, στην παράσταση, αυτό κάνουμε: “ανοίγουμε” το προσφυγικό ζήτημα, φτάνοντάς το στο σήμερα. Η παράσταση βασίζεται στις μαρτυρίες προσφύγων στο τετράτομο έργο από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών με τίτλο “Εξοδος”. Πρόκειται για ένα έργο ζωής του ζεύγους Μερλιέ, που τις συνδέω με το “Οδοιπορικό στην Καππαδοκία” του Σεφέρη. Ο Σεφέρης εκτιμούσε πολύ τη δουλειά των Μερλιέ. Το απίστευτο είναι πως το τετράτομο αυτό έργο δεν υπάρχει πλέον. Και παρότι φέτος κλείνουν 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, κανείς δεν χρηματοδότησε την επανέκδοση αυτή – ούτε το ΥΠΠΟΑ. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι αυτοί οι τόμοι έχουν εξαντληθεί και δεν έχουν επανεκδοθεί!».
Και συνεχίζει: «Από αυτές τις μαρτυρίες καταλαβαίνεις ακριβώς τι συνέβη τότε και σου σηκώνεται η τρίχα. Από το πώς έφτασαν στην Ελλάδα όσοι επέζησαν της καταστροφής, τι είδαν και τι έζησαν εκεί, αλλά τι έζησαν και πώς τους υποδέχτηκαν κι εδώ. Το υλικό αυτό είναι συγκλονιστικό! Οσα ιστορικά στοιχεία κι αν ξέρεις, όταν διαβάζεις τις μαρτυρίες, τότε μόνο καταλαβαίνεις το μέγεθος της τραγωδίας αυτών των ανθρώπων, καθώς και το μέγεθος της βίας και της σκληρότητας της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και της τότε κοινωνίας (με ελάχιστες εξαιρέσεις). Οι περισσότεροι κλείνανε την πόρτα τους στους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ τους υπέβαλλαν και σε βασανιστικές καταστάσεις. Κατ’ αρχάς τους κουρεύανε. Ανθρωποι είχαν πάθει ανακοπή και πέθαιναν γιατί δεν το άντεχαν (όπως μία κοπέλα, νέα και αρραβωνιασμένη, που μόλις έφτασε Ελλάδα την κούρεψαν, δεν άντεξε τον τρόπο που της φέρονταν και πέθανε). Μόνο το 20% των προσφύγων τελικά επέζησε. Οσο για την ίδια την καταστροφή της Σμύρνης, το είχε πει τελικά ο Στεργιάδης, ο ύπατος αρμοστής στη Σμύρνη τότε, πως ο στόχος ήταν “να μη δημιουργηθεί προσφυγικό ζήτημα”… Ακριβώς όπως και τώρα!».
«Είναι απίστευτο το πόσο δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα μέσα σε 100 χρόνια. Στην παράσταση χρησιμοποιούμε και μέρος της αλληλογραφίας του Γιώργου Σεφέρη με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, μεταξύ 1948-1968. Εκεί διαβάζουμε να γράφει ο Σεφέρης πως “οι άνθρωποι είναι η επιδερμική ασθένεια της Αττικής” κι ο Λορεντζάτος πως οι Αθηναίοι είναι σαν “άποικοι, που δεν έχουν καμία επαφή με τον τόπο τους και δεν τους ενδιαφέρει”. Πόσο σύγχρονα είναι όλα αυτά! Παράλληλα, μέσα από αυτά τα κείμενα φαίνεται εντονότερα και η σύγχρονη πνευματική και καλλιτεχνική ένδοια. Δεν υπάρχουν πια κοινότητες – ούτε στον καλλιτεχνικό χώρο. Κατά κύριο λόγο, επικρατεί η απομόνωση. Καθώς και μια τάση στην τέχνη: αυτό που ονομάζουμε “κουλτούρα της ψυχασθένειας”. Δηλαδή η Τέχνη πρέπει να φέρει ψυχασθένεια για να έχει ενδιαφέρον. Αυτό κυριαρχεί στην Ελλάδα σήμερα, αλλά έχει γίνει ήδη εδώ και χρόνια στο εξωτερικό, δεν συνιστά πλέον καμία πρωτοπορία. Από την άλλη, υπάρχουν τεράστια κείμενα (όπως η ποίηση του Σεφέρη) που ξεπερνούν αυτή την ψυχασθένεια. Αν ο άνθρωπος παραμένει στο μικρό του “εγώ” και εγκλωβίζεται εκεί, και το έργο του θα είναι “εγκλωβισμένο”. Το να παρουσιάσεις διεξόδους διαφυγής προς την ομορφιά και την ελευθερία είναι το ζήτημα».
ℹ️ «Εξοδος»
30, 31/8 στις 20.00, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης (Λεωφ. Στρατού 2). Είσοδος ελεύθερη. Προκρατήσεις θέσεων στο digitalculture.gov.gr. Η παραγωγή πραγματοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος «Ολη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2022» του ΥΠΠΟΑ
