ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναμφίβολα, σε ένα τέτοιο ερευνητικό εγχείρημα που εδώ και κάποιες δεκαετίες γνώρισε μια νέα αίγλη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και τα εξής:

α) Η διάκριση σε «εκ των κάτω» και «εκ των άνω» διεργασίες να μην ολισθαίνει σε μια ανιστόρητη διχοτομία, όπως κάποτε την ωθούν εκβιαστικά θιασώτες της «history from below».

β) Η ευκταία είσοδος της «καθημερινότητας» στην «επίσημη» ιστορία να μην υπονοεί την αναζωογόνηση μιας ψυχαναλυτικής ή βιολογίζουσας «Psychohistory».

γ) Ο μικρόκοσμος των συγκεκριμένων υποκειμένων να αντιμετωπίζεται και αυτός ως ένας «μικρός», έστω, κοινωνικός κόσμος που υπακούει όμως σε διακριβώσιμες συντεταγμένες.

δ) Η ισοσθενής παράκαμψη της «συμβαντολογικής» ιστορίας και της «ιστορίας χωρίς πρόσωπα» να συνιστά δυνατότητα για αμοιβαία άρση του «ψυχολογισμού» και του «κοινωνιολογισμού», όποιο κι αν είναι το ερευνώμενο πεδίο.

ε) Η πρόβλεψη να μην τεθεί η κοινωνία ως «αφαίρεση απέναντι στο άτομο» να συνάπτεται με την αξίωση να αντικαθίσταται η «χαοτική παράσταση του όλου» από την «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα».

στ) Σε κάθε περίπτωση το «συγκεκριμένο», καθώς έγραφε ένας από τους παππούδες μας, όποια κι αν εμφανίζονται τα όριά του, «είναι συγκεκριμένο, γιατί αποτελεί τη σύνοψη πολλών καθορισμών».

ζ) Ο,τι κι αν οριοθετηθεί ως «μέρος» ή «μικρό» να συντάσσει την αυτοτέλειά του στους κόλπους των δακτυλίων του «όλου», με διαύλους διπλής επικοινωνίας και όχι με μονόδρομους από τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

η) Η όποια «μικροϊστορία» δεν έχει μόνο να αντιπαρέλθει το –υπαρκτό ή όχι– φόβητρο των «μεγάλων αφηγήσεων», αλλά και τον εγγενή κίνδυνο εγκλεισμού και αυτοπεριχαράκωσης στο «μέρος».

θ) Η ιστορικοκριτική ανασυγκρότηση του «μέρους» θα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται από τον φολκλορισμό των μεθοδεύσεων του «πολιτικώς ορθού» που εισήχθη, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ως «απορρυθμιστική» πρακτική στη διεξαγωγή της έρευνας.

ι) Συμπερασματικά, στο «ιστοριογραφικό τοπίο» της εποχής μας, όπως κι αν το ανασυνθέσουμε, το μικροσκόπιο δεν έχει καταργήσει το τηλεσκόπιο. Ο,τι, τέλος, ισχύει για τον «στενό» και τον «ευρύ» ορίζοντα της θεματικής των εργασιών μας.

H θεωρητική –ερμηνευτική και μεθοδολογική– μήτρα είναι η ιδέα της «τοπικότητας». Ως «τοπικότητα» ορίζεται η πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα μικρής πληθυσμιακής κλίμακας. Δεν πρόκειται για την απομόνωση του «τοπικού», με το πρίσμα ενός αυτάρεσκου τοπικισμού και μιας ρηχής επαρχιώτικης διάθεσης, αλλά για την προσεχτική επακρίβωση τόσο του «στενού» όσο και του «ευρέος» ορίζοντα που καθιστά εφικτή την ανάδυση της «μερικότητας». Οπως έλεγε ο Ρίτσος, «κι ήταν το παραθύρι μας η θύρα του κόσμου».

Στις μέρες μας η «τοπικότητα» υφίσταται τις περισσότερες πιέσεις που δέχεται το εθνικό κράτος από τους αγωγούς της «παγκοσμιοποίησης», δηλαδή από τους διεθνοποιημένους μηχανισμούς παραγωγής αγαθών, πρώτιστα συμβολικών αγαθών μέσω των ηλεκτρονικών πολυμέσων. Από την άλλη πλευρά, απέναντι σ’ αυτή την πίεση, ορθώνεται ένα κίνημα πολιτιστικής ιθαγένειας που συχνά απεκδύεται –όχι πάντα– τον πολιτισμικό «λαϊκισμό», ο οποίος αντιπαραθέτει το «εμείς» στους «άλλους», υποβάλλοντας ένα πνεύμα ξενηλασίας και ρατσισμού.

Αυτή η ενεργητική κατανόηση των ετεροτήτων, χωρίς καμιά σκοπιμότητα αυτάρεσκου ηγεμονισμού, ευθέως ή από την ανάποδη, ονομάστηκε πρόσφατα «Πολιτισμική οικολογία». Μ’ αυτόν τον τρόπο αφήνουμε πράγματι πίσω τον homo folcloristicus που κατά τη συνήθεια των «αστείων», δηλαδή των κατοίκων των άστεων, αφ’ υψηλού διακηρύσσει ότι αναζητεί τις «ρίζες» του…

Συμπερασματικά, το ζήτημα της «ομοτοπίας» δεν αποκόπτεται από το ζήτημα της «ετεροτοπίας». Οπως μάλιστα αντιμετωπίζεται στις μέρες μας η μεθόριος οικονομίας και πολιτικής, η διακινδύνευση των «τοπικοτήτων» δεν προϋποθέτει τον εγκλεισμό στο «μέρος» που θα συνιστούσε έτσι ακόμη μια μορφή νομιμοποίησης του «όλου» και της σύστοιχης ομοιογενοποίησης που προσπαθεί να επιβάλει.

Γιατί συχνά, παραφράζοντας τη διάγνωση ενός πολιτικού των αρχών του προηγούμενου αιώνα, το «μέρος» δεν υποφέρει από το «όλο», αλλά από την ανεπαρκή διάχυση του τελευταίου στα επιμέρους τμήματά του. Αν λοιπόν τόσο το «μέρος» όσο και το «όλο» διαθέτουν δύο πρόσωπα, σαν τον θεό της ρωμαϊκής αγοράς, τότε χρήσιμο είναι να προλαμβάνουμε να μην ολισθαίνει το δικαίωμα στη «διαφορά» σε πρακτική «περιχαράκωσης» που θα βόλευε όσους αντιστρατεύονται τις «τοπικότητες».

Συνάμα, να αντιλαμβανόμαστε ότι ο «μεγάκοσμος» δεν είναι δέσμιος μιας οικονομικής και πολιτισμικής ηγεμονίας, αλλά εμπεριέχει και το δικαίωμα της ανθρωπότητας για τη σύλληψη και την πραγματοποίηση μιας διαφορετικής κοινωνίας… (βλ. Για το ιστορικό «υπόβαθρο» της λογοτεχνίας, Αθήνα 2017, 28-29, 128-129).

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων