Για 50 χρόνια θεωρούσα την Ελλάδα δεύτερο σπίτι μου», είπε ο Πίτερ Μάκριτζ (1946–2022) όταν απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια. Ο Αγγλος νεοελληνιστής δίδαξε νέα ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ασχολήθηκε με το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα και τον ελληνικό εθνικισμό. Ηταν σπουδαίος επιστήμονας, μεταφραστής και φιλέλληνας. Μεταξύ άλλων, έγραψε το βιβλίο “Η Νέα Ελληνική Γλώσσα” (Oxford University Press, 1985). Γνωριστήκαμε στο σπίτι της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στην Αίγινα το 1976. Το 1985 από τη Νέα Υόρκη σχεδίαζα την έκδοση του περιοδικού Aegean Review. Του ζήτησα να γράψει κάτι στο πρώτο τεύχος του για την ελληνική γλώσσα. Ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό στέλνοντας τη συνεργασία του “Η ελληνική γλώσσα όπως μιλιέται”, μέρος της οποίας δημοσιεύεται εδώ. Ολόκληρο το άρθρο δημοσιεύεται στο επόμενο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα.
Ντίνος Σιώτης
Η ελίτ που ήρθε να κυβερνήσει την Ελλάδα μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας από τους Τούρκους, στη δεκαετία του 1820, πίστευε πως έπρεπε να ξεχωρίσει από τον υπόλοιπο λαό και να βρει έναν τρόπο να διατηρήσει την κυριαρχία της. Η λύση που βρήκε ήταν να κάνει μια εντατική προσπάθεια επιβολής μιας γλώσσας διαφορετικής από την καθομιλουμένη, η οποία περιλάμβανε και λέξεις που δεν υπήρχαν. Αυτή η τεχνητή γλώσσα λέγεται καθαρεύουσα, ενώ τα νέα Ελληνικά που χρησιμοποιούνταν ήδη σχεδόν από όλη την ελληνική ποίηση από τον 13ο αιώνα τα ονόμασαν «χυδαία».
Η στάση που αντιμετωπίζει τα γλωσσικά σύμβολα μόνο σαν φόρμα, και όχι σαν σημείο συνάντησης μεταξύ μορφής και περιεχομένου, είναι τόσο βαθιά εντυπωμένη στην ελληνική κοινωνία, ώστε όταν εμφανίστηκε η αντι-καθαρευουσιάνικη αντίδραση γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, μια νέα γενιά διανοούμενων απαιτούσε την επίσημη επιβολή της καθομιλουμένης (δημοτικής) γλώσσας σε όλες τις γραπτές μορφές επικοινωνίας.
Πολλοί από αυτούς επίσης υπέφεραν από παρόμοιο λεκτικό φετιχισμό, με τη μόνη διαφορά ότι εκείνοι ήταν παθιασμένοι με ένα σύνολο λέξεων –και ήχων και γραμματικών κανόνων– αλλιώτικο από αυτό των υποστηρικτών της καθαρεύουσας. Ετσι, οι Ελληνες διανοούμενοι και των δύο στρατοπέδων τήρησαν μια πλατωνική στάση καθόλου ρεαλιστική απέναντι στη γλώσσα, επειδή προτίμησαν να τη δουν όχι σαν ένα λειτουργικό σύστημα επικοινωνίας, αλλά σαν μια ιδεώδη αμετάβλητη οντότητα: ακόμα και οι υπέρμαχοι της καθομιλουμένης ήταν δυσαρεστημένοι με τη γλώσσα που όντως μιλούσε ο κόσμος, επειδή ήταν εμποτισμένη με την καθαρεύουσα, και λαχταρούσαν κάποια παρθένα Ελληνικά που θα μπορούσαν θεωρητικά να είχαν ανθήσει σε ένα μυθικό χωριό της Αρκαδίας, παραμένοντας την ίδια στιγμή αμόλυντα από τα αληθινά ανθρώπινα χείλη.
Τα τελευταία χρόνια, ένα από τα διαρκώς επαναλαμβανόμενα θέματα συζήτησης μεταξύ των διανοουμένων και του Τύπου είναι «η Ελληνική γλώσσα σε κίνδυνο». Εκατοντάδες διανοούμενοι, στην πλειονότητά τους –αλλά όχι αποκλειστικά– συντηρητικοί, έχουν φωνάξει συνθήματα του τύπου «σώστε τη γλώσσα μας», ή συμμετέχουν σε εταιρείες για την προστασία της ελληνικής γλώσσας ή έχουν υπογράψει μανιφέστα ζητώντας από υπεύθυνους Ελληνες να βοηθήσουν να σταματήσει η σήψη που επιτίθεται στα θεμέλια της γλώσσας. Κάθε μέρα ακούω κάποιον να επαναλαμβάνει τα ίδια στερεότυπα για τη γλώσσα της νεολαίας: ότι έχουν λεξιλόγιο διακοσίων λέξεων και χρησιμοποιούν ιδιωματισμούς (τα ίδια, λίγα παραδείγματα δίνονται πάντα) που είναι διαφορετικοί από αυτούς που χρησιμοποιούν οι μεγαλύτεροι, εμποδίζοντας έτσι την επικοινωνία μεταξύ των γενεών.
Ελάχιστοι από αυτούς τους εμπόρους πανικού κάθονται να σκεφτούν ότι η γλώσσα που μιλάνε οι άνθρωποι αντικατοπτρίζει την κουλτούρα και τη συμπεριφορά τους, και αν κάποιος θέλει να αλλάξει τον τρόπο που μιλάνε οι νέοι, πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα σε άλλα επίπεδα πέρα από τη γλώσσα. Ο έτερος στόχος επιθέσεων αυτής της ομάδας είναι ίσως πιο λογικός: η χρήση/κατάχρηση/κακομεταχείριση των Ελληνικών από τις κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ. Εδώ, αντί να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν κάθε ίχνος του υποτιθέμενου καρκινώματος της καθαρεύουσας από το σώμα της ελληνικής γλώσσας με ένα αμβλύ νυστέρι, όπως προσπαθούν να κάνουν οι «προοδευτικοί», θα προτιμούσαν να δουν τη γλώσσα διατηρημένη με όλο τον πλούτο της: Για εκείνους, τα στοιχεία της καθαρεύουσας όχι μόνο δεν είναι καρκινώματα, αλλά έχουν γίνει πια κομμάτι του οργανισμού της γλώσσας, η οποία θα μείνει ανάπηρη αν αυτό κοπεί.
Συμφωνώ με αυτή την άποψη, γιατί είμαι υπέρ της ελευθερίας στη γλώσσα (κάτι που περιλαμβάνει την έκθεση των νέων σε όσο το δυνατόν περισσότερες γλωσσικές ποικιλίες, ώστε να έχουν πραγματική ελευθερία επιλογής)· αλλά βρίσκω κακόγουστο τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί –και τόσοι άλλοι στην Ελλάδα– θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα και καθήκον να θεσπίσουν νόμους που θα λένε ποιες γλωσσικές φόρμες επιτρέπονται και ποιες απαγορεύονται. Είμαι λοιπόν αντίθετος στον ελιτίστικο διαχωρισμό λέξεων και εκφράσεων.
Κανείς βέβαια δεν θέλει να πάψουν οι άνθρωποι να εκφράζουν τις απόψεις τους για τη γλώσσα, αλλά καλό θα ήταν –ειδικά στην περίπτωση των Ελληνικών, που έχουν υποστεί τόσα σαδιστικά βασανιστήρια από τους αυτόκλητους προστάτες (ή προαγωγούς) τους στο πέρασμα των χρόνων– να αφήσουν τους άλλους να επικοινωνούν μεταξύ τους με όποιον τρόπο τούς ταιριάζει καλύτερα, και όχι να προσπαθούν να επιβάλουν τη δική τους εκδοχή ως τη μόνη σωστή, με σκοπό να οχυρώσουν τη θέση τους σαν μοναδικοί πραγματικοί εκφραστές της ελληνικής γλώσσας.
