Πλοία, εμπορικά και ιστορικά, καρνάγια, πλωτές δεξαμενές, ρυμουλκά, ντόκοι, λιμάνια, θάλασσες, μνήμες είκοσι χρόνων δουλειάς στα ναυπηγεία, αποτυπωμένα με την τέχνη της μικροναυπηγικής σε ένα τόσο μικρό κομμάτι ξύλου, έργα μοναδικά, επίπονα και αισιόδοξα.
Κατασκευές του ναυπηγού-καλλιτέχνη Σπύρου Στρομπούλα, που γεννήθηκε στη Λιβαδειά, το 1974 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει ναυπηγός και 23 χρόνια από τη ζωή του τα πέρασε στα ναυπηγεία σε Πέραμα, Ελευσίνα, Αίγυπτο, όπου δούλεψε ως μηχανικός παραγωγής. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως πολιτικός υπάλληλος στο υπουργείο Ναυτιλίας και ασχολήθηκε ενεργά με τον συνδικαλισμό. Στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά έκανε πριν από λίγο καιρό την τρίτη του έκθεση, την οποία και εγκαινίασε ο αναπληρωτής υπουργός Ναυτιλίας Θοδωρής Δρίτσας. Την πρώτη την πραγματοποίησε το 2007 στον Πειραιά και τη δεύτερη το 2009 στο Πέραμα.
Το πείσμα και η αισιοδοξία τον συντροφεύουν τις ατελείωτες ώρες που δημιουργεί και προσπαθεί να «παλέψει» με τα τόσο μικροσκοπικά αντικείμενα μ’ έναν και μοναδικό στόχο: να μεταφέρει στις κατασκευές του με ζωντάνια την αγωνία τού εργάτη στην κρεμαστή σκαλωσιά, τα βουλιάγματα στις λαμαρίνες, το τεζαρισμένο συρματόσχοινο, το πέταγμα του γλάρου στον ντόκο, τον κυματισμό της θάλασσας.
Και στο μυαλό του, στην ψυχή του, ο στίχος του Νίκου Καββαδία από το «Φάτα Μοργκάνα» «και μείς που κάναμε πετσί την καραβίσια βρώμα, στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά».
•Πώς γεννήθηκε αυτό το μεράκι;
Ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν σαν χόμπι με συναρμολογούμενα και εξελίχθηκε σ’ αυτό που είναι σήμερα, να φτιάχνω κατασκευές από το μηδέν. Αυτό που κάνω το λέω λαϊκή τέχνη. Απευθύνεται στον κόσμο. Φτιάχνω εικόνες, γεγονότα, μνήμες, ό,τι κουβαλάω στο μυαλό μου από τους χώρους της δουλειάς και για τον λόγο αυτό οι περισσότεροι που έρχονται στις εκθέσεις μου είναι ναυτικοί που έχουν ταξιδέψει ή άνθρωποι που έχουν δουλέψει στους συγκεκριμένους χώρους και εντάσσουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτό το σκηνικό. Εχω ακούσει άνθρωπο να έρχεται στην έκθεση και να λέει «σε μια τέτοια σκαλωσιά έπεσα κάποτε και έσπασα το πόδι μου».
•Κατασκευάζεις δύο κατηγορίες πλοίων. Τα εμπορικά και τα ιστορικά. Ποια σε δυσκολεύουν περισσότερο;
Εμπορικά φτιάχνω περισσότερα, αλλά για να φτιάξεις ένα ιστορικό πλοίο, πρέπει να ασχοληθείς πάρα πολύ για να βρεις σχέδια, να έχεις καλό φωτογραφικό αρχείο για να μπορείς να αποδώσεις. Τα ιστορικά πλοία που κατασκευάζω είναι όλα από εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν από το 1880 μέχρι και το 1925. Αμερικάνικα, γαλλικά, το «Αβέρωφ», το θωρηκτό «Ποτέμκιν».
•Πόσο χρόνο σού παίρνει για να κατασκευάσεις ένα πλοίο;
Ενα απλό πλοίο μού παίρνει μέχρι τρεις μήνες, υπάρχουν όμως καρνάγια, πλωτές δεξαμενές, ντόκοι με δύο πλοία, που παίρνουν από τέσσερις μήνες και πάνω. Τον περισσότερο χρόνο μού τον έχει πάρει ένα καρνάγιο στο Πέραμα όπως το πρωτοείδα το 1974.
•Με ποιον τρόπο φτιάχνεις αυτά τα μικρούλια «θαύματα»;
Ο τρόπος και η κατασκευή είναι σαν να φτιάχνεις ένα πραγματικό πλοίο, με την ίδια σειρά. Ακολουθώ τους ίδιους τρόπους κατασκευής όπως στη ναυπηγική, όπου παίρνουμε ένα σχέδιο που είναι οι γραμμές του πλοίου 1 προς 10 και στη σάλα το ρίχνουμε 1 προς 1 και κόβονται τα μοντέλα των πελατών. Στη μικροναυπηγική πάμε ανάποδα. Αν έχουμε μια κατασκευή 1 προς 100, μένει όπως έχει στο σχέδιο. Αν κάνουμε μια κατασκευή 1 προς 350 μικραίνει πάρα πολύ για να φτάσει το 350.
•Τι υλικά χρησιμοποιείς;
Χρησιμοποιώ δεκάδες υλικά, φύλλο μπάλτσας, φύλλο πλαστικού σε διάφορα πάχη, σωληνάκια μπρούτζινα, μπάρες μπρούτζινες, φύλλο μολυβιού, φύλλο χαλκού, φύλλο ορείχαλκου, ειδικές κόλλες, τζάμια, τζαμάκια και πολλά άλλα.
•Ζωγραφίζεις κιόλας;
Η μικροναυπηγική μ’ έκανε και ζωγράφο γιατί δεν κατασκευάζω μόνο τα πλοία, τα βάφω και πρέπει να είναι με φθορές, με σκουριές, με βουλιάγματα στη λαμαρίνα και ουσιαστικά, τελειώνοντας μια κατασκευή που είναι βαμμένη άψογα, τη χαλάω για να απεικονίσω ένα πραγματικό πλοίο. Και γι’ αυτό θα δεις πλοία που δεν είναι φινετσάτα, λαμπερά, είναι πλοία δουλεμένα από τη θάλασσα, από τους ανθρώπους, και επειδή έχω την εμπειρία πολλών χρόνων, ξέρω πού σκουριάζει η λαμαρίνα, ξέρω πού είναι η βρομιά, ξέρω πού είναι τα λάδια που έχουν τρέξει και όλα αυτά γίνονται βέβαια αφού τελειώσω και έχει βαφτεί το πλοίο με λάδια ζωγραφικής, με σκόνες αγιογραφίας και είναι σύνθετη δουλειά.
•Τα έργα σου τα πουλάς;
Δυστυχώς πουλιούνται δύσκολα, γιατί όταν φτιάχνεις κάτι από το μηδέν και σου παίρνει 3-4 μήνες δουλειά με καθημερινή εργασία, πρέπει να τα πουλήσεις και σ’ ένα κόστος σημαντικό. Εχω κάποια έργα που εκτιμώ ότι έχουν μουσειακή αξία, όπως είναι τα καρνάγια, οι δεξαμενές.
•Δούλεψες χρόνια στα ναυπηγεία. Σου λείπει αυτή η δουλειά, σου λείπει ο συνδικαλισμός;
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το έφαγα σ’ ένα μήκος ακτογραμμής από το «Καραϊσκάκη» μέχρι το Πέραμα. Συμμετείχα στην πρώτη πορεία για σπουδαστικά αιτήματα που έγινε από τη Σχολή Ναυπηγών του Δρόσου (Πειραιάς-Αθήνα) με τα πόδια, τον Σεπτέμβριο του 1974, με φοβερή ζέστη. Από τότε είμαι στα κινήματα, υπήρξα από τα ιδρυτικά μέλη του Συνδικάτου Μετάλλου στο Πέραμα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, παραμένω σ’ αυτόν τον χώρο πολιτικά και κατά συνέπεια παραμένω ενεργός. Αν δεν την αγαπάς αυτή τη δουλειά, δεν την χρησιμοποιείς στη συνέχεια στον ελεύθερο χρόνο σου, θέλεις να την ξεχάσεις. Εγώ την αγαπούσα, μ’ άρεσε, την έκανα από μεράκι, ήταν δύσκολη δουλειά, ήταν μεγάλη ταλαιπωρία. Εχω φτιάξει μια πλωτή δεξαμενή στη μικροναυπηγική και κάθε φορά που βλέπω τα νερά να τρέχουν, θυμάμαι τις παγωνιές μέσα στη νύχτα για να προλάβει την άλλη μέρα να δέσει το καράβι ή τον καύσωνα με 40 βαθμούς μέσα σε κάποιο τάνκερ όταν έπρεπε να τελειώσει η δουλειά. Το πόσο την αγαπούσα φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι οι πρώτες αφίσες της έκθεσής μου κολλήθηκαν στο Συνδικάτο Μετάλλου στο Πέραμα.
•Πώς βλέπεις την κατάσταση σήμερα στα ναυπηγεία;
Οι επιλογές που έγιναν για τα ναυπηγεία ήταν ενταγμένες σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο που είχε επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ενωση για τους τομείς παραγωγής σε κάθε χώρα. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο τομέας περίσσευε στην Ελλάδα και δεν τον ήθελαν γιατί, αν τον ήθελαν, θα μπορούσε να λειτουργεί και να απασχολεί -όπως απασχολούσε κάποτε- 15.000 μεροκάματα μέσα στη Ζώνη, χώρια αυτούς που δούλευαν περιμετρικά (συνεργεία, τροφοδοσίες κ.ά.). Σήμερα είναι ζήτημα να γίνονται 400 μεροκάματα. Μην ξεχνάμε ότι το πρώτο χαριστικό μέτρο που πήρε το 1981 η τότε κυβέρνηση ήταν το κλείσιμο της Χαλυβουργικής. Για να δουλέψουν τα μεγάλα ναυπηγεία και η Επισκευαστική Ζώνη στο Πέραμα, θα πρέπει να ανατραπούν συμφωνίες που έχουν γίνει τελευταία με τις οποίες έχουν απαγορευτεί οι κατασκευές. Γίνονται κατασκευές μόνο για το Πολεμικό Ναυτικό. Λειτουργούν μόνο σαν πολεμική βιομηχανία. Κατά συνέπεια λοιπόν, αν δεν ανατραπεί μια πολιτική απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν μπορεί ο τομέας της ναυπηγικής βιομηχανίας -όπως και άλλοι τομείς στην Ελλάδα- να δουν άσπρη μέρα.
