Η επιθυμία να είσαι άλλος. Ίσως να μην υπάρχει άλλη πιο οικουμενική, πιο διαχρονική, επανερχόμενη με τόσες διαφορετικές μορφές. Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Ζιλ ντε Γκοτιέ την ονόμασε «μποβαρισμό» (1902) από την ηρωίδα του Φλομπέρ που ονειρευόταν διαρκώς ωραιότερα φορέματα, καλύτερους εραστές, μεγάλη ζωή στην πρωτεύουσα, όχι πληκτική, στην πνιγηρή επαρχία. Όλα αυτά τα ανέλαβαν ακολούθως η μόδα, η διαφήμιση, το σινεμά, εσχάτως οι λεγόμενοι «ινφλουένσερς», το «σύστημα» σε κάθε περίπτωση, με το αζημίωτο πάντα, ώστε να μπορούμε να αγοράσουμε μέρος της άλλης ζωής που επιθυμούμε, τόσης ακριβώς ώστε να μην είναι ποτέ αρκετή, να γυρίζουμε πάντα γύρω από το μαγγανοπήγαδο της επιθυμίας της. Και τι γίνεται με εκείνην την άλλη ζωή, αυτήν που δεν επιλέξαμε –ως άλλο επάγγελμα, άλλον σύντροφο, άλλον τόπο κ.λπ.– ώστε να διάγουμε την τωρινή; Δική μας επιλογή δεν ήταν; Γιατί είμαστε πάλι ανικανοποίητοι; Ποιος είναι αυτός ο άλλος εαυτός που μας στοιχειώνει;
Στη «Μισή καρδιά» του Δημήτρη Σωτάκη τον γνωρίζουμε από τις πρώτες γραμμές: είναι ο παλιότερος εαυτός του πρωταγωνιστή που υπήρξε ζωγράφος, ζούσε στο Παρίσι, ήταν τρελά ερωτευμένος με την όμορφη Μυρτώ, βίωνε μια καθημερινότητα, μια ευτυχία οργασμικής τάξης. Η σύγχρονη εκδοχή του τα έχει αφήσει πίσω όλα αυτά, για έναν γάμο με τη δασκάλα Μαρία (που δε θέλει να ξανακούσει για πινέλα και Παρίσι, έχοντας απαγορεύσει την αναφορά σε οτιδήποτε σχετικό μέσα στο σπίτι), μια σταθερή δουλειά σε μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, ένα ήσυχο, καλοτακτοποιημένο από τη σύζυγο σπίτι, έναν έφηβο, τον γιο του, που ζει βασικά στο δωμάτιό του, αλλά έχει πάντα την εύστοχη ερώτηση στο στόμα όταν ξεπροβάλλει από αυτό, προκαλώντας την ικανοποίηση των γονιών του. Υπάρχει και ο απαραίτητος φίλος που τους επισκέπτεται κάποια σαββατόβραδα για φαγητό, η εύθυμη «κοινωνική συναναστροφή», ώστε η τριάς να μη βιώνει τον μονισμό με τη μορφή της πυρηνικής οικογένειας. Τι λείπει, λοιπόν, τι φταίει και είναι αυτή η καρδιά μισή; Όσο κανονική και τακτοποιημένη είναι η ζωή του πρωταγωνιστή, τόσο εύκολα μοιάζει να τον ρίχνει, με αιφνίδια γλιστρήματα, σε ψυχολογικές λακκούβες: κοιτώντας τα κάδρα στον τοίχο χάνει ξαφνικά την αίσθηση των σχημάτων, ένα απλό ποτήρι νερό πάνω στο τραπέζι τον ρίχνει αμέσως σε παρεκβάσεις για την ποσότητα του ύδατος στο σύμπαν. Ο γεωμετρημένος, οικιακός και άλλος, κόσμος του ρευστοποιείται με χαρακτηριστική ευκολία μετά το φιλικό γεύμα ή και στη διάρκειά του. Η γνώριμη στους φαν της γραφής του Σωτάκη ανησυχητική παραξενιά των ηρώων του, οι υπαρξιακές τους διαρροές, διαβρώνουν ήσυχα την καλοστρωμένη ζωή τους, χάρη σε μια μικρή κουστωδία από μικροεμμονές και νευρώσεις. Εδώ η διαταραχή θα επέλθει όταν ο οικογενειακός φίλος δείξει στον πρωταγωνιστή μια φωτογραφία από επαγγελματική έξοδο με δικούς του συναδέλφους, όπου κάπου στο βάθος διακρίνεται και εκείνος. Πώς είναι δυνατόν να βρίσκονταν στο ίδιο σημείο τόση ώρα και να μη συναντήθηκαν; Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο πανομοιότυπός του άλλος που ο πρωταγωνιστής δεν αναγνωρίζει; Απλώς ένας σωσίας;
Ο αναγνώστης θα το ανακαλύψει μαζί με τον πρωταγωνιστή, που πρώτος εκείνος θα θελήσει διακαώς να το μάθει, κατά τους όλο και μεγαλύτερους από τους συνήθεις του καθημερινούς περιπάτους, μακριά από το σπίτι. Θα μπει κι ο αναγνώστης σε μια ιδιότυπη αστική περιπλάνηση, μια απόδραση από τα καθημερινά, δεδομένα πλαίσια, που ίσως επιφυλάξει μια ουσιαστικότερη, άλλου τύπου συνάντηση. Κάπως σαν τους καταστασιακούς καλλιτέχνες, που με τις περιπλανήσεις τους ανέτρεπαν τις δοσμένες λειτουργίες των δρόμων και χώρων μέσα στον αστικό ιστό, χαράσσοντας τους δικούς τους ψυχογεωγραφικούς χάρτες. Η «Μισή καρδιά» του Δ. Σωτάκη προσφέρει ολόκληρη την εναλλακτική μιας τέτοιας δυνατότητας.
*Επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
