«Ο σκοπός πλέον δεν είναι απλά πόσα λεφτά θα βγάλω -είναι πολύ σημαντικό αυτό, αλλά δεν είναι το μοναδικό κίνητρο, το να βγάζει κανείς ολοένα και περισσότερα λεφτά-, αλλά να βλέπουμε τη ζωή μας λίγο πιο σφαιρικά, λίγο πιο ολιστικά».
Αυτά είχε δηλώσει πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης συζητώντας με φοιτητές και νεαρούς εργαζόμενους σε εταιρείες τεχνολογίας, προφανώς μην έχοντας κατά νου το απόφθεγμα του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; Έχουνε κιόλας φάει». Κι αν υπάρχει μια οικογένεια στην Ελλάδα που έχει φάει, με κάθε έννοια της λέξης, είναι ασφαλώς η οικογένεια Μητσοτάκη.
«Πολλά και ανόσια περί το των πολλών νόμισμα γέγονε»
(Πολλά και ανόσια κακουργήματα έχουν γίνει για το χρήμα)
Πλάτων, 427-347 π.Χ.
«Η φιλοχρημοσύνη μήτηρ κακότητος απάσης» Φωκυλίδης, ~5ος αιών π.Χ.
Όμως, ο πρωθυπουργός με τις ασυλλόγιστες δηλώσεις του έφερε στο προσκήνιο δυο ωραίες, ζουμερές λέξεις: τα λεφτά κι αυτό το «ολιστικά». Λοιπόν, τα λεφτά… Η λέξη προέρχεται από το επίθετο λεπτός – «λεπτόν νόμισμα» είναι ένα νόμισμα μικρής αξίας. Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για τις σημασίες της λέξης «λεφτά» – λίγοι έχουν πολλά από δαύτα, αλλά όλοι ξέρουν τι είναι τα τρελά λεφτά ή τα πεταμένα λεφτά. Επίσης όλοι γνωρίζουν πως τα λεφτά πάνε στα λεφτά και πως όταν βρεθούμε σε δύσκολη κατάσταση, θα πούμε ειρωνικά πως τα πιάσαμε τα λεφτά μας… Ο «λεπτός», απ’ όπου κατάγονται τα λεφτά, ο άπαχος, ο αδύνατος, ο κομψός, ο αραιός, ο εύθραυστος, αλλά και μεταφορικά ο ευγενικός, ο αβρός, ο ευφυής ή ο καλαίσθητος, σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, προέρχεται από το ρήμα «λέπω», που σημαίνει «ξεφλουδίζω». «Λεπτός» ήταν αρχικά ο «αποφλοιωμένος καρπός κριθαριού» και μετά ό,τι ψιλό και στενό.
Όμως ο σκοπός της ζωής μας δεν είναι να βγάζουμε ολοένα και περισσότερα λεφτά, αλλά να βλέπουμε τη ζωή μας λίγο πιο ολιστικά, όπως δηλώνει ο κύριος Μητσοτάκης, ο σενσέι, ο προφήτης της ευζωίας των υπηκόων του, η οποία κατακτάται μόνον πνευματικώς, διότι υλικώς, ακόμα και να θέλουν οι περισσότεροι να βγάλουν πολλά λεφτά, μάλλον δεν θα τα καταφέρουν. Λοιπόν, το επίθετο «ολιστικός» είναι, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ένας ελληνογενής λόγιος ξένος όρος: «holistisch» στα γερμανικά σημαίνει αυτόν που αναφέρεται στη φιλοσοφική θεωρία του ολισμού («holismus» από το αρχαιοελληνικό «όλος»). Ο ολισμός σχετίζεται με την έννοια της ολότητας. Είναι μια θεωρία που πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, με κυριότερους εκπροσώπους τους Σματς, Ντάγερ και Ντακ, και επιχείρησε να λύσει φιλοσοφικά το πρόβλημα της σχέσης μέρους-όλου απολυτοποιώντας το όλον – βασιζομένη σε πορίσματα επιστημών όπως η βιολογία, η χημεία και η ψυχολογία υποστήριξε ότι η δομικότητα και η ολότητα αποτελούν θεμελιώδεις μορφές υπάρξεως της ύλης.
Με απλούστερα λόγια, ο ολισμός είναι εκείνη η θεωρία που λέει πως το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. «Ολιστικός/ή» μπορεί να είναι ένας τρόπος ζωής, μια δίαιτα (ινδουιστική) ή ακόμα και μια ιατρική προσέγγιση: η ολιστική ιατρική (holiatry) θωρεί πως η θεραπεία της ασθένειας ενός ατόμου, και συνεπώς η διατήρηση της σωματικής υγείας γενικότερα, πρέπει να επιτυγχάνεται λαμβάνοντας υπόψη ψυχικούς και κοινωνικούς παράγοντες που σχετίζονται με το άτομο που νοσεί.
Ολισμός, όμως, χωρίς λεφτά δεν γίνεται: αν πεινάς ή αν δεν έχεις να βάλεις βενζίνη, είσαι κάτι λιγότερο, και όχι περισσότερο, από το άθροισμα των μερών σου και με το συμπάθιο, σεβάσμιε γκουρού του ολισμού.
