ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης (Καισάρεια της Μ. Ασίας 1883 – Αθήνα 1957) αποφοιτά από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1913 και μετά από τετραετείς σπουδές στη Γερμανία αναγορεύεται διδάκτωρ της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1918). Δημοτικιστής από τα νεανικά του χρόνια και ενεργό μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, καθηγητής στο αρτισύστατο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1926-1946, οπότε θα απολυθεί με βάση το Γ΄ Ψήφισμα «περί εκτάκτων μέτρων») στρέφεται προς την κομμουνιστική Αριστερά κατά την περίοδο του «Παλλαϊκού Μετώπου», συντάσσεται με το ΕΑΜ και πρωτοστατεί στις μετακατοχικές πρωτοβουλίες του «Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου», του (νέου) Εκπαιδευτικού Ομίλου και του «Ανταίου».

Ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, έπειτα από ένα διάστημα αναγκαστικής σιωπής επανέρχεται με τον «Επίκουρο» (1954), που φέρει τον ενδεικτικό υπότιτλο: «Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου». Η αποκατάσταση του Επίκουρου προϋποθέτει την ανασύσταση των θρυμματισμένων μνημείων του αρχαίου κόσμου και κυρίως την άρση της παραμόρφωσής του, που την επέβαλε η «επιγονική ιδιοσυγκρασία» και το «μυστικό θεοκρατικό πνεύμα», αλλά και η νεότερη «ιδεαλιστική νεροποντή που σκέπασε την οικουμένη».

Αν η ελληνική παιδεία ήταν «στην ουσία δημοκρατική, ρασιοναλιστική κι εδωκοσμική», τούτο επιτεύχθηκε με τη σύγκρουση του «δήμου» προς τις «προνομιούχες τάξεις», γεγονός που άνοιξε τον δρόμο στα «ελεύθερα πολιτεύματα» και την «ορθολογική διανόηση». Μόνο μέσα στις «λαοκρατικές δημοκρατίες» αποκρυσταλλώθηκαν τα γνωρίσματα της «ελληνικής ουσίας», δηλαδή η «αγάπη της ζωής» και των «γήινων αγαθών», η εμπιστοσύνη στο λογικό και στη δυνατότητα του ανθρώπου να υποτάξει τις «αντίμαχες φυσικές δυνάμεις» και να εξασφαλίσει έτσι την ευτυχία του. Η «επικουρική ιδεολογία» αποτέλεσε το καταστάλαγμα αυτών των κοινωνικών και πνευματικών ωσμώσεων του αρχαίου ελληνικού κόσμου και τον αντίποδα του πλατωνικού ιδεαλισμού.

Ο «Επίκουρος», πέρα από τις φιλοφρονητικές παρουσιάσεις της «Αυγής» και του «Νέου Κόσμου» δεν έγινε αντικείμενο κριτικής τόσο για την αξία των ευρημάτων του όσο και την ευγονία της μεθοδολογικής του σκευής. Βέβαια, με τον φακό του ιστορικού υλισμού προσπάθησε ήδη ο Κορδάτος να εξετάσει, αυτοδίδαχτος αρχαιογνώστης, τη φιλοσοφική διδασκαλία του Επίκουρου, υπογραμμίζοντας τη «νέα άνοδο του υλισμού» που παρατηρείται κατά τη φάση της ελληνικής «παρακμής». Στη σύνθεση όμως του Θεοδωρίδη η πλήρης γνώση των πηγών και η αξιοποίηση της βιβλιογραφίας μαρτυρούν την άνεση με την οποία ανασυνθέτει το υλικό του.

Στις πλατυαστικές ωστόσο αναπλάσεις των αρχαίων χωρίων προτάσσεται ή και επιτάσσεται ένα άτεγκτο σχήμα διακρίβωσης των σχέσεων «βάσης» – «εποικοδομήματος» («όμοιες κοινωνικές συνθήκες γεννούνε όμοια πρόσωπα κι αντιλήψεις»), το οποίο καθιστά περισσότερο ανελαστικό η χρήση εκφραστικών μέσων («αντίλαλος», «καθρέφτισμα» κ.λπ.) που επιδέχονται μονότροπη σήμανση.

Σ’ αυτό το ερμηνευτικό εγχείρημα συγκλίνει από τη μια η γοητεία, όπως συχνά αναδύεται από τις γλαφυρές σελίδες του βιβλίου, του παρθενικού πλησιάσματος μιας πράγματι παρεξηγημένης φιλοσοφικής «Σχολής» και από την άλλη η πρόθεση να ανευρεθεί η απωθημένη συνέχειά της με τις θεωρητικές ανησυχίες της εποχής μας. Με την πρώτη στάση αποφεύγεται η εκμηδένιση της «κοινωνίας της δουλείας και του φυλετικού διχασμού», όπως την υπέθαλπε η απέχθεια της μεσοπολεμικής κομμουνιστικής Αριστεράς προς την αρχαιότητα, με αντίβαρο ωστόσο την έκφραση ενός απέραντου πια θαυμασμού για την «ελληνική ουσία», από την οποία εκπορεύεται «κάθε μεγάλο κι όμορφο κι αληθινό».

Ο δημοτικιστής ιστορικός της φιλοσοφίας διαδηλώνει αυτόν τον θαυμασμό για τη «χιλιολάτρευτη Αρχαιότητα» με συχνές διαχύσεις γλωσσικού «λαϊκισμού» και τον επεξεργάζεται με εννοιολογία «λαϊκοδημοκρατικής» καταγωγής («λαοκρατικές δημοκρατίες», «μεγαλοτσιφλικάς», «φτωχολογικά», «τσιφλικάδικη αριστοκρατία» κ.ά.) που επιτρέπει την αποσιώπηση των επιμέρους ταξικών διαφοροποιήσεων, την εξιδανίκευση του «δήμου» (ο «καθαυτό ήρωας των εθνικών αγώνων») και την εμφάνιση αναχρονισμών.

Τούτο ακριβώς συνιστά την άλλη όψη της γοητείας του αρχαίου κόσμου και ανασύρει το χαμένο νήμα της «ελληνικής ουσίας» και του «καινούργιου ανθρώπου»: το έφερε στο φως ο «δήμος» και απομακρύνεται από τον Μεσαίωνα που διαρκεί «κατά ένα τρόπο ώς σήμερα». Στην οπτική αυτή ο επικουρισμός τείνει να προετοιμάζει τον μαρξισμό και επομένως η ανασύσταση της «αληθινής όψης» του αρχαίου κόσμου και της «αρτιότερης» φιλοσοφικής του απόδοσης φαίνεται να συνεπάγεται την ανατίμηση της υλιστικής σκέψης που διώκεται στις μετεμφυλιακές συνθήκες της χώρας.

Αν ωστόσο η πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό «καθρεφτίζει» στη σφαίρα του φιλοσοφείν την «οικονομική και κοινωνική αντίθεση», η γενικευτική εξεικόνιση της διαδρομής που γνώρισε η αντιμαχία αυτή υποχρεώνεται να σταθεί περισσότερο στη φάση της «αστικής δημοκρατίας» και κυρίως να αναδείξει ως πεμπτουσία του υλισμού (που αναγνωρίζει τη νόηση «σα γέννημα της ύλης») τον ρασιοναλισμό.

Ετσι διευκολύνεται η στοιχειοθέτηση της συνέχειας (οι «έλληνες φιλόσοφοι είναι από γενετής κι αυθόρμητα διαλεχτικοί») και εξυμνείται ο «θρίαμβος του ορθολογισμού» που πραγματοποίησε ο σοφιστικός «διαφωτισμός» και ο συνεχιστής του, χωρίς πάντως να διασφαλίζεται η επακρίβωση της ειδοποιού διαφοράς που θα μπορούσε να επισημανθεί ανάμεσα στον «μηχανιστικό» και το «διαλεκτικό» υλισμό (βλ. «Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη», 2019, 75-81). Το μνημονευθέν «ψήφισμα» της Συγκλήτου βασίστηκε στη μονογραφία του Δ.Κ. Μαυροσκούφη, «Τα “προοδευτικά ζιζάνια” του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (Θεσσαλονίκη 2021), με την πλήρη ανάδειξη του οικείου αρχειακού υλικού. Τον ευχαριστώ για την αξιοποίηση πέντε συναφών εργασιών μου.

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων