Κάθε τοπική κοινωνία συντίθεται από τέσσερις αλληλοπλεκόμενες πτυχές: τη θέση της στο διεθνές γίγνεσθαι, την παρουσία του κράτους, την τοπική αυτοδιοίκηση και την «κοινωνία των πολιτών». Ως «τοπικότητα» θα μπορούσε, αρχικά, να οριστεί η πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα μικρής γεωπολιτικής κλίμακας, είτε πρόκειται για αστικά και ημιαστικά κέντρα είτε για αγροτοποιμενικές κοινότητες.
Στις μέρες μας η «τοπικότητα» υφίσταται –παρά τα επιφαινόμενα– τις περισσότερες πιέσεις που δέχεται το «εθνικό κράτος» από τους αγωγούς της «παγκοσμιοποίησης», δηλαδή από τους διεθνοποιημένους μηχανισμούς παραγωγής αγαθών, πρώτιστα συμβολικών. Mε αυτήν την αφόρμηση μπορεί να διακρίνει κανείς την ανάγκη όρθωσης ενός κινήματος πολιτιστικής «ιθαγένειας», διαποτισμένο με ένα πνεύμα ενεργητικής κατανόησης των ετεροτήτων για τη διεκδίκηση του δικαιώματος αυτοδυναμίας των πολιτιστικών μειονοτήτων.
Συχνά ακολουθούμε τον ρυθμό του Σαββόπουλου, θιασώτες ή όχι των μουσικών του επιλογών: «Tων Ελλήνων οι κοινότητες με χορούς κυκλωτικούς…».
Κάποτε ανατρέχουμε στα δημόσια και τα ιδιωτικά του Eλύτη, που χωρίς να αναφέρεται «σε καμιά χαμένη γραφικότητα» αναρωτιέται τι «σταμάτησε τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ώς τις κοινότητες». O ποιητής εύχεται να «μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες». Ενα τέτοιο παράδειγμα υπήρξε ο ελληνικός λαός κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, «όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων». Και τα ερωτήματα θα συνεχιστούν με την ίδια ένταση: «Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα;» (1990: 346/347).
H ποιητική άνεση συμφύρεται με τις πρόδηλες υπερβολές, χωρίς ωστόσο να αποκρύπτει τον πυρήνα των θεμάτων που εγείρει και κυρίως να στομώνουν την κριτική λειτουργία που επιτελείται μέσα από το συγκρινόμενο δίπολο παρελθόντος – παρόντος. Aς πιάσουμε από τη ρίζα τον «κοινοτισμό», δηλαδή την ιδεολογική κατασκευή της «κοινότητας» που με αχνό καμβά την ιστορική πραγματικότητα μετατρέπεται σε μέσο νομιμοποίησης ή κριτικής των πτυχών της. Πιο συγκεκριμένα, ο κοινός παρονομαστής των εκδοχών του «κοινοτισμού» συνίσταται στην ενιαία απόπειρα να προβληθεί η «κοινότητα» ως αντίκοσμος στον υπάρχοντα κόσμο που φθίνει, δοκιμάζεται και αποδοκιμάζεται.
Σήμερα ποιο θα ήταν το νόημα του νόστου και της αρνητικότητας στον κόσμο που μας συνέχει; Είναι προφανές ότι η «κοινότητα» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως tertium comparationis, δηλαδή για να συσχετιστεί αυτό που «είναι» μ’ αυτό που «χάθηκε», κατά την αρνητική υπέρβαση του παρόντος, ή που θα έπρεπε να προσκτηθεί, κατά τη θετική εκδοχή αυτής της διεργασίας.
Συνηθίζουμε πάντως αυτό το θέμα να το προσεγγίζουμε με την αυταρέσκεια των «αστείων», δηλαδή των κατοίκων των άστεων, και να θρηνούμε την ύπαιθρο που φαίνεται να χάνει τον παρθενικό της υμένα που διέθετε στους κόλπους μιας «φυσικής» κοινότητας αναγκών. Tα πράγματα μάλλον είναι απλούστερα και η συμπεριφορά μας συναρτάται με πλήθος συντελεστών, πρώτιστα από τον τρόπο που κρατούμε τις αποστάσεις μας απ’ ό,τι εμφανίζεται ως «αντικειμενική» πραγματικότητα (βλ. «Χρόνοι επανεκκίνησης», Αθήνα 2019, 331-334).
Ενα πρόσφατο παράδειγμα αυτού του προβληματισμού, μέσω ευδόκιμης λογοτεχνικής πένας, προσφέρει το πρόσφατο βιβλίο της Βίκυς Φαλάρα «Το παιδί με το καρπούζι», Θεσσαλονίκη, εκδ. «Νησίδες»/2021. Η (επί)στροφή σε μια «απλή ζωή κοντά στη φύση», στον «χώρο της ελιάς», στην «Κοινότητα» των γονιών ή στη «μικρή κοινωνία του χωριού», με άσβηστη την εικόνα του «πιτσιρίκου» που στην «κεντρική λεωφόρο» τον βρήκε ο θάνατος «καταμεσής της πυρωμένης ασφάλτου με το καρπούζι σφιχτά στην αγκαλιά του» – η «πείνα τον έκανε απρόσεχτο». Ετσι, λοιπόν, τη «μεμβράνη στα μάτια» που «έκρυβε την πραγματικότητα» την «έσκισε μονομιάς το παιδί με το καρπούζι».
Σε αυτήν την «τοπική κοινωνία» ο «άνθρωπος της πόλης», χωρίς «βιώματα από την αγροτιά», ήταν μια διαδικασία που «έμοιαζε ουτοπία». Ειδικότερα, με «μια διάθεση ρομαντισμού και μια αθωότητα στην προσέγγιση της γης που δεν είχαν οι παλιότεροι». Δεν αποσιωπάται η ανάγκη ίδρυσης «Γυναικείου Αγροτουριστικού Συνεταιρισμού» ή έστω η καθιέρωση «ετήσιας τοπικής γιορτής καρπουζιού στη μνήμη του παιδιού που στάθηκε η αιτία ν’ ανακαλύψει» ο Μάρκος «άγνωστες πτυχές του εαυτού του». Με κατακλείδα: «Είχε μάθει πλέον ότι η ευτυχία είναι και το να μοιράζεσαι κάτι που φαίνεται ταπεινό: ένα χαμόγελο, μια καλημέρα από καρδιάς, ένα τραγούδι, ακόμη και ένα κατακόκκινο δροσερό καρπούζι». Προφανώς περνώντας από τη «Βρύση των Ξενιτεμένων» και την έδρα του «Ομίλου Φίλων του Δάσους», χωρίς «λουλούδια στα μαλλιά», με τη «χαρμολύπη» ζωηρή μπροστά στην «απαιτητική καθημερινότητα»…
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
