«Δύσβατός γέ τις ο τόπος
Φαίνεται και επίσκιος∙
Εστι γουν σκοτεινός και
δυσδιερεύνητος.
Αυτό είναι ένα μέρος όπου είναι δύσκολο να περπατήσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση∙ επειδή παντού είναι σκοτεινά, είναι δύσκολο να βρεις κάτι.
Σκύβει το κεφάλι της στο ανοιχτό βιβλίο που βρίσκεται πάνω στο θρανίο. Είναι ένα παχύ βιβλίο που επιτρέπει στον αναγνώστη να διαβάσει και να συγκρίνει το πρωτότυπο κείμενο με την κορεατική μετάφραση του πρώτου μισού της Πολιτείας του Πλάτωνα. Σταγόνες ιδρώτα κυλούν στους κροτάφους της και στάζουν πάνω στις ελληνικές προτάσεις. Το τραχύ ανακυκλωμένο χαρτί διογκώνεται κυρτά».
Η Χαν Γκανγκ, συγγραφέας της «Χορτοφάγου», επιστρέφει αυτή τη φορά με τα «Μαθήματα ελληνικών», που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Αμαλίας Τζιώτη.
Ισως να θυμάστε το όνομα της Γκανγκ από το μυθιστόρημά της «Η χορτοφάγος», ένα δυνατό βιβλίο που απέσπασε ομόφωνα το Διεθνές Βραβείο Booker το 2016. Η συγγραφέας, με λογοτεχνική δεινότητα, κατάφερε να αφηγηθεί μέσα από τρεις φωνές τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, περιγράφοντας την ιδιαίτερη ιστορία μιας συνηθισμένης γυναίκας που απορρίπτει τις συμβάσεις και τις προκαταλήψεις της κοινωνίας όπου ζει αλλά και των δικών της ανθρώπων.
Στα «Μαθήματα ελληνικών» ανοίγει ένα τούνελ σε μια τάξη μιας πόλης της Κορέας και βγαίνει στη φιλοσοφία και στην «παράξενη και δύσκολη» γλώσσα των αρχαίων ελληνικών. Ομως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς οι ήρωες του βιβλίου, οι μαθητές των αρχαίων ελληνικών, είναι μια γυναίκα που για ανεξήγητους φαινομενικά λόγους βυθίζεται στη σιωπή -που μόνο μια παράξενη γλώσσα διαλύει- και ένας άντρας που οδεύει προς μια δίχως γυρισμό κληρονομική τύφλωση.
Με την πεζογραφία αλλά και την ποίηση στο «οπλοστάσιό» της η συγγραφέας μάς μεταφέρει μια εξαιρετικά δυνατή ιστορία. Πάλι με τρεις φωνές: της γυναίκας που δεν βρίσκει τη φωνή της, του ανάπηρου άνδρα και του παρατηρητή όλων. Πότε λυρική και πότε εξαιρετικά ρεαλιστική, μας δίνει τα προσωπικά αδιέξοδα των πρωταγωνιστών και καταφέρνει να τους φέρει τον έναν κοντά στον άλλον. Και κοντά μας.

Μπορεί μια αρχαία γλώσσα και η φιλοσοφική της διάσταση να επουλώσει τραύματα που δημιουργήθηκαν στη νεανική τους ηλικία και να απομακρύνει τους δύσκολους συνειρμούς που φέρνει η μητρική τους γλώσσα; Τίποτα φαίνεται να μην είναι ακατόρθωτο στο τέλος. Σε μια εποχή που έχουμε την ανάγκη να απομακρυνθούμε από την κυνικότητα των καιρών, η Γκανγκ δεν διστάζει να τολμήσει τη βουτιά στην αισιοδοξία και να διακηρύξει την πίστη της στον άνθρωπο που, παρά τα προβλήματα και τις μεγάλες δοκιμασίες, φτάνει στην ολοκλήρωση μόνο με το «μαζί».
Η μεγαλύτερη επιθυμία αυτών των ανθρώπων, ίσως και επιθυμία κάθε ανθρώπου, είναι η ανάγκη να επικοινωνήσει ουσιαστικά με έναν άλλον άνθρωπο. Και το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος για όσους κλείνουν τις πληγές του παρελθόντος και αναδομούν το παρόν τους.
Το πένθος, το τραύμα, η σιωπή, η αναπηρία, ο χωρισμός μπορούν να αντιμετωπιστούν αν η κοινωνία αποφασίσει πως τα περιέχει δίχως μπλοκαρίσματα.
Αν οι ήρωες του βιβλίου αποφάσισαν να βρουν μια «νεκρή» αρχαία γλώσσα για να γίνουν κάποιοι άλλοι, τότε αυτό συμβαίνει γιατί αισθάνονται αποκλεισμένοι.
Τέτοια βιβλία, εκτός από το να διαβάζει κανείς καλή λογοτεχνία, βοηθούν αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο μας, να εξελιχθεί.
«Μερικές φορές θέτω στον εαυτό μου ένα ερώτημα σύμφωνα με την ελληνική διαλεκτική που μισούσες τόσο πολύ. Αν υποθέσουμε ότι η φράση “όταν κάνεις κάτι, κερδίζεις κάτι άλλο” ισχύει, τι κέρδισα χάνοντας εσένα; Τι θα κερδίσω χάνοντας τώρα τον ορατό κόσμο; Υπάρχει πάντα κάτι επισφαλές και αμφίβολο στη διαδικασία της απόδειξης μιας υπόθεσης η οποία μοιάζει με μια χούφτα χρυσόσκονη που έχει απομείνει, αφού πρώτα επέτρεψε σε όλον τον ανθρώπινο πόνο και στις τύψεις, την εμμονή και τη θλίψη και τις αδυναμίες, να περάσουν μέσα από το αραιό πλεγμένο κόσκινο της αλήθειας και του ψεύδους».
