ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Γιαγιάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι μέρες ζούμε;! Ερώτημα ρητορικό και καταδικασμένο να μένει αναπάντητο, ένα φλύαρο συνώνυμο του Αχ και του Αλίμονο. Μέχρι που έρχεται η λογοτεχνία να βγάλει το Αλίμονο από το ρητορικό του τέλμα και την ταυτολογία του. Μέσα από το σώμα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας έρχεται με ορμή η Τζούλια Γκανάσου για να αφουγκραστεί τι μέρες είναι αυτές που ζούμε και να ανελκύσει τη θαμμένη τους γονιμότητα.

Ατομικό-συλλογικό

Η πιο ελεύθερη, η πιο γόνιμη στιγμή που το ατομικό γίνεται συλλογικό και η εσωστρέφεια με την εξωστρέφεια συνεργάζονται σοφά, είναι όταν ένα έργο τέχνης καταφέρνει να μετατρέψει μια προσωπική ανησυχία σε κοινό δράμα, σε αποτύπωμα μιας συλλογικής μοίρας. Η Τζούλια Γκανάσου στο πιο ώριμο βιβλίο της κατορθώνει να συνδέσει το ριζικά ατομικό με το απολύτως συλλογικό, το υπαρξιακό με το πολιτικό, κάνοντάς μας να δούμε το ένα και μοναδικό σώμα κάποιου ως συλλογικό και το πολυμερές σώμα της κοινωνίας ως ατομικό – και μας κάνει να πονάμε (από τα δύο) και για τα δύο.

Η τεχνολογία –καταλύτης στη μείωση των αποστάσεων ατομικού και συλλογικού– δεν αφήνει καθόλου αδιάφορη τη συγγραφέα, η οποία φροντίζει να της εξασφαλίσει ρόλο σε όλα σχεδόν τα βιβλία της, κυρίως εστιάζοντας στην ιατρική τεχνολογία, την επιστήμη που χρειάζεται να δει τον άνθρωπο ως μηχανή για να μπορεί να τον ρυθμίζει με την ησυχία της. Η προσπάθεια επικοινωνίας του κατάκοιτου ήρωα της Γκανάσου με τους ανθρώπους γύρω του και με τους ανθρώπους μέσα του – η προσπάθεια να βγει έξω από το απενεργοποιημένο σώμα του για να συναντήσει τους άλλους και ταυτόχρονα να μπει μέσα, στα άδυτα της ψυχής του για να συναντήσει τον πρώτο του εαυτό, ε λοιπόν, αυτό είναι κάτι που κάνουμε όλοι μας καθημερινά. Η Γκανάσου δημιουργώντας το πρόσχημα της εξαίρεσης, μιας περίπτωσης αρκετά ιδιαίτερης ώστε να αξίζει να την εξιστορήσει, καθρεφτίζει τα ψέματα και τις αλήθειες που λέμε όλοι στον εαυτό μας καθώς χτίζουμε την ταυτότητά μας.

Παρακάτω-παραμέσα

Ένας άνδρας βρίσκεται σε κώμα στο νοσοκομείο, ύστερα από μια αιματηρή συμπλοκή κατά τη διάρκεια παράνομης εμπορίας αρχαιοτήτων. Η συγγραφέας προικίζει τον κατάκοιτο ήρωά της με σκέψη ολοζώντανη και ενεργές αισθήσεις. Αυτό που ακινητεί είναι το σώμα του και η δυνατότητα επικοινωνίας του. Όσο βρίσκεται σε κώμα προσπαθεί να θυμηθεί τι συνέβη κατά τη διάρκεια της συμπλοκής και αν ο ίδιος είναι ένοχος για φόνο. Γύρω του συγγενείς και φίλοι προσπαθούν να αποφασίσουν για τη μοίρα του. Οι γιατροί τού χορηγούν ένα φάρμακο που ξυπνάει σταδιακά τη μνήμη του, ώστε να επανέλθει και να δώσει την επείγουσα κατάθεση.

Πάνω σε αυτή την ιστορία, η συγγραφέας απλώνει πολλά επίπεδα σημασίας και αναγνωστικής τέρψης. Επιτυγχάνει τη συμπόρευση της ενδότερης υπαρξιακής αγωνίας με μια ορμητική εξωτερική δράση, πράγμα που έχει τεράστια σημασία, αφού η λογοτεχνία δεν αρκεί να είναι μια αλληλουχία σεκάνς για να αξιοποιήσει τα ειδολογικά της προτερήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το είδος του σασπένς που μας εμπλέκει στην ιστορία και οδηγεί στο ερώτημα τι προκαλεί μεγαλύτερη αγωνία: το πώς εξελίσσεται ένα έγκλημα στα γκέτο της πόλης ή η περιπέτεια των χτύπων της καρδιάς, της επιβίωσης της όσφρησης, της ανάκτησης της όρασης; Τι σε εμπλέκει ως αναγνώστη, το τι θα γίνει παρακάτω ή το τι θα γίνει παραμέσα;

Το παρακάτω και το παραμέσα ταυτίζονται στο σώμα της νουβέλας, ενώνοντας τα όρια του ανθρώπινου οργανισμού με τα όρια της πόλης και με τα όρια της Ιστορίας. Η σύνδεση που κάνει η Γκανάσου ανάμεσα στα θραύσματα των αρχαίων ευρημάτων και τα θραύσματα του ανθρώπινου σώματος είναι ουσιαστική και –πολύ σημαντικό– δεν «φοριέται» στον αναγνώστη εξ αρχής, αλλά την ανακαλύπτει ο ίδιος ακολουθώντας τα βήματα της συγγραφέως, που επιδεικνύει χαρίσματα αρχαιολόγου του σώματος και ιστοριοδίφη των αισθήσεων.

Οι «Γόνιμες μέρες» είναι μια ιστορία με βασικό μοχλό της πλοκής τη λειτουργία της μνήμης. Η μνήμη εδώ δεν είναι το θέμα αλλά η πρωταγωνίστρια. Ο βασικός μας ήρωας αφηγηματικά δεν είναι παρά το όχημα της μνήμης του, οι φίλοι του –τα υπόλοιπα μέρη της μικρής του σπείρας– δεν είναι παρά τα αφηγήματα της μνήμης του, οι συγγενείς του –σύζυγος και τέκνα– που καλούνται να αποφασίσουν για τη ζωή του είναι οι υπερασπιστές της μνήμης του. Οι άνθρωποι εξασφαλίζουν στην πρωταγωνίστρια Μνήμη τον πολυδαίδαλο δρόμο που ο αναγνώστης διαβαίνει. Συμπρωταγωνίστρια της Μνήμης είναι η Αίσθηση, αφού η Γκανάσου κάνει τις σελίδες επιδερμίδα και τις αράδες σπινθηρογράφημα. Κάνει το κείμενο υποκείμενο.

Τα επίπεδα αφήγησης

Η Μνήμη και η Αίσθηση συνεργάζονται στην αφήγηση και κάνουν την εμφάνισή τους σε πολλά χρονικά επίπεδα, με πολλές διαφορετικές φωνές – ξεκάθαρο γνώρισμα της συγγραφικής ταυτότητας της Γκανάσου, που της αρέσει να σπάει τη γραμμικότητα σε πολλές γραμμές, που της χαρίζουν πολυπρισματικότητα.

Πρώτο επίπεδο: το σώμα σε κώμα. Δεύτερο επίπεδο: η στιγμή του εγκλήματος στον χώρο της μνήμης. Τρίτο επίπεδο: το χρονικό της αποτυχημένης εμπορικής συναλλαγής με τον «Άραβα» και η αποκάλυψη του φρικτού αντικειμένου της εμπορίας. Σε αυτή την περιοχή της μνήμης παίζεται το πιο κινηματογραφικό σκέλος της αφήγησης, το οποίο μας οδηγεί σε δυνατές εικόνες με σπαρακτικό περιεχόμενο. Η συνάντηση Ισλάμ και Χριστιανισμού περιβάλλεται από εξαιρετικά πειστική, πυκνή ατμόσφαιρα, που δεν θα αθωώσει καμία θρησκεία ως προς τη βεβήλωση του ανθρώπινου σώματος.

Τέταρτο επίπεδο: τα θραύσματα της παιδικής ηλικίας. Εδώ θα σταθώ για να επαινέσω τη θαυμάσια γλωσσική ροή, που αναπαριστά τις παιδικές απορίες και τις στιχομυθίες με τους γονείς. Η φυσικότητα της γλώσσας δεν πέφτει σε ρεαλιστικές κοινοτοπίες και αποδίδεται στη μνήμη η ελλειπτική και νοσταλγική γλώσσα που θα ήλπιζε κανείς να διαβάσει εδώ.

Στον ήρωά μας δίνεται σε δόσεις ένα φάρμακο για να ξυπνήσει ένα συγκεκριμένο κομμάτι της μνήμης του, αυτό που εξυπηρετεί την αστυνομία για να λυθεί η υπόθεση. Όμως μαζί με αυτό ξυπνάει και ένα άλλο κομμάτι, εντελώς απωθημένο, πάνω-κάτω απροσπέλαστο σε όλους μας ακόμα κι όταν είμαστε υγιείς – η παιδική ηλικία πριν από τα πέντε μας έτη. Σαν να λέμε ότι ακολουθώντας έναν χάρτη θησαυρού, πέφτει πάνω σε έναν θησαυρό πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που αναζητούσε. Τι κτερίσματα από την πρόωρα χαμένη παιδική ηλικία έρχονται στο φως! Και τι εύσχημο και έξυπνο τρόπο μηχανεύτηκε η Τζούλια Γκανάσου για να μας το θυμίσει.

Το σώμα-πολυκατοικία

Όταν η Γκανάσου θέλει να γράψει για τη Μηχανή Σώμα, βάζει ανεξαιρέτως στο παιχνίδι της αφήγησης και το στοιχείο του Ιερού. Όταν θέλει να μιλήσει για τα σωληνάκια που ορίζουν τα σωθικά μας, ανάμεσα στη σπλήνα και στο συκώτι χτυπάει ένα σπλαχνικό τατουάζ με χωρία από την Αγία Γραφή. Με άλλα λόγια, αισθάνεται μέσα της την ανάγκη εξισορρόπησης του Χοϊκού από το Επουράνιο, του Βέβηλου με το Ιερό. Το στοιχείο της ιεροσυλίας δονεί το υπέδαφος της γραφής της. Ένα κράμα μεταφυσικής, μηχανικής και ζωικού ενστίκτου γεμίζει το μελανοδοχείο της.

Οι θησαυροί που ανακαλύπτουμε στη ζωή και την τέχνη είναι ενίοτε τρομακτικοί. Σαν αυτούς που ανακαλύπτει ο ήρωας στην αποκαλούμενη «Σκισμένη πολυκατοικία». Σαν αυτούς που ανακαλύπτει στη σκισμένη του μνήμη. Αν μια πολυκατοικία είναι ένα τέλειο όχημα για τη συγγραφέα, μια σκισμένη πολυκατοικία είναι ακόμη καλύτερο. Διακρίνει κανείς εκεί τη χαρακιά που αφήνει η Γκανάσου πάνω στο σώμα των βιβλίων της, σαν μια ανάγλυφη υπογραφή: πονάει καθώς τη βάζει, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Χωρίς το ράγισμα δεν ολοκληρώνεται το είδωλο.

Στη νουβέλα, ο ήρωας-παιδί ζητά συχνά από τον πατέρα του να του φτιάξει μια μηχανή που να κάνει κάτι φανταστικό… «Μια μηχανή που να με κάνει να εισβάλλω στα μάτια σου», «…να μπαίνω μέσα σε παλιές φωτογραφίες», «…να εισχωρώ στο μυαλό των εχθρών να κλέβω τις σκέψεις τους». Το μοτίβο της μηχανής επανέρχεται όταν η συγγραφέας μιλάει για το σώμα και το μυαλό, ενώ γίνεται και κυριολεκτική χρήση της μηχανής ως ιατρικής υποστήριξης της ζωής. Η Γκανάσου αποδέχεται τη μηχανή σαν μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά νιώθει και το φάντασμα να αναδεύεται ανάμεσα στα γρανάζια – δεν ξεχνά την περίπλοκη μηχανική που μας ενώνει – μεταξύ μας και με τα ζώα. Εξιστορεί τη μηχανική του βίου και τη βιολογία της μηχανής∙ ανάμεσά τους απελευθερώνει και την ψυχή να αναζητά τη φωλιά της.

Η πολυκατοικία, η μηχανή του σώματος, το πολυώροφο μυαλό με τις αμαρτωλές γωνιές του, η ιστορία, η κοινωνία, η μνήμη σκίζονται. Αλλά και από κάτι ξεχειλίζουν. Το σκίσιμο είναι μια βίαιη χειρονομία. «Μας φάνηκε τόσο ζωντανό το σχέδιο στον τοίχο που νομίζαμε ότι σκιζόταν το τσιμέντο και ανάβλυζε θάλασσα», γράφει η Γκανάσου για το γκράφιτι στον τοίχο του κτιρίου, που μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί ως μια αποκαλυπτική μεταφορά για την ανθρώπινη κατάσταση – κι αν το σώμα σκίζεται, μέσα του κυματίζει ο ωκεανός. Από τις αντοχές μας εξαρτάται αν θα του επιτρέψουμε να αναβλύσει από μέσα μας.

• INFO

Η Τζούλια Γκανάσου σπούδασε Πληροφορική (ΟΠΑ & Παν/μιο Λονδίνου), Λογοτεχνία (ως υπότροφος, Παν/μιο Σορβόνης & Παν/μιο Εδιμβούργου) & Ευρωπαϊκό Πολιτισμό (ΕΑΠ). Εκδόσεις: «Σε μαύρα πλήκτρα» (μυθιστόρημα, Γκοβόστης 2006 & Παν/μιο Εδιμβούργου 2007, συλλογή «Παγκοσμιουπόλεις»). «Ομφάλιος λώρος» (μυθιστόρημα, Γκοβόστης 2011 – 4ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Dasein, 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών Αθήνας, 9ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών Γλασκόβης). «Ως το τέλος» (νουβέλα, Γκοβόστης 2013 – υποψήφιο για το «Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013» λογοτ. περιοδικό «Κλεψύδρα» & για το «Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014»). «Γονυπετείς» (νουβέλα, Γκοβόστης 2017, Γ’ έκδοση – Βραβείο Αφηγήματος «Μεσόγειος 2018» Παν/μιο Έξιτερ & «Βραβείο Διηγήματος» Βραβεία Βιβλίου Public 2018). «Γόνιμες μέρες» (νουβέλα, Γκοβόστης 2021 – υποψήφιο για το βραβείο «Ιστορίες Εγκλεισμού 2021» του λογοτεχνικού περιοδικού World Literature Today).

* Συγγραφέας