Το φιλελληνικό ρεύμα αναφέρεται συχνά πυκνά ως ζωογόνος δύναμη για την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού (όταν δεν κρύβει σκοπιμότητες και συμφέροντα). Θα ήθελα, λοιπόν, να παρουσιάσω –τιμής ένεκεν– ποιητικές ψηφίδες ενός πραγματικού φιλέλληνα –εν ζωή–, που κοσμεί τα ελληνικά γράμματα. Ο Βάλτερ Πούχνερ (Βιέννη, 1947) είναι ένας πολυγραφότατος, με διεθνή ακτινοβολία, ελληνιστής συγγραφέας, λαογράφος, θεατρολόγος, κριτικός και καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Η ενασχόλησή του με την ποίηση αποτελεί μια όψιμη εκδήλωση ενός δυνατού –πλην σεμνού και μακράν της δημοσιότητας– ποιητικού ταλέντου, που διαθέτει το χάρισμα της «εξομολόγησης».
Ευτύχησα να γνωρίσω τον καθηγητή Πούχνερ ως φοιτήτριά του στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (1978-1982). Ανακάλυψα εκ του σύνεγγυς τον ουμανισμό που διέπει το ήθος του επιστήμονα και του παιδαγωγού, όπως και το συγγραφικό του έργο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η νεότευκτη ποίησή του. Μια ποίηση διαποτισμένη ομολογουμένως από την «έμφυτη και επίκτητη καλοσύνη» του (Κ. Μπούρας, κριτικός).
Παρ’ όλο που γεννήθηκε και σπούδασε σε μια ευημερούσα χώρα, την Αυστρία, λάτρεψε την Ελλάδα, – στην οποία ζει παντρεμένος με Ελληνίδα – τον χώρο και την ιστορία της. Πλέον, «συμπάσχει με τα δεινά της» (Μ. Μερακλής, κριτικός) και της παραστέκεται σαν «στοργικό ψυχοπαίδι» (Πούχνερ, στα «Δοκίμια για τον ουρανό»).
Έτσι η ποίησή του αποκτά εξωστρέφεια, δεν μένει απλώς ένα λεξιθηρικό μοναχικό παιχνίδι, μολονότι έχει κι αυτό το χαρακτηριστικό – σαν «παιδικό παιχνίδι στην άμμο» (Πούχνερ). Είναι αποφθεγματική, με πλήθος γνωμικών κι ευσύνοπτη, μεταφυσική και υπαρξιακή. Κατεξοχήν στοχαστική, διαθέτει ωστόσο χυμώδη λυρισμό και αρκετά παιχνιδιάρικο ύφος. Εκφράζει το κοινωνικό του αίσθημα όχι έντονα, αλλά με υπέροχο στην απλότητά του τρόπο, συχνά σε δεύτερο ενικό πρόσωπο ή στο «εμείς».
Οραματίζεται ένα καλύτερο μέλλον –μολονότι δεν υπεραισιοδοξεί– και μας παρακινεί να συνδράμουμε στη διαμόρφωσή του σε ένα από τα προσφιλή του ολιγόστιχα ποιήματα: «Η άδεια θέα του μέλλοντος/ πρέπει να γεμίσει με ουτοπίες», γιατί «…είναι στρατιές παιδιών που χάθηκαν/ και ζητούν πίσω από μας τις ζωές τους…» («Δοκίμια για τον ουρανό»). Στο εκπληκτικό ποίημά του «Χιονισμένος παιδότοπος» θρηνεί για τη χώρα: «Μας κλέψανε την άνοιξη/ και μας άφησαν τον χειμώνα/ ο φόρος του βοριά βαρύς/ του ήλιου τα ταμεία άδεια/ οι υπνοβάτες στον γκρεμό τραβούν/ τα όνειρα μιας γενιάς κομμάτια/ απάτριδες νέοι τα αναζητούν/ στους πέντε δρόμους της ηπείρου/ και πίσω μια χήρα χώρα μόνη/ με την αλμύρα και με τα βράχια/ αγριοπούλια το γαϊδουράγκαθο/ χιονισμένος παιδότοπος/ και αέρας πολύς και θλίψη/ στις χειμωνιάτικες αμμουδιές/ μεγάλη ιστορία άθλιο το νυν/ η μνήμη στα παλιά σήμερα η λήθη» (στο «Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια»).
Η αγάπη του για την Ελλάδα φαίνεται και από τις ανεξάντλητες αναφορές στο ελληνικό τοπίο, που τον έχει μαγέψει και απορροφήσει ως διαρκής πηγή ποιητικών εμπνεύσεων. Μας θυμίζει συχνά τον Ελύτη, μολονότι δεν έχει τον δικό του οπτιμισμό, τη δική του πίστη στο λαϊκό μεγαλείο. Ο Πούχνερ αφομοιώνεται από τη φύση και διατηρεί μαζί της ταπεινά μια σχέση αμοιβαίας αγάπης.
Η ελληνική λογοτεχνία, επίσης, τον επηρεάζει καθοριστικά. Ιδίως η καβαφική επίδραση (και ως αντίλογος) είναι ολοφάνερη, τόσο στη θεματολογία (η καβαφική «μονοτονία», η επανάληψη ως βασικό συστατικό του βίου, οι πολύτιμες εμπειρίες και ο έξωθεν σταδιακός περιορισμός του βίου –εγκλεισμός, απ’ τον πανδαμάτορα χρόνο στον Πούχνερ) όσο και στην τεχνική. Υπάρχει και στους δύο ο εξομολογητικός τόνος, η προφορικότητα, η φιλοσοφική διάθεση, ο συμβολισμός, ο ελεύθερος στίχος, ο ρυθμός, η εκφραστική λιτότητα, στοιχεία που βρίσκουμε και στον μοντερνιστή Σεφέρη, μαζί με μια πιο καθημερινή γλώσσα, πιο κοντινή στον Πούχνερ. Ακόμα, όπως στον Σεφέρη, θα βρούμε τη μη συμβατική χρήση γλώσσας – στίξης, τις υπαινικτικές εικόνες και μεταφορές, τις προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών.
Η μουσικότητα, επιπλέον, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την ποίηση του Πούχνερ στο «Κοντσέρτο…» και είναι διάχυτη με τις παρηχήσεις, τις επαναφορές και την αναδίπλωση λέξεων («προσκυνητής το ταξίδι/ το ταξίδι προς το άπειρο», ο έρωτας γίνεται «…φως, άπειρο φως/ παχύρρευστη ζεστή αγάπη»), αλλά και με τον παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Στη μουσικότητα συμβάλλουν και τα «ισοκρατήματα» των μικρο- μακρο- κοσμικών αντιθέσεών του, σαν την ηρακλειτική «παλίντονο αρμονία».
Τέλος, δεν του λείπει το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός: «Γράφονται τόσα πολλά/ που πρέπει να πληρώσουμε/ πλέον τους αναγνώστες». Μολονότι ακαταπόνητος συγγραφέας, προτρέπει οιονεί «Ζορμπάς»: «Μη γράφεις τη ζωή σου/ ζήσε…». Γίνεται καυστικά διορατικός στα «Τραπέζια των Τραπεζών»: «Άφαντα τα ρούβλια/ τα δολάρια τέρμα/ στο μυαλό δραχμούλες/ στην τσέπη ένα ευρώ/ σκονισμένα τα τραπέζια/ με μια κατσαρόλα που ψάχνει για τροφή» («Κοντσέρτο…»).
Πρόκειται για μια ποίηση εντυπωσιακή και απολαυστική σε απλά και εξαιρετικά ελληνικά, που σε συντροφεύει… Εξαιρετική στο Επίμετρο του βιβλίου και «η ποιητική στιγμογραφία του Β. Πούχνερ» από τον δημοσιογράφο και κριτικό Π. Μπουκάλα.
* Φιλόλογος
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
