Οι ερμηνείες του Χρήστου Στέργιογλου όλο βαθαίνουν, όλο εξελίσσονται, σαν το παλιό κρασί. Με την ευκαιρία της «Αντιγόνης» του Ανούιγ, όπου παίζει εδώ και λίγες μέρες, επιχειρήσαμε να χωρέσουμε σε μια συζήτηση την πορεία του και τον τρόπο που βλέπει την τέχνη του, αλλά και τον ενθουσιασμό του για την παράσταση, τους συνεργάτες του και τον Ανούιγ. Δύσκολο εγχείρημα: πώς να χωρέσουν όλα σε δύο σελίδες…
● Εχεις πει ότι θα έπρεπε να μπεις στο βιβλίο Γκίνες ως ο άνθρωπος που έχει συνεργαστεί με τους περισσότερους πρωτοεμφανιζόμενους στο σινεμά!
Ναι! Και μεγάλου μήκους, αλλά τελευταία και μικρού. Με πλησιάζουν πολλά νέα παιδιά για να παίξω σε ταινίες τους και εγώ ευχαρίστως λέω «ναι». Βέβαια κάνω ένα σφάλμα, επειδή είμαι παρορμητικός: τους λέω «ναι» πριν ακόμα διαβάσω για τι με θέλουνε! Είναι σπάνιο να το διαβάσω και να μη μου αρέσει, αλλά κάνα δυο φορές βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Αλλά δεν μπορούσα να πάρω τον λόγο μου πίσω. Εχω κάτι σαν ευχάριστη υποχρέωση να συμμετέχω στο πρώτο ξεκίνημα.
Και λέω: «Πάμε, ξεκινάμε μαζί». Αισθάνομαι ότι και εγώ ξεκινάω μαζί. Δεν το κάνω μόνο γι’ αυτούς, το κάνω και για μένα. Αμα τα μετρήσω, δεν ξέρω πόσα είναι – θέλω να πιστεύω ότι έχω το βραβείο! Ημουν πολύ μεγάλος όταν ξεκίνησα σινεμά, περίπου πενήντα χρονών. Οι πρώτες ταινίες μου, το «Θα το μετανιώσεις» ήταν η δεύτερη ταινία της Κατερίνας Ευαγγελάκου και το «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί» ήταν η πρώτη της Πέννυς Παναγιωτοπούλου. Ομως, κοίταξε τι τύχη μου έφεραν! Παίχτηκαν στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πήρα το βραβείο Ερμηνείας. Αυτό είναι σπάνιο: έπαιξα δύο δεύτερους ρόλους και μου έδωσαν το βραβείο για πρώτο – ανορθόδοξα πράγματα! Ισως μου έχει μείνει από κει. Πρώτη φορά το σκέφτομαι.
● Πράγματι, η παρουσία σου στον κινηματογράφο είναι πολύ δυναμική.
Ναι, ευτυχώς! Είναι τύχη και ευτυχία μαζί. Το «ευτυχώς» είναι πολύ ωραία λέξη.
● Λόγω «Κυνόδοντα» και όχι μόνο…
Ο «Κυνόδοντας» είναι μια ιστορία τελείως ξεχωριστή. Ανοιξαν πολλές πόρτες σε διεθνές επίπεδο και έχω και από εκεί δώρα. Εχω κάνει μια σειρά στο Λονδίνο. Είναι τρεις σεζόν που συνεχίζεται. Εκανα μια ταινία στη Βουλγαρία. Υπήρχαν κι άλλες προτάσεις, αλλά λόγω θεάτρου δεν μπορούσα. Εχω πολλές ακροάσεις, γιατί είναι κάποιοι casting directors στο Λονδίνο που κάτι τους κάνω. Συνεχίζω να έχω προτάσεις έξω. Τέτοια κίνηση δεν υπήρχε πριν από τον «Κυνόδοντα». Αλλη τύχη κι αυτό! Δεν ξέρω τι να πω, είναι καλότυχα τα πράγματα.
● Οταν αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός, ήθελες να κάνεις σινεμά ή θέατρο;
Είμαι από το Διδυμότειχο. Εκεί μεγάλωσα μέχρι τα 18 μου. Θέατρο δεν υπήρχε. Η πρώτη μου επαφή ήταν με τον κινηματογράφο. Και μάλιστα, όταν ήμουν πολύ μικρός, δεν υπήρχαν κινηματογράφοι, έστηναν στο προαύλιο του δημαρχείου μια μηχανή κι ένα πανί.
Τότε οι ταινίες ήταν ασπρόμαυρες. Ημουν πέντε χρόνων ίσως. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα, και μετά πήγαινα στην αυλή και πασαλειβόμουν με σαπουνάδες για να γίνω και εγώ ασπρόμαυρος! Με έτσουζαν τα μάτια μου, και ήταν επώδυνο και ευχάριστο μαζί. Οπως αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια της πορείας μου, η υπόθεσις του να είσαι ηθοποιός είναι επώδυνη και ευχάριστη. Να άλλη μια διαπίστωση που γίνεται τώρα!
● Ετσι αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;
Δεν αποφάσισα! Τι να αποφασίσω; Ηρθε από μόνο του.
● Οταν έφυγες από το Διδυμότειχο, ήξερες ότι θέλεις να κάνεις υποκριτική;
Υποσυνείδητα. Πέρασα στο Αριστοτέλειο, Οικονομικές-Πολιτικές Επιστήμες. Το πτυχίο δεν το πήρα ποτέ. Μέχρι πριν από 5-6 χρόνια ήμουν γραμμένος, τώρα διαγράφηκα, δεν είμαι φοιτητής πια! Σε διαγράφουν αυτόματα, αλλά πρέπει να περάσουν πάρα πολλά χρόνια. Τόλμησα έπειτα από τρία χρόνια και γράφτηκα στο τμήμα υποκριτικής του κρατικού ωδείου Θεσσαλονίκης. Από κει άρχισε η περιπέτεια. Στα 21 το πήρα απόφαση.
● Το οικογενειακό περιβάλλον πώς αντιμετωπίζει ένα παιδί που θέλει να γίνει ηθοποιός;
Εκεί είναι η μεγάλη τύχη. Το δικό μου οικογενειακό περιβάλλον ήταν ευλογημένο. Στο Διδυμότειχο με τρία παιδιά –εγώ ήμουν ο μικρότερος– φτωχοί μεροκαματιάρηδες, αγράμματοι αλλά με τεράστια μόρφωση, με σοφία. Το όνειρο των γονιών είναι το παιδί να πετύχει, να γίνει δημόσιος υπάλληλος, να έχει μια μόνιμη θέση. Δεν μπορούσαν να με στηρίξουν οικονομικά κι έκανα τα πάντα στη Θεσσαλονίκη για να επιβιώσω. Μου έστελναν κάποια ελάχιστα χρήματα. Εδιναν από το υστέρημά τους – πολύ μεγαλύτερη θυσία από το να έχεις λεφτά και να δίνεις στο παιδί.
Μετά από τρία χρόνια αποφασίζω να γίνω ηθοποιός. Τα Χριστούγεννα πηγαίνω και τους το ανακοινώνω. Και ο ένας μου λέει: παιδάκι μου, εσύ ξέρεις καλύτερα από εμάς. Και ο άλλος μου λέει: να κάνεις αυτό που σου αρέσει. Τώρα αυτό δεν είναι σοφία; Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ζωή μου αν δεν είχα αυτή την αβίαστη ευλογία! Βλέπω τώρα που κάνω μαθήματα πως πολλά παιδιά έχουν πρόβλημα για το αν συμφωνούν οι γονείς τους με αυτό που κάνουν. Αν δεν αφήσουν το παιδί να κάνει αυτό που θέλει, δεν θα βγει απολύτως τίποτα, ούτε θα καταφέρουν να κάνει αυτό που θέλουν αυτοί. Θα υπάρχει μια μόνιμη δυστυχία.
● Στη Θεσσαλονίκη έκανες πολλά και διάφορα.
Πάρα πολλά· 13 χρόνια ήμουν εκεί. Τρεις πατρίδες θεωρώ ότι έχω – τέσσερις πια: Διδυμότειχο, Θεσσαλονίκη, Νέα Υόρκη και τώρα Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη ήταν εκεί που ξεκίνησα το θέατρο, που γνώρισα τι σημαίνει να είσαι πάνω στη σκηνή.
Πέρασα από το Θεατρικό Εργαστήρι. Μετά, τέσσερα χρόνια στο Κρατικό Θέατρο όπου συνυπήρξαμε με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο και την Αννέζα Παπαδοπούλου. Με όλη μου την ψυχή τα έκανα όλα, αλλά κάποια στιγμή… σταμάτησε ο έρωτας. Πήραμε με την Αννέζα τις βαλίτσες μας και πήγαμε Νέα Υόρκη. Κάθισα εκεί δύο χρόνια – μεγάλο σχολείο. Μετά γύρισα και η περιπέτεια συνεχίζεται. Τι είπα για όταν ήμουν μικρός; Επώδυνη ευχαρίστηση. Δεν είναι όλα ρόδινα.
Κάνεις συναντήσεις – κάποιες εξαιρετικές, κάποιες μέτριες, κάποιες επώδυνες. Αλλά πρέπει να γίνει η παράσταση. Εμείς σαν ηθοποιοί πρέπει να είμαστε ταπεινοί, πρέπει να υπηρετήσουμε ένα έργο. Ο σκηνοθέτης διευθύνει για να γίνει η παράσταση. Οδηγός σου είναι το έργο, όχι εσύ. Αμα μπεις στο τριπ «Να είμαι καλός εγώ και να φανώ για να κάνω καριέρα», δεν έχεις πολλά χρόνια να πορευτείς.

● Ας πάμε στην τωρινή συνάντηση.
Είναι μια συνάντηση ευχάριστα επώδυνη. Εξαιρετικό έργο. Το έχει γράψει ο Ανούιγ το 1944 με αφορμή την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, μέσα στη γερμανική κατοχή. Κατάφερε να παιχτεί περνώντας από τη λογοκρισία των Γερμανών, και υπόγεια μιλά για τη θέση των Γάλλων, την αντίσταση που δεν κάνουν στους Γερμανούς. Είμαστε ένας θίασος που συνεννοείται.
Αλλά σκάβεις, σκάβεις, και ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος. Βγαίνουν κι άλλοι θησαυροί. Εχω την εντύπωση ότι, παίζοντας την παράσταση, θα βγαίνουν κι άλλα. Ευτυχώς που η Μαρία Πρωτόπαππα τόλμησε να κάνει αυτό το έργο. Το παίζουμε το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν ο οποίος το ανέβασε για πρώτη φορά εδώ.
● Παλαιότερα στο θέατρο υπήρχε και η πολυτέλεια για μακροχρόνιες πρόβες. Με αποκορύφωμα τον Λευτέρη Βογιατζή! Τώρα έχουμε φτάσει οι πρόβες να είναι δύο μήνες. Πώς βίωσες αυτή την επιτάχυνση, όπου ο καθένας πλέον κάνει μέσα στη σεζόν δύο και τρεις δουλειές;
Δεν την έχω βιώσει γιατί δεν μπορώ να κάνω πολλές δουλειές συγχρόνως. Κι όταν έχω γυρίσματα, φροντίζω να μην είναι μαζί με παραστάσεις ή πρόβες για να έχω focus. Εκανα πολλούς μήνες πρόβα με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό όταν κάναμε τον «Αμλετ». Ηταν τεράστια εμπειρία. Αξέχαστη παράσταση, οφείλω πολλά…
Με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο κάναμε ολονύκτιες συζητήσεις και πρόβες. Τώρα με τη Μαρία οι πρόβες δεν είναι πεντάωρες, είναι παραπάνω. Με κάποιους συγγραφείς έχω συγγένεια. Με τον Μπέρνχαρντ. Με τον Ανούιγ επίσης. Με τον Εμπειρίκο, τον Αλμπι, τον Κεχαΐδη, τον Μπέκετ… Ο Ανούιγ είναι μεγάλος ποιητής. Σαν ποίηση βλέπουμε την παράσταση. Αυτή είναι η δυσκολία και η πρόκληση. Εχω παίξει στο θέατρο του Λευτέρη αφού εκείνος έφυγε, στην «Πλατεία Ηρώων» του Μπέρνχαρντ με τον Καραντζά. Σαν να αισθανόμουν το πνεύμα του.
Ο Λευτέρης ήθελε ο ηθοποιός να μην ξέρει τα λόγια του – να τα ξέρει, αλλά να μην τα ξέρει. Και στην πρεμιέρα ξέχασα τα λόγια μου. Δεν ήξερα να πάω παρακάτω, έμεινα έτσι. Είναι τυχαίο που μου έτυχε σε αυτή την παράσταση; Δευτερόλεπτα ήταν, αλλά μου φάνηκε αιώνας. Με έπιασε απελπισία: Τι κάνω τώρα; Αυτή λοιπόν η απελπισία ήταν η πιο αληθινή στιγμή που μου έχει συμβεί στο θέατρο. Και τώρα είμαι στο Θέατρο Τέχνης και ξαφνικά και ο Τσαρούχης ήρθε μέσα μου – όχι το πνεύμα του· η στάση του. Τον Κουν δεν τον ξέρω καλά, αλλά ξέρω πολύ καλά τον Χατζιδάκι. Και αυτός εμφανίστηκε. Είναι περίεργο, όμως δεν είναι μεταφυσικό. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ερχονται και τέτοια. Πρέπει να τα δεχτείς. Για κάποιο λόγο έρχονται. Κάτι θα σου δώσουν.
● Υπάρχουν ρόλοι που θα ήθελες να ερμηνεύσεις;
Θέλω να ξαναπαίξω τον Χαμ στο «Τέλος του παιχνιδιού». Το έπαιξα όταν ήμουν πενήντα. Τώρα μετά από είκοσι χρόνια θέλω να το ξαναπαίξω, και μάλιστα στην ίδια μετάφραση, του Κωστή Σκαλιόρα. Βέβαια θα το κάνω τελείως διαφορετικά.
Καταλαβαίνω το χιούμορ του Μπέκετ, τον σαρκασμό του. Κι ο Ανούιγ έχει τεράστιο χιούμορ. Από το χιούμορ γεννιούνται αφυπνίσεις. Με τον αυτοσαρκασμό του νοήματος της ζωής. Η ζωή κρατάει μόνο μια στιγμή. Σαν τις πεταλούδες είμαστε – και δεν το έχουμε καταλάβει.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
Η «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ παίζεται στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν – Υπόγειο, Πεσμαζόγλου 5 Σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία: Μαρία Πρωτόπαππα.
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης.
Σκηνικός χώρος-κοστούμια: Εύα Νάθενα
Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη
Μουσική: Λόλεκ
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθοί σκηνοθέτη: Δημήτρης Σταυρόπουλος, Ορέστης Σταυρόπουλος
Παίζουν: Χρήστος Στέργιογλου, Γιάννης Τσορτέκης, Κίττυ Παϊταζόγλου, Αντριάνα Ανδρέοβιτς, Δημήτρης Μαμιός, Δημήτρης Μαργαρίτης, Ηλέκτρα Μπαρούτα και η Μαρία Πρωτόπαππα
Πληροφορίες-εισιτήρια: https://www.viva.gr/tickets/theater/antigoni-tou-jean-anouilh/
