Είναι η βασίλισσα Αμαλία θέμα-ταμπού για θεατρική παράσταση το 2022; Μπορεί μια καλλιτέχνις να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στη χορογραφία και τη σκηνοθεσία; Πόσο απαραίτητες είναι οι δημόσιες σχέσεις στο θέατρο; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που κληθήκαμε να απαντήσουμε με τη Ζωή Χατζηαντωνίου, που σκηνοθετεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την παράσταση «Amalia Melancholia, η βασίλισσα των φοινίκων», σε δική της σύλληψη και δραματουργία.
Η Ζωή Χατζηαντωνίου ανοίγεται σε μια συναρπαστική συζήτηση γνωριμίας με θέμα την περιπλάνηση ανάμεσα στις Τέχνες και τις διάφορες ιστορίες που θέλει να αφηγηθεί, πάντοτε με θέμα τη γυναίκα που πάσχει.
● Πώς γεννήθηκε το «Amalia Melancholia»;
Ψάχνοντας για κείμενα συγγραφής και θεατρικά έργα στο τέλος του 2020, για να δούμε τι θα ανέβει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ηταν στην αρχή του κόβιντ. Ο Λευτέρης Γιοβανίδης ζήτησε τη βοήθειά μου για τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό της επόμενης χρονιάς. Επεσα πάνω στην ιστορία της Αμαλίας και του Οθωνα – επικεντρώθηκα στην Αμαλία, στο ζήτημα της ατεκνίας, το οποίο δεν το ήξερα. Μου κίνησε την περιέργεια, άρχισα να διαβάζω τα άρθρα. Είχα βρει κι ένα πολύ ωραίο σχεδίασμα του Καραγάτση που λέγεται «Ονειρα πριν το θάνατο», με θέμα την Αμαλία και τον Οθωνα που ηλικιωμένοι πια ζουν στη Βαμβέργη, εκεί που τους έστειλαν για να τους ξεχάσουν όλοι. Αρχικά σκέφτηκα μήπως κάνω κάτι πάνω σ’ αυτό, αλλά ήθελα να επικεντρωθώ στην Αμαλία.
Θεώρησα ενδιαφέρον ότι την ίδια περίοδο που οι μεγάλες δυνάμεις έκαναν δοκιμές για το πώς θα κάνουν την Ελλάδα κράτος, οι γιατροί έκαναν πειραματισμούς στο σώμα της Αμαλίας. Προσπαθούσε να γεννήσει το παιδί που θα ήταν ο διάδοχος. Δεν μπορούσε γιατί υπήρχε μια θεμελιώδης έλλειψη: οι σύγχρονοι γιατροί θεωρούν ότι δεν είχε μήτρα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι είναι μια πολύ τραγική ιστορία, που παραλληλίζεται ακόμα περισσότερο με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους: προσπαθούσαν να βρουν τη μήτρα του στους αρχαίους Ελληνες. Εκανα αυτή τη σύνδεση: η μήτρα της ιστορίας με την ανύπαρκτη μήτρα της Αμαλίας. Ετσι και το ελληνικό κράτος, κάτι δεν πήγε καλά, σαν να έγινε ένα είδος τερατογένεσης.
Η Αμαλία ήταν πολύ δημιουργικός άνθρωπος και πολύ παρεξηγημένος. Στράφηκε στους κήπους. Αρχισε να φυτεύει. Η ίδια λέει: «Με έχει πιάσει μανία να φυτεύω και να εξωραΐζω, ασφαλώς θα με κατηγορήσουν και γι’ αυτό, αλλά μετά από χρόνια θα με ευγνωμονούν…». Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη, λίγο ιστορική, λίγο ποιητική, λίγο πολιτική, λίγο φεμινιστική.
Μετά έπεσα πάνω στις Επιστολές της Αμαλίας. Είναι τεράστιο υλικό, 887 επιστολές, 2.000 σελίδες πυκνογραμμένες. Ηταν πολύ ωραίες, διαβάζονται σαν μυθιστόρημα: πολύ προσωπικές, ένα παστίς από πράγματα της εποχής, πολιτικά, δικές της σκέψεις… Εχουν πολύ χιούμορ. Ξεκίνησα να κρατάω σημειώσεις. Εχω έναν ψυχαναγκασμό, πρέπει να τα έχω διαβάσει όλα πριν ξεκινήσω να κάνω κάτι, να έχω την εποπτεία του υλικού.
● Πότε σου προέκυψε να το σκηνοθετήσεις;
Δεν θα μπορούσε να το κάνει κάποιος άλλος. Ολη αυτή η ιδέα ήταν στο μυαλό μου. Είχα τραβήξει το υλικό από τις Επιστολές, ήξερα πού ήθελα να πάει το έργο. Μετά η σύνθεση της παράστασης έγινε στις πρόβες. Ακόμα και η βοηθός μου, η Στέλλα Ράπτη, ενώ δουλεύαμε μαζί εξ αρχής, μόνο όταν είδε κάποια πράγματα στην πρόβα είπε: «Α, αυτό εννοούσες!»
Ή έλεγα στους συνεργάτες: «Θέλω να εμφανίζονται ζώα που θα της μιλάνε!» Με κοίταζαν και έλεγαν: «Μα θα είναι αστείο!» Δεν πειράζει, απαντούσα, θα το δούμε, και τι κακό έχει να είναι αστείο; Αλλά τώρα που το βλέπουν κατανοούν. Ισως είναι έλλειψη δική μου, ότι δεν μπορώ να το ορίσω ακριβώς από πριν, γιατί η πρόβα είναι πολύ σημαντική για μένα. Εχουν σημασία και οι συντελεστές. Αν δεν ήταν η Εμιλυ Κολιανδρή, σίγουρα θα είχε πάρει άλλη πορεία. Και μόνο ότι η Εμιλυ έχει αυτή την υπέροχη φωνή και μπορεί να τη διαχειριστεί, με έκανε να πω ότι θα γίνει όλη η παράσταση με μικρόφωνο, παρ’ όλο που δεν έχουμε πρόβλημα ήχου, γιατί είναι πολύ μικρή αίθουσα.
● Σε γνώριζα ως χορογράφο, τη σκηνοθετική πλευρά σου δεν την ήξερα.
Κάνεις δεν την ξέρει, αλλά έχω κάνει αρκετά. Η πρώτη μου σκηνοθεσία ήταν πριν από έντεκα χρόνια. Ενας μονόλογος του Franz Xavier Kroetz με τη Δέσποινα Κούρτη, βουβός, γραμμένος μόνο με σκηνικές οδηγίες. «Wunschkonzer» – δύσκολος τίτλος, δεν μεταφραζόταν στα ελληνικά. Είναι μιάμιση ώρα μιας γυναίκας μέσα στο σπίτι της. Είχε πάει πολύ καλά. Από τότε ξεκίνησα. Απλώς δεν βιοπορίζομαι, συνήθως κάνω κίνηση σε παραστάσεις. Κάνω κάτι μόνο αν θέλω, αν έχω κάποια ιδέα ή βρω ένα κείμενο όπου υπάρχει κάτι που με αφορά.

● Αυτό είναι καλή συνθήκη.
Δεν είναι τόσο καλή. Γιατί πρέπει να έχεις συχνή παρουσία ως σκηνοθέτης, όχι ανά δυο-τρία χρόνια. Βέβαια, πρέπει να σου πω ότι ενώ αυτή η πρώτη παράσταση είχε πάει πολύ καλά σε όλα, και από κόσμο και από κριτικές και από αποδοχή, εγώ είχα πάθει σοκ.
● Γιατί;
Δεν ξέρω! Οταν άρχισαν να βγαίνουν πολύ καλές κριτικές με έπιασε ένας τρόμος, και αντί να κάνω κάτι αμέσως μετά ή να συνεχίσει η παράσταση και την επόμενη χρονιά, όπως γίνεται φυσιολογικά, έπαθα ένα μπλοκάρισμα και ξαναέκανα κάτι μετά από πέντε χρόνια. Μετά, άρχισαν να θέλουν πολύ περισσότεροι σκηνοθέτες να κάνω την κίνηση σε παραστάσεις.
Αρχισα να έχω πολλή δουλειά, να πληρώνομαι καλά. Το να κάνω την κίνηση μου είναι εύκολο, ευχάριστο. Δεν με βασανίζει όλη την υπόλοιπη μέρα, κάποιος άλλος έχει την ευθύνη, τις περισσότερες φορές άνθρωποι που έχουμε αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ετσι, πάντα είχα τον χώρο να κάνω τα δικά μου και να εμπλέκομαι και δραματουργικά.
Η επόμενη παράσταση ήταν στη Στέγη, κι επίσης δεν είχε λόγο: το «The Arrival» του Shaun Tan, ένα graphic novel για τη μετανάστευση. Εκεί είχε κάνει φοβερά πράγματα ο Δημήτρης Καμαρωτός. Στο Φεστιβάλ έχω κάνει δύο παραστάσεις: «Οι Τυφλοί» του Μέτερλινκ, ένα παράξενο, μεταφυσικό, ονειρικό θρίλερ για τη ζωή και την τυφλότητά μας. Ηταν η τελευταία δουλειά του Μηνά Χατζησάββα.
Η άλλη ήταν «Οι Προεδρίνες» του Βέρνερ Σβαμπ, με τη Ρούλα Πατεράκη, τη Μαρία Κατσιαδάκη και την Εύη Σαουλίδου. Ηταν βιτριολικός συνδυασμός, μολότοφ, πολύ έντονο κοκτέιλ – αλλά και το έργο ήταν πολύ σκληρό, αδυσώπητο. Μετά, «Εντα Γκάμπλερ» το 2019 στο Bios. Ηταν η πρώτη φορά που πήρα επιχορήγηση. Μέχρι τότε συνεργαζόμουν με φορείς που τα έκαναν όλα, εγώ έκανα μόνο την πρόταση και σκηνοθετούσα. Ζορίστηκα, γιατί έπρεπε να διαχειριστώ εγώ τα λίγα χρήματα. Τα καταφέραμε όμως.
Μια δουλειά που είμαι πολύ χαρούμενη που έγινε ήταν τα «Europeras» του John Cage. Χρησιμοποίησε υπολογιστές, δικά του συστήματα, το 1992: μια όπερα από όλες τις όπερες από τον 16ο αιώνα και μετά! Το χρωστάω στον Γιώργο Κουμεντάκη που πίστεψε πολύ σε αυτό και μας έδωσε πρόσβαση σε όλα τα ιστορικά κοστούμια και στα σκηνικά της Λυρικής – ήταν για τα 80 χρόνια της. Εγινε ένα περίεργο θέαμα-τσίρκο, μια τρέλα.
Εχω κάνει διάφορα, απλά δεν τα επικοινωνούσα καθόλου. Μέχρι το 2019 πίστευα ότι ο κόσμος ή οι δημοσιογράφοι πηγαίνουν στις παραστάσεις γιατί έχουν ακούσει καλά λόγια από στόμα σε στόμα. Ακούγεται βλακώδες, αλλά δεν ήξερα ότι υπάρχει το promotion, η επικοινωνία. Δεν είχα ασχοληθεί, δεν είχα ενδιαφερθεί. Νόμιζα ότι όλα γίνονται μόνο αν κάνεις καλή δουλειά. Πού να ξέρω ότι πρέπει να διαφημίσεις την παράσταση από πριν;
● Θα ήθελες στο εξής η κύρια δραστηριότητά σου να είναι η σκηνοθεσία;
Οχι, μου αρέσει πολύ να μπαίνω στον κόσμο ενός άλλου δημιουργού. Οταν με καλεί κάποιος σκηνοθέτης ή μουσικός να κάνουμε κάτι μαζί, χαίρομαι πάντα πολύ. Ιδεατά, θα ήθελα να κάνω μόνο αυτά που επικοινωνούν καλύτερα με τον δικό μου κόσμο. Μέχρι τώρα δεν ήταν δυνατόν. Συχνά η συνάντηση είναι πάρα πολύ ωραία, είναι χαρά, αλλά πολλές φορές κάνω και πράγματα που δεν τα πιστεύω, δεν μου ανοίγουν κανάλια της φαντασίας μου. Ομως κάποιοι συνεργάτες πραγματικά μου δίνουν έμπνευση.

● Ενώ θα περίμενε κανείς η προσέγγισή σου να ξεκινάει από την κίνηση, εδώ ξεκίνησε από τα κείμενα.
Ξεκίνησε από την ιστορία μιας γυναίκας, αυτό που υπέστη ένα σώμα, οπότε πάλι η αφετηρία έχει να κάνει με το σώμα. Μετά ήρθαν όλα τα άλλα: οι Επιστολές, η ιστορία της… Αλλά δεν ξέρω αν θα με ενδιέφερε αν δεν αφορούσε το σώμα μιας γυναίκας ως πεδίο δοκιμών.
● Για την ηρωίδα σου γνωρίζουμε μόνο διάφορες κοινοτοπίες. Από την περίοδο του Οθωνα και της Αμαλίας, αν εξαιρέσουμε την εξέγερση για το Σύνταγμα το 1843, δεν ξέρουμε πολλά.
Ναι! Από την Αμαλία όλοι ξέρουν, οι πιο παλιοί –η πιο νέα γενιά δεν ξέρω– γιατί μας έντυναν στο σχολείο την 25η Μαρτίου τη στολή Αμαλίας! Δεν ξέραμε τι είναι η Αμαλία, μόνο «η στολή Αμαλία».
● Και κάποιοι επίσης παλιοί, το μόνο που θυμούνται είναι να την ερμηνεύει στην τηλεόραση η Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Είναι κρίμα που δεν έχει σωθεί, έχουν μείνει πολύ λίγα πλάνα, δυο λεπτά. Ηταν και μεγάλη αποτυχία. Ενας φίλος μου που έχει πολύ χιούμορ, ο Μάνος Καρατζογιάννης, όταν του είπα για την Αμαλία, μου λέει: «Ζωή, πολύ ωραία ιδέα, αλλά να ξέρεις ότι το δοκίμασε και η Αλίκη και απέτυχε!» (Γέλια) Μετά, όταν είπα στον Δημήτρη Καραντζά ότι κάνω παράσταση για τη βασίλισσα Αμαλία, ρώτησε: «Γιατί; Δεν μπορείς να βρεις μια άλλη που να μην ήταν βασίλισσα; Τώρα αυτό με τη βασίλισσα δεν είναι λίγο απωθητικό, αποκρουστικό;» Είναι όλοι λίγο προκατειλημμένοι, με το που ακούνε βασίλισσα, δεν έχει σημασία τι όνομα θα ακολουθήσει, κάτι παθαίνουν. Ακόμα και το ιστορικό κομμάτι που αφορά τη βασιλεία στην Ελλάδα δεν έχει διερευνηθεί ιδιαίτερα, υπάρχουν σκοτεινά σημεία.
Ενας σημαντικός και γνωστός άνθρωπος δεν ήξερε ποια είναι η βασίλισσα Αμαλία, νόμιζε ότι ήταν η Φρειδερίκη! Ολες οι βασίλισσες είναι λίγο το ίδιο! Από τους δρόμους τις ξέρουμε: Βασιλίσσης Σοφίας, Βασιλίσσης Αμαλίας, Βασιλίσσης Ολγας. Ευτυχώς, δεν πτοήθηκα. Θα μπορούσα να πτοηθώ γιατί και η οικογένειά μου ήταν αριστεροί, κεντροαριστεροί, ριζοσπάστες. Αλλά εγώ δεν ήμουν ποτέ πολιτικοποιημένη, μόνο ό,τι ζω και ό,τι μπορώ να αντιληφθώ. Δεν έχω κάτσει να μελετήσω όπως θα ήθελα. Θα γίνει και αυτό.
● Εχεις σχέδια για επόμενη δουλειά;
Υπάρχουν πράγματα στο μυαλό μου από καιρό. Μ’ αρέσει πάρα πολύ ένα κείμενο της Ινγκεμπορ Μπάχμαν. Είναι ένα άλλο, σενάριο μιας ταινίας. Ολα με γυναίκες που κάτι παθαίνουν στο τέλος!
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης
? Το «Amalia melancholia, η βασίλισσα των φοινίκων» παίζεται στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Σύλληψη-Δραματουργία-Σκηνοθεσία: Ζωή Χατζηαντωνίου
Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος σε συνεργασία με τον Γιώργο Μιζήθρα
Βίντεο: Παντελής Μάκκας
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Σύμβουλος δραματουργίας: Λουίζα Αρκουμανέα
Βοηθός σκηνοθέτριας: Στέλλα Ράπτη
Ερμηνεύουν: Εμιλυ Κολιανδρή, Ρίτα Λυτού
Πληροφορίες και εισιτήρια: TicketServices.gr
