ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Λιλιμπάκη-Σπυροπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Αη Στράτης, ένα από τα νησιά του βορείου Αιγαίου, είναι γνωστός ως τόπος εξορίας και συνδεδεμένος με ένα ιδιαίτερο γεγονός: τη φυσική εξόντωση των κρατουμένων, μέσω της πείνας. Η δικτατορία του Μεταξά παρέδωσε τους εξόριστους στους Γερμανούς κατακτητές.

Οσους δεν έκαναν δήλωση τους έκλεισαν σε ένα σχολείο, το μοναδικό που είχε το νησί του Αη Στράτη, με σκοπό να τους εξοντώσουν, και τους έκοψαν το φαγητό. Για ένα διάστημα έτρωγαν από τα χόρτα της αυλής και στη συνέχεια άρχισαν σταδιακά να πεθαίνουν. Συνολικά 34 από αυτούς θάφτηκαν στον λοφίσκο του Αη Στράτη, πάνω από το στρατόπεδο (Χρόνης Μίσσιος).

Για τον Αη Στράτη μάς δίνει γλαφυρή την εικόνα ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) που συνεχίζει και επιβεβαιώνει την πληροφορία του Χρόνη Μίσσιου. «Αποκλεισμένοι στο νησί οι εξόριστοι νιώθουν τους τριγμούς που προκαλεί η κατάρρευση του μετώπου και η νίκη των Γερμανών». Ο «πληθυσμός» αύξανε καθώς το πλοίο που πήγαινε μία φορά τη βδομάδα, έφερνε συνεχώς νέους κρατούμενους οι οποίοι μάλιστα οργανώνονταν γιατί η πείνα ήταν μεγάλη.

Οι ίδιοι βοηθούσαν και τους ντόπιους. Μάζευαν ξύλα και καλλιεργούσαν τη γη. Με την υπόσχεση όμως ότι θα έφευγαν και θα μεταφέρονταν αλλού, εγκατέλειψαν τις αγροτικές δουλειές. Ηταν και η απαγόρευση απομάκρυνσης λόγω πιθανής απόδρασης, οπότε η πείνα ήταν αυξητική και εκβιαστική. Το ταχυδρομείο δεν έπαιρνε δέματα, αλλά κι αν έπαιρνε, η διοίκηση τα επέστρεφε. Νερό έπαιρναν από πηγάδι με τρόμπα, με τους τενεκέδες.

Είχαν λυχνάρι για φως και μαγκάλια με κεραμίδες ως θερμαντικό για να ζεσταίνουν τα πόδια τους. Καθώς το φαγητό ήταν ελάχιστο, έφτασαν να τρώνε σκυλιά και ψοφίμια που είχαν παγώσει στο χιόνι του κρύου χειμώνα 1941-42 και οι κρατούμενοι δηλητηριάστηκαν. Κατέφυγαν στα χόρτα και στο λίγο κουρκούτι. Στα τέλη του Φεβρουαρίου, ύστερα από μήνες χωρίς τροφή, μεταφέρθηκαν τρόφιμα στο νησί. Οι περίπου 160 κρατούμενοι είχαν αφήσει τα καταλύματά τους και είχαν συγκεντρωθεί σε φυλακή.

Μετέπειτα στον Aη Στράτη, η πλειονότητα των 2.756 κρατούμενων ζούσε σε σκηνές με αυτοσχέδιους τοίχους για προστασία από βροχές και πλημμύρες, ενώ μόνο 150 άτομα είχαν την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσουν δωμάτιο σε σπίτια του μοναδικού οικισμού των χιλίων κατοίκων. Οι καλές σχέσεις με τους ντόπιους ήταν σημαντικές. Μοιράζονταν προβλήματα νερού, τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα κ.ά. Εκτός από δωμάτια, έπρεπε να νοικιάζουν αγρούς για καλλιέργεια, ζώα και συχνά να εργαστούν σε ντόπιους.

Εχουν αποτυπωθεί φωτογραφικά εξόριστοι στα λαγκάδια, από το 1947 οπότε τα μέτρα έγιναν αυστηρότερα στον Αη Στράτη, στη Λήμνο και την Ικαρία, και η όποια κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα απαγορεύτηκε: Οι αφίσες βγήκαν, οι λέσχες, τα σχολεία, κυλικεία, θέατρα έκλεισαν, οι διαλέξεις και τα τραγούδια απαγορεύτηκαν, τα συνεργεία τεχνιτών διαλύθηκαν και οι συγγενείς υποχρεώθηκαν να φύγουν.

Στον Αη Στράτη οι κρατούμενοι ζούσαν ακόμα σε αντίσκηνα έως το τέλος του 1951. Στις αφηγήσεις συχνά αναφέρεται και το τμήμα μεταγωγών του Πειραιά, μέσω του οποίου πήγαιναν για εξορία στον Αη Στράτη.

Στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρξαν και λειτούργησαν τόσο στην Ελλάδα όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Β’ Π.Π.) αλλά και κατόπιν, με έγκλειστους από διαφορετικές πλέον ομάδες. Με το τέλος του ελληνικού Εμφυλίου εφαρμόστηκε η τακτική εξουδετέρωσης του αντιπάλου είτε μέσω φυλάκισης είτε μέσω ενός ευρύτερου σχεδίου «σωφρονισμού».

Με την οξύτητα των πολιτικών παθών, τα μέτρα που συνίσταντο σε φυλάκιση, εξορία και μαζικό εγκλεισμό των ηττημένων ήταν ιδιαίτερα σκληρά (βλ. Υποσημείωση). Πρακτικές ανάλογες υπήρχαν και κατά τον Μεσοπόλεμο, όπως η περίπτωση της Ακροναυπλίας, περίπτωση εμβληματική για την οργάνωση της εκεί διαβίωσης από τους ίδιους τους έγκλειστους, με την κατασκευή χώρων αναγκαίων για την εκεί παραμονή τους. Κατά τον Β’ Π.Π. μαζί με τις εκτοπίσεις και τις άλλες μορφές εγκλεισμού εμφανίστηκαν μαζικά στρατόπεδα, όπως στο Χαϊδάρι, το στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, τα στρατόπεδα Λάρισας, Τρικάλων κ.λπ.

Ευρύτερα γνωστή ως τόπος εξορίας της μετεμφυλιακής περιόδου είναι η Μακρόνησος. Στα τέλη του 1948 διαμορφώθηκε το στρατόπεδο πειθαρχημένης διαβίωσης που δέχθηκε χιλιάδες πολιτικούς εξόριστους από Ικαρία, Λήμνο, Αη Στράτη, μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1949, με βάση το ΟΓ’ ψήφισμα για την εκεί μεταφορά όλων των κρατούμενων, απ’ όλες τις φυλακές της χώρας. Γενικότερα, τα σημεία κράτησης αφορούσαν φυλακές και στρατόπεδα σε Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Ακροναυπλία, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό κ.α.

Η αναφορά στις γυναίκες εξόριστες και στα στρατόπεδα όπου κρατήθηκαν είναι ιδιαίτερη, κατ’ αρχάς γιατί έτσι αντιμετωπίζεται το ζήτημα από τη σχετική ιστοριογραφία και στρατοπεδική λογοτεχνία αλλά και γιατί ήταν συνήθως απομακρυσμένα από τα αντίστοιχα των ανδρών. Ο αριθμός των γυναικών ήταν σημαντικά μικρότερος των ανδρών αν και οι κρατούντες ήταν σκληρότεροι με τις γυναίκες. Μια ερμηνεία που θα επιχειρούσαμε θα ήταν όχι το μη ενδιαφέρον και η μειωμένη αγωνιστικότητα των γυναικών, αλλά το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της εποχής.

Οι γυναίκες ήταν επιβαρυμένες από γέννες, βιασμούς, αναμονή ειδήσεων από άνδρες κ.λπ. (Ευαγγελία Μαχαίρα). Ως φυλακισμένες αναφέρονται και γνωστές συγγραφείς και καλλιτέχνιδες. Κατά την Αλκη Ζέη, εξόριζαν τις γυναίκες ακόμα και γιατί είχαν αδελφό, άνδρα,ή γιο στο αντάρτικο. Τα νησιά που φιλοξένησαν κρατούμενες ήταν η Χίος, το Τρίκερι, η Μακρόνησος και ο Αη Στράτης.

Τον Αύγουστο του 1950 περίπου οι μισές γυναίκες που βρίσκονταν στη Μακρόνησο μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι, επειδή η τότε κυβέρνηση αναγκάστηκε, από τη διεθνή κατακραυγή, να καταργήσει το στρατόπεδο Μακρονήσου (Αρχείο ΚΚΕ). Από το Τρίκερι άρχισε η σταδιακή απόλυσή τους και τον Απρίλιο του 1953 είχαν μείνει μόνο 19 γυναίκες και 10 χωροφύλακες. Τον Σεπτέμβριο 1953 οι εξόριστες αυτές μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη, όπου έκλεισε ο φοβερός κύκλος του μαρτυρίου τους. Το στρατόπεδο στον Αη Στράτη διαλύθηκε το 1962.

Υποσημείωση: Το σύνθετο έργο εξιστόρησης και ανάλυσης των γεγονότων έχουν αναλάβει όλα αυτά τα χρόνια μεγάλες μορφές των γραμμάτων και της ιστορικής έρευνας και είναι βέβαιο πως θα το συνεχίσουν. Μεταξύ άλλων, ανάλυση του φαινομένου βρίσκουμε στο έργο του Πολυμέρη Βόγλη: Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2004.

*Δρ αρχιτέκτων-αρχαιολόγος