«Αραγε, αν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τις στιγμές εκείνες που οι ζωές μας διχοτομούνται σε ένα πριν και σε ένα μετά, αν μπορούσαμε να σταματήσουμε τη ροή των κλασμάτων δευτερολέπτου, να προλάβουμε τον εαυτό μας πριν πηδήξει στον γκρεμό –αν μπορούσαμε να επιλέξουμε να παγώσουμε τον χρόνο, οι ζωές μας άθικτες, οι καρδιές μας ολόκληρες, τα μέτωπά μας αρυτίδωτα, οι νύχτες μας γεμάτες ατάραχο ύπνο–, θα πέφταμε ή θα παγώναμε τον χρόνο; Θα είχε επιλέξει ο Βάριαν εκείνη τη στιγμή να ζήσει για πάντα σε μια εποχή πριν από το μήνυμα, άθικτος αλλά απαράλλακτος;»
Οι σκέψεις αυτές είναι στο μυαλό του δημοσιογράφου Βάριαν Φράι όταν λαμβάνει στο ξενοδοχείο «Splendide» της Μασσαλίας όπου μένει το μήνυμα «Λα Ντοράντ» 19:00. Vincit labor ignorantiam (η εργασία νικά την άγνοια).
Ηταν από τον συνεργάτη του Λίνκολν Κιρστάιν, γιατί μόνο εκείνος ήξερε τη βαθύτερη έννοια αυτής της φράσης που μεθυσμένοι είχαν στείλει στο διάολο τη δουλειά και είχαν προτιμήσει το σκοτσέζικο ουίσκι του Κιρστάιν.
Με αυτό το αναπάντεχο μήνυμα ξεκινά η ροή του βιβλίου «Φάκελος απόδρασης» της Τζούλι Οριντζερ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Θεοδώρας Δαρβίρη. Η Οριντζερ, γεννημένη το 1973 στο Μαϊάμι, ζει στο Μπρούκλιν και έχει ήδη στο βιογραφικό της δυο βραβευμένα βιβλία, πολλά βραβεία και άλλες ιστορίες που ελπίζουμε κάποτε να διαβάσουμε στα ελληνικά.
Στο βιβλίο «Φάκελος απόδρασης» ασχολείται με μια εποχή, αρχές του 1941, που τα τύμπανα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χτυπούσαν δυνατά σε κάθε γωνία της Ευρώπης και τρόμαζαν με τον ήχο τους τη ζωή των ανθρώπων σε όλη την υφήλιο. Ο ήχος τους όμως ακουγόταν αμυδρά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ήρωας του βιβλίου, υπαρκτό πρόσωπο, ο χαρισματικός δημοσιογράφος Βάριαν Φράι θέλησε να ταρακουνήσει τους ανυποψίαστους συμπατριώτες του γι’ αυτό το τρομερό τέρας που άρχισε να βρυχάται στις πόλεις που ήταν το κέντρο του πολιτισμού και της επιστήμης της Ευρώπης.
Ο Φράι άρχισε να υποψιάζεται τι γίνεται όταν επισκέφθηκε τη Γερμανία το 1935 ως ανταποκριτής του περιοδικού The Living Age. Στο Βερολίνο ήταν παρών σε διώξεις και τραμπουκισμούς εναντίον Εβραίων. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη έγραψε ένα πύρινο άρθρο στους New York Times θέλοντας να σημάνει συναγερμό για τον επικείμενο κίνδυνο που εγκυμονούσε η δημοτικότητα του λαοφιλούς Χίτλερ. Και φυσικά δεν ήταν υπερβολικό τίποτα από όσα έγραψε.
Από το 1933 και μετά χιλιάδες Εβραίοι Γερμανοί διανοούμενοι, αριστεροί, εγκατέλειπαν τη χώρα τους. Οι περισσότεροι ζήτησαν άσυλο από τη γειτονική Γαλλία αλλά όταν η Γερμανία κατέλαβε τη χώρα το 1940, το καθεστώς του Βισί είχε εντολές να φυλακίζει τους Γερμανοεβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επικράτησε πανικός και τα εισιτήρια ήταν δυσεύρετα.
Διαβάζοντας το εξαιρετικό μυθιστορηματικό βιβλίο της Οριντζερ θα ανακαλύψετε πως στο πρόσωπο του Φράι αμέτρητοι καλλιτέχνες και συγγραφείς που ζούσαν στη Γαλλία βρήκαν τον σωτήρα τους.
Πριν από αυτόν, ο Αυστριακός ψυχαναλυτής Καρλ Φρανκ που απέδρασε από τη Γερμανία το 1933 και άλλαξε το όνομά του σε Πολ Χέιγκεν ίδρυσε με τη συνδρομή και άλλων ατόμων την Επιτροπή Επείγουσας Διάσωσης. Αναζητούσαν κάποιον που θα έπρεπε να αναλάβει το δύσκολο έργο της Οργάνωσης στη Γαλλία και στο πρόσωπο του Βάριαν Φράι βρήκαν τον ιδανικό υποψήφιο.
Η ομάδα συναντήθηκε σε ένα μικρό διαμέρισμα και όπως σχολιάζει ο βιογράφος του Φράι «σ’ εκείνο το μικρό διαμέρισμα αποφασίστηκε η τύχη εκατοντάδων εξαιρετικών και χαρισματικών ανθρώπων και η πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού άλλαξε για πάντα». Ο πολύ αληθινός ήρωας του βιβλίου μπόρεσε να μείνει στη Μασσαλία δεκαπέντε μήνες πριν απελαθεί, έχοντας κατορθώσει να φυγαδεύσει χίλιους πεντακόσιους πρόσφυγες και τριακόσιους Βρετανούς στρατιώτες και αξιωματικούς.
Το Αμερικανικό Κέντρο Διάσωσης έσωσε βέβαια πολλούς περισσότερους. Αλλά ο Φράι πάλεψε ώς την τελευταία στιγμή, όπως μας περιγράφει ανάγλυφα η συγγραφέας, να σώσει οτιδήποτε μπορούσε να σωθεί.
Είχε περίπλοκη και πολυδιάστατη προσωπικότητα που τόσα χρόνια μετά εμπνέει και αφυπνίζει. Στο μυθιστόρημα της Οριντζερ φωτίζονται με συγκινητικό τρόπο και εξαιρετική λογοτεχνική παραστατικότητα οι πιο μύχιες ανθρώπινες πλευρές του. Οταν βγήκε το βιβλίο, αλλά και μετά την έκδοση των βιογραφιών του που κυκλοφόρησαν, αφέθηκαν ερωτηματικά για τη σχέση του με τον Ελιοτ Γκραντ, την οποία αφηγείται η συγγραφέας στο βιβλίο.
Η δεύτερη σύζυγός του το αρνήθηκε, ο γιος του όμως παραδέχτηκε πως ο πατέρας του έπαθε νευρικό κλονισμό υπό το απίστευτο ψυχολογικό βάρος που κουβαλούσε όντας κρυφός ομοφυλόφιλος στη συντηρητική Αμερική του 20ού αιώνα.
Οι στιγμές θάρρους, απόγνωσης, οδύνης, λύτρωσης και άλλων οριακών συναισθημάτων που βρίσκονται στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι πολλές και πυκνές στο βιβλίο. Αξίζουν συγχαρητήρια στη μεταφράστρια Θεοδώρα Δαρβίρη για την εύστοχη κρίση της στην απόδοση ενός τόσο μεγάλου βιβλίου, σε όγκο –πλησιάζει τις χίλιες σελίδες– και σε βάθος.
Η Οριντζερ με ώριμη λογοτεχνική γλώσσα βάζει στον μεγεθυντικό φακό της σελίδες της ιστορίας που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρες. Και μας θυμίζει ακόμα μία φορά πως ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση.
