ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωνσταντίνος Θανασάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποια ήταν η αντίδραση της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης στο άκουσμα της Ελληνικής Επανάστασης; Με ποιον τρόπο αντέδρασαν οι περιφερειακοί διοικητές του σημερινού ελληνικού χώρου –και όχι μόνο– και ποιες οδηγίες έλαβαν από την Υψηλή Πύλη; Αντιλήφθηκαν πράγματι οι Οθωμανοί τη δυναμική και τη μαζικότητα της εξέγερσης από την πρώτη στιγμή; Πρόκειται για ένα «ελληνικό στρατιωτικό θαύμα»;

Σε αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα έρχεται να δώσει απαντήσεις η έκδοση του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, «“Aυτοί οι Απιστοι Ελληνες”: Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα Οθωμανικά Αρχεία» («Those infidel Greeks»: The Greek War of Independence through Ottoman Archival Documents) σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Brill στο Λέιντεν της Ολλανδίας. Μέσα από 1.700 σελίδες, το έργο ρίχνει φως σε 700 αδημοσίευτα έγγραφα της οθωμανικής αυτοκρατορικής διοίκησης.

Την επιστημονική εποπτεία και συνολική επιμέλεια του έργου φέρει ο δρ Σουκρού Ιλιτζάκ. Με σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Αγκυρας και μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Σ. Ιλιτζάκ έχει δημοσιεύσει πλήθος βιβλίων και άρθρων αναφορικά με την Ελληνική Επανάσταση.

Μόνιμος κάτοικος Αθηνών, και πλέον επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών στην Κρήτη, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς της γενιάς του. Με ανανεωτική πλην όμως άκρως ιστορική ματιά μελετά αδημοσίευτες μέχρι σήμερα πηγές. Η έκδοση «“Aυτοί οι Απιστοι Ελληνες”: Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα Οθωμανικά Αρχεία» αποτελεί έως τώρα τη μεγαλύτερη συνεισφορά του στην επιστήμη.

Η συγκεκριμένη συλλογή επιστολών περιέχει τις απαντήσεις της Υψηλής Πύλης σε ερωτήματα και προβληματισμούς διοικητικών και στρατιωτικών της υπαλλήλων σχετικά με την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Χρονολογούνται από την έναρξη της Επανάστασης μέχρι και το 1830 και ξεπερνούν τις 50.000 επιστολές. Για τη συγκεκριμένη έκδοση, έγινε επιλογή των 700 σημαντικότερων εγγράφων, τα οποία χρονολογούνται από τον Ιούνιο του 1821 μέχρι το 1826. Το 1826 δεν αποτελεί αυθαίρετο όριο φυσικά.

Σηματοδοτεί τη χρονολογία όπου η Ελληνική Επανάσταση, με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως ένα ενιαίο γεγονός, άλλαξε πλαίσιο αναφοράς με την επίσημη πλέον διπλωματική συμμετοχή των Μεγάλων Δυνάμεων. Μέχρι τότε, παρότι οι Μεγάλες Δυνάμεις (κυρίως η Ρωσία και η Αγγλία) παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις και συχνά παρενέβαιναν, ο Αγώνας εκτυλισσόταν ανάμεσα στους «Ελληνες» και τους «Οθωμανούς».

Τι όμως προβάλλουν τα έγγραφα αυτά και ποια η σημασία τους; Στην πραγματικότητα δεν αλλάζουν διόλου την αντίληψή μας για την Ελληνική Επανάσταση. Δεν παρουσιάζουν, δηλαδή, μια τελείως διαφορετική εικόνα από αυτήν που γνωρίζουμε, έστω κι αν τμήματα της εικόνας αυτής δεν αποτελούν γενική παραδοχή, ούτε φέρνουν στο προσκήνιο γεγονότα που αγνοούσαμε. Εντούτοις, η συμβολή τους στην έρευνα είναι καίρια καθώς μεταβάλλουν το ερμηνευτικό πλαίσιο και προσφέρουν μια ολιστικότερη προσέγγιση της Επανάστασης, με προεκτάσεις σε ζητήματα τόσο εγχώρια όσο και διεθνή.

Πιο συγκεκριμένα, αναδεικνύουν την ποικιλομορφία της Επανάστασης, προτάσσοντας συνάμα ζητήματα, όπως θέματα φύλου ή προσωπικών συμφερόντων, μέχρι τώρα ελάχιστα μελετημένα. Από την άλλη πλευρά, ξεκάθαρα υπογραμμίζουν τη μαζικότητα του Αγώνα –συχνά οι Οθωμανοί απορούν, με πολύ γλαφυρό τρόπο, πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες να «μην το βάζουν κάτω»– ενώ προσφέρουν μια συστηματική ανάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορικής ιδεολογίας και διοίκησης απέναντι στην Επανάσταση, στις επαναστάσεις γενικότερα, αλλά και στις αλλαγές στην ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μας επιτρέπει να ακολουθήσουμε τις πολιτικές ζυμώσεις της τελευταίας μεγάλης αυτοκρατορίας, από την οποία προήλθαν τα κράτη της Βαλκανικής χερσονήσου.

Πολλές μικρές επαναστάσεις

Οι Οθωμανοί ήταν «πρώτης τάξεως» γραφειοκράτες. Αρχειοθετούσαν με μεγάλη επιμέλεια όλα τα δημόσια/διοικητικά έγγραφα. Ετσι έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας εκατοντάδες χιλιάδες τεκμήρια από τα Οθωμανικά Αρχεία, μεταξύ τους και εκείνα που αφορούν το Εικοσιένα, τα οποία, καθώς η έρευνα και η καταλογογράφησή τους προχωρά, συμβάλλουν σημαντικά στον επαναπροσδιορισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την καλύτερη κατανόηση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας και της οθωμανικής πραγματικότητας συνολικότερα.

Η παρούσα συλλογή διαφέρει από όλον αυτό τον αρχειακό πλούτο σε τουλάχιστον δύο επίπεδα. Αποτελεί μοναδικό τεκμήριο, διότι μαθαίνουμε καταρχάς, και μάλιστα διά χειρός του σουλτάνου Μαχμούντ Β’, την αντίληψη που σταδιακά σχημάτισαν οι Οθωμανοί για τα επαναστατικά κινήματα. Είναι μία κωδικοποιημένη, τρόπον τινά, πολιτική, διοικητική και στρατιωτική πραγματεία, η οποία αναδεικνύει το ευρύτερο ερμηνευτικό φάσμα που διαμόρφωσαν οι Οθωμανοί για την Ελληνική Επανάσταση, από την έναρξή της και μέχρι την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου.

Ταυτόχρονα, σε μικρο-επίπεδο, αντλούμε πληροφορίες για θέματα που είτε βρίσκονται ακόμα υπό την επήρεια της παραδοσιακής ιστοριογραφίας –όπως για παράδειγμα η δράση του Οδυσσέα Ανδρούτσου– είτε είναι ελάχιστα μελετημένα. Ενα από αυτά είναι η δράση συγκεκριμένων μονάδων στη Μακεδονία, περιοχή για την οποία λίγα έχουν γραφτεί στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία.

Πιο συγκεκριμένα, η επίσημη εθνική «μυθολογία» υποστηρίζει, εν ολίγοις, ότι οι Οθωμανοί άργησαν να αντιληφθούν την Επανάσταση. Πράγματι, δεν αντέδρασαν στοχευμένα, τουλάχιστον όχι εξαρχής, δηλαδή από τον Μάρτιο του 1821, διότι για ένα μεγάλο διάστημα δεν υπήρχε Επανάσταση. Υπήρχαν διάσπαρτες επαναστατικές εστίες, εξεγέρσεις δηλαδή, τοπικού χαρακτήρα, όπως σωστά τις αποκαλούν οι ίδιοι στα υπό μελέτη έγγραφα. Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκείνη την περίοδο, καταλαβαίνει ότι, παρά τις εδαφικές απώλειες που είχε ήδη υποστεί από τα μέσα του 18ου αιώνα, ο Σουλτάνος εξακολουθούσε να διοικεί και να ορίζει μια τεράστια γεωγραφική έκταση. Εχοντας αναμφισβήτητα στρατιωτική υπεροχή, η Υψηλή Πύλη δεν είχε λόγο να θορυβηθεί για τοπικές εξεγέρσεις. Είχε άλλωστε καταπνίξει πολλές.

Από την άλλη, το να μιλά κανείς για εξεγέρσεις τοπικού χαρακτήρα δεν μειώνει στο ελάχιστο την αξία των εξεγέρσεων αυτών. Δεν πρόκειται για μια αξιολογική κρίση. Τουναντίον, όπως προκύπτει από την επίσημη αλληλογραφία που εξετάζεται, πρόκειται ουσιαστικά για περιγραφή των στοιχείων εκείνων που κάνουν την Ελληνική Επανάσταση ένα σχεδόν μοναδικό φαινόμενο: η μαζικότητα, η επιμονή και η πίστη των εξεγερμένων στους σκοπούς τους, όποιοι και αν ήταν αυτοί, παρά τις συνεχείς καταστολές από την πλευρά των Οθωμανών.

Η σύγχρονη ιστορική σκέψη υποστηρίζει ότι η έννοια της «Επανάστασης», εν γένει, χρειάζεται επαναπροσδιορισμό. Με αφορμή κυρίως, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, τη Γαλλική Επανάσταση, ερευνητές και μελετητές αναφέρονται σε πολλαπλές επαναστάσεις, τόσο γεωγραφικά όσο και ιδεολογικά, οι οποίες, ιστοριογραφικά μιλώντας, καταλήγουν να αποκτούν έναν χαρακτήρα και να εμφανίζονται ως αυτόνομο γεγονός.

Στην πραγματικότητα, και η Ελληνική Επανάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση, πρόκειται για πολλές μικρές επαναστάσεις, από τις ένοπλες συγκρούσεις, με αιτήματα, αρκετές φορές, τοπικού χαρακτήρα, μέχρι τις επαναστάσεις στον λόγο, στον Τύπο κ.ο.κ. Η Ελληνική Επανάσταση πρέπει να λογίζεται και να ερμηνεύεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δίχως φυσικά να χάνει την ιδιαιτερότητά της.

Σπασμωδικές αντιδράσεις της οθωμανικής διοίκησης

Η μαζικότητα της Ελληνικής Επανάστασης, η συστράτευση και η συμμετοχή των τοπικών ομάδων, είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού παραδείγματος. Παρότι δεν έχει ερμηνευτεί στην ολότητά της –νεότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να συγκριθεί με τη μαζικότητα των επαναστάσεων της Ιταλικής χερσονήσου–, είναι ξεκάθαρο ότι οδήγησε την οθωμανική διοίκηση σε σπασμωδικές καταστροφικές αντιδράσεις.

Στη σημερινή ελληνική επικράτεια υπήρχαν πολλές επαναστατικές εστίες, στην καταστολή των οποίων οι Οθωμανοί ήταν αναγκασμένοι να δώσουν συγχρόνως προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν στρατηγικό πλεονέκτημα οι εξεγερμένοι. Τα οθωμανικά έγγραφα είναι άκρως αποκαλυπτικά ως προς αυτό. Σε αρκετές περιπτώσεις ο οθωμανικός στρατός αδυνατούσε ακόμα και να ανεφοδιαστεί. [Εγγραφο 547/325]

Η μαζικότητα όμως της Επανάστασης δεν συνεπάγεται την απουσία προσωπικών και (κάποιες φορές) τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Οσον αφορά τα γεωγραφικά κριτήρια, η Χίος είναι μία τέτοια περίπτωση. Παρά τη σφαγή που ακολούθησε, στην αρχή των εξεγέρσεων, αντιμετωπιζόταν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Είναι πλείστα τα έγγραφα που περιλαμβάνουν ειδική μνεία για τα Μαστιχοχώρια και τον γυναικείο πληθυσμό της περιοχής. Η αλληλογραφία που περιλαμβάνεται στο έργο και παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στην «Εφ.Συν.» υπογραμμίζει αυτή την ποικιλομορφία, ενώ θέτει προβληματισμούς για συστηματικότερη μελέτη των τοπικών φαινομένων. [Εγγραφο 576/8]

Στο ίδιο πλαίσιο, προκύπτει η ρευστότητα της ταυτότητας, ιδιαίτερα για τις περιοχές της Μακεδονίας. Καταζητούμενοι Ελληνες, από την πλευρά των Οθωμανών, αλλάζουν ταυτότητες και περνούν από περιοχή σε περιοχή, καθιστώντας τον εντοπισμό τους από την Υψηλή Πύλη αδύνατο. Η αντισυμβατική δράση τους περιγράφεται τόσο γλαφυρά, που η επαναστατική δραστηριότητα στην περιοχή της Μακεδονίας –ένας ακόμα άγνωστος χώρος κατά την Επανάσταση– αναδεικνύεται σε μείζονα.

Τέλος, θέματα ταυτοτικά, όπως αυτά προσδιορίζονται από την επίσημη αφήγηση, τίθενται και για προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον Αγώνα. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Σε επαφή τόσο με τους Οθωμανούς όσο και με του Επαναστάτες, η συμμετοχή του στην Επανάσταση, παρότι εν τέλει αποδείχτηκε καθοριστικής σημασίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχικά ως αμφιλεγόμενη. Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς δεν πρόκειται για απομυθοποίηση ηρώων. Τα οθωμανικά έγγραφα που παρουσιάζονται στην έκδοση προσφέρουν προφανώς την οθωμανική οπτική. Προσφέρουν όμως ταυτόχρονα και όψεις της προσωπικότητας των εξεγερμένων, οι οποίες, έξω και πάνω από τη φαντασιακή πραγματικότητα, αναδεικνύουν με τη σειρά τους προσωπικές προτιμήσεις, επιθυμίες και στόχους. [Εγγραφο 580/181]

Αυτή είναι άλλωστε και η σημαντικότερη αρετή της έκδοσης «“Αυτοί οι Απιστοι Ελληνες”: Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα Οθωμανικά Αρχεία»: να φωτίσει μια οπτική της Ελληνικής Επανάστασης που μέχρι τώρα αγνοούσαμε, πρωτίστως λόγω αδυναμίας πρόσβασης στο αρχειακό υλικό.

Σκοπός του έργου δεν είναι να ανατρέψει δεδομένα. Οπως κάθε ιστορική πηγή, στόχος της έκδοσης είναι να εμπλουτίσει την εικόνα της Ελληνικής Επανάστασης, να υπογραμμίσει τη μαζική κινητοποίηση με αίτημα την αυτοδιάθεση –το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του Αγώνα– και να επαναπροσδιορίσει πτυχές που την καθιστούν αποδεδειγμένα πλέον ένα μοναδικό γεγονός. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με το ευρύτερο αυτοκρατορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα και η Ελληνική Επανάσταση, καθώς και για τις βαθιές αλλαγές που συνέβησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εκείνη την περίοδο.

Αυτός είναι και ο λόγος που η παρούσα έκδοση επιλέχθηκε από τον κορυφαίο ευρωπαϊκό εκδοτικό οίκο, Brill, να κυκλοφορήσει στα αγγλικά και να διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή, δωρεάν προς όλους. Με την φροντίδα του Προέδρου του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, Παναγιώτη Κ. Λασκαρίδη, ο οποίος είδε εξαρχής στο έργο τη σημασία του για τις μελλοντικές γενιές και την Ιστορία, η παρούσα έκδοση εμπλουτίζει και ως ένα σημείο ολοκληρώνει την εικόνα για την Επανάσταση που είχαμε έως σήμερα. Ο πλούτος και το εύρος του υλικού κατατάσσουν το εγχείρημα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη και του Σουκρού Ιλιτζάκ στα κορυφαία έργα για τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

*Ιστορικός της οθωμανικής περιόδου, επικεφαλής ερευνών και ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών στο Ιδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη