Ο Δημήτριος Καπετανάκης ήταν ένας κοσμοπολίτης ποιητής-φιλόσοφος, δοκιμιογράφος, ένας μεταφυσικός στοχαστής με βραχύ αλλά περιπετειώδη βίο, με πλούσιο, πολύπλευρο και διάσπαρτο έργο.
Μικροκαμωμένος, αδύνατος με ελαφρώς ασιατική φυσιογνωμία, με αρχαϊκό χαμόγελο, εξαιρετικής αντιλήψεως με μιαν ευαισθησία τόσο μεγάλη που φαινόταν συχνά υπερβολική, με αναγνωστική και ερευνητική μανία, απάγγελλε Πόε και Μποντλέρ, Χέλντερλιν και αγαπούσε την ποίηση του Γκέτε. Με μεγάλα φλογερά μάτια, που κοίταζαν «σαν μέσα από τα πράγματα», ήταν πάντα σε κατάσταση καλλιτεχνικής συγκίνησης, έτοιμος να πιστέψει, να ενθουσιαστεί, να αγαπήσει. Ετσι αποκρυσταλλώνεται το πορτρέτο του από τους ανθρώπους που διασταυρώθηκε μαζί τους κατά τη σύντομη διάρκεια της ζωής του (1912-1944), τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, τον Γιώργο Θεοτοκά.
Ο αείμνηστος Ιωάννης Φικιώρης, νεαρός φοιτητής της Νομικής, κατά τη διετία 1936-37, είχε παρακολουθήσει τις διαλέξεις του Δ. Καπετανάκη στον «Ασκραίο», τον Ομιλο Ανώτερης Λογοτεχνικής Μόρφωσης που είχε ιδρύσει ο Ιωάννης Συκουτρής. Είχε γοητευθεί από την ευρυμάθεια, την αναστοχαστικότητα και την ευγλωττία του. Το 2008, ως πρόεδρος του Κοινωφελούς Ιδρύματος Κοινωνικού και Πολιτιστικού Εργου (ΚΙΚΠΕ), ανέθεσε στην Εμμανουέλα Κάντζια, ερευνήτρια και συγκριτολόγο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τη φιλολογική έκδοση των δημοσιευμένων και αδημοσίευτων έργων του συγγραφέα.
Το έργο του Δημήτρη Καπετανάκη στην έκδοση της Εταιρείας Κοινωνικού Εργου και Πολιτισμού (ΕΚΕΠ) και του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (MIET) αποτελείται από δύο τόμους. Ο πρώτος περιλαμβάνει τα δημοσιευμένα έργα του Καπετανάκη από το 1933 έως το 1944, κατά χρονολογική σειρά και ανά είδος, ενώ τα αδημοσίευτα έργα του θα βρίσκονται στον δεύτερο τόμο, του οποίου η έκδοση ετοιμάζεται. Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δυο βιβλία Α’ και Β’. Στο βιβλίο Α’ παρουσιάζονται οι μελέτες και τα δοκίμια: «Από τον αγώνα του ψυχικώς Μόνου», «Ερως και Χρόνος», «Μεθοδολογία του Ωραίου», «Ο Ευθύδημος ή μια φιλοσοφική προμύηση», «Ρεμπώ. Μύθος και μίτος για την κόλαση της ποίησής του». Το βιβλίο Β’ περιλαμβάνει αγγλόφωνες μελέτες και δοκίμια, βιβλιοκρισίες και τεχνοκρατικά σημειώματα, ποιήματα στα ελληνικά και στα αγγλικά, θέατρο, μεταφράσεις.
Στην εισαγωγή της η Εμμανουέλα Κάντζια παρουσιάζει το οδοιπορικό του συναρπαστικού βίου του Δημήτρη Καπετανάκη. Η λεπτότητα και η χάρις της αφήγησής της γοητεύουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Διαθέτει ευρυμάθεια, γλωσσομάθεια και αυτοπειθαρχία, αρετές που διακρίνονται στη διατύπωση του γραπτού λόγου. Η έλλειψη κάθε είδους επιτήδευσης συμβαδίζει απόλυτα με την προσωπικότητα του συγγραφέα. Η Εμμ. Κάντζια ακολουθεί πιστά τις πνευματικές διαδρομές και αναζητήσεις του συγγραφέα, χωρίς αλαζονεία και στόμφο. Αποδίδει με ευκρίνεια το πέρασμα του συγγραφέα από την αναστοχαστικότητα του επιστημονικού λόγου, στο δοκίμιο, την ποίηση και τη λογοτεχνία. Περιγράφει τους τόπους, το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση του έργου του συγγραφέα.
Ο Δημήτρης Καπετανάκης σε παιδική ηλικία φεύγει με την οικογένειά του από τη γενέτειρά του, τη φλεγόμενη Σμύρνη, και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Αποφοιτά από τη Νομική Σχολή το 1932 με το πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Το 1934 φτάνει στη Χαϊδελβέργη για τη συνέχιση των σπουδών του· το βαρύ κλίμα του εθνικοσοσιαλισμού κυριαρχεί, οι ξένοι, οι ξενόφιλοι, οι Εβραίοι, οι εβραιόφιλοι και οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Ο Καρλ Γιάσπερς αναλαμβάνει την επίβλεψη της διατριβής του με θέμα «Ερως και χρόνος», που πραγματεύεται την έννοια και τη βίωση του χρόνου του ερωτευμένου, την οποία ολοκληρώνει με άριστα.
Με τον τίτλο του διδάκτορα της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης επιστρέφει στην Αθήνα το 1936 και βιώνει τη Μεταξική δικτατορία, με τη λογοκρισία, τον έλεγχο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των πολιτιστικών θεσμών. Γράφει το έργο «Μυθολογία του Ωραίου», το οποίο ο ίδιος το χαρακτηρίζει «μεταφυσικό κήρυγμα». Διδάσκει στον «ΑΣΚΡΑΙΟ» Φιλοσοφία, Αισθητική και Ιστορία της Αισθητικής. Εκεί συζητά και διατηρεί πνευματικούς δεσμούς με τους: Ιωάννη Συκουτρή, Αγγελο Σικελιανό, Ελλη Λαμπρίδη, Αγγελική Χατζημιχάλη, Γιώργο Σαραντάρη, Παντελή Πρεβελάκη, Οδυσσέα Ελύτη, Κοσμά Πολίτη, Χατζηκυριάκο Γκίκα, Γιάννη Τσαρούχη.
Υπότροφος του Βρετανικού Συμβουλίου το 1939 συνεχίζει τις σπουδές του στο King’s College του Κέμπριτζ και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εργάζεται στο γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Στο κολέγιο Κing’s, τόπο αποδοχής και πρωτοπορίας των φοιτητών με καλλιτεχνικές ανησυχίες, των μποέμ και των διανοουμένων με σοσιαλίζουσες ιδέες, ο Καπετανάκης βρίσκει το ιδανικό περιβάλλον για να εκφραστεί ελεύθερα. Επηρεάζεται από την παράδοση του αγγλικού δοκιμιακού και ποιητικού λόγου. Εισέρχεται στη βρετανική γενιά του ’30 (γενιά του Οντεν). Συχνάζει στον κύκλο του Bloomsbury, με τον Λέοναρντ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον ποιητή και εκδότη Λέμαν, τον οικονομολόγο Τζον Μέιναρντ Κέινς και με όλους αυτούς τους ποιητές, σκηνοθέτες, ηθοποιούς που λάμβαναν μέρος στις συναντήσεις τους.
Στην Αγγλία ο Καπετανάκης γράφει δυο έργα ανθρωπολογικού χαρακτήρα, υιοθετώντας την ταυτότητα του Ελληνα που ζει στην Αγγλία, το «The Greeks and their Landscape» («Οι Ελληνες και το τοπίο τους») και το «The Greeks are Human Beings» («Οι Ελληνες είναι άνθρωποι»). Παράλληλα, η ποιητική παραγωγή του δημοσιεύεται σε θησαυρούς και ανθολογίες αγγλικής ποίησης, εξασφαλίζοντάς του επαξίως τον χαρακτηρισμό του «Ελληνα ποιητή στην Αγγλία».
Η φιλοσοφική σκέψη του Καπετανάκη επηρεάζεται από την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση του Πλάτωνα και του υπαρξιστή φιλόσοφου και θεολόγου Σέρεν Κίρκεγκορ. Ο πρώτος φιλοσοφεί για το κάλλος, ο δεύτερος για την απελπισία και την πίστη. Ο Καπετανάκης συνθέτει τη σκέψη των δυο στοχαστών αναλύοντας το αίνιγμα του έρωτα.
Από το γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, όπου εργάζεται κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Καπετανάκης προωθεί την πολυσήμαντη έννοια της «ελληνικότητας» πραγματώνοντας μία από τις βασικές επιδιώξεις της γενιάς του ’30. Με τη σύνταξη σημειωμάτων και φυλλαδίων, με ομιλίες σε συνέδρια ή ως ειδικός απεσταλμένος στις κοινότητες του Λονδίνου και άλλων πόλεων. Εκφωνεί ομιλίες στον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC. Μιλάει για την πείνα και τη δυστυχία της κατεχόμενης Ελλάδας, για τον ελληνικό πολιτισμό, για τη νεοελληνική ποίηση και τέχνη.
Η «Ελληνικότητα» του Καπετανάκη είναι παραδοσιακή, γιατί συνδέει την ελληνική Ιστορία, τον πολιτισμό με την παράδοση, και ταυτόχρονα δημιουργική, γιατί εξελίσσεται διαρκώς διεκδικώντας σχέσεις ισοτιμίας με την πρωτοπορία της Δύσης.
Στις 9 Μαρτίου του 1944 ο Δημήτρης Καπετανάκης αφήνει την τελευταία του πνοή από σοβαρή ασθένεια. Ως πρέσβης των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών στην Αγγλία έχει ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ισότιμη και αμφίδρομη σχέση πολιτισμικής ανταλλαγής της χώρας μας με την Ευρώπη. Ο Νάνος Βαλαωρίτης θα συνεχίσει στο τέλος του πολέμου το έργο του.
*Δρ Ιστορικός-Οικονομολόγος
