Η Claire Carrier στο βιβλίο «Ο πρωταθλητής, η ζωή του, ο θάνατός του» προσεγγίζει τους τρόπους με τους οποίους ένας προπονητής αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται το σώμα ενός κορυφαίου αθλητή. Η αθλητίατρος και ψυχαναλύτρια καταθέτει έναν στοχασμό γύρω από την ψυχολογία αυτής της σχέσης, τους μηχανισμούς σαγήνης όσον αφορά τη μετάδοση της αθλητικής επάρκειας και τις συνέπειες. Ισως γιατί για καιρό οι κορυφαίοι αθλητές δεν αντιμετωπίζονταν ως ανθρώπινα πλάσματα, αλλά ως ανθρώπινες μηχανές που έπρεπε να αποδώσουν το μέγιστο.
Η απόσυρση της Σιμόν Μπάιλς, τέσσερις φορές χρυσή ολυμπιονίκης, η οποία πρόταξε την ψυχική της υγεία έναντι των μεταλλίων, αναζωπύρωσε μια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία των αθλητών πρώτης γραμμής σε σχέση με την πίεση που βιώνουν. «Πρέπει να εστιάσω στην ψυχική μου υγεία. Απλώς πιστεύω ότι τα θέματα ψυχικής υγείας είναι πιο διαδεδομένα στον αθλητισμό τώρα (…)
Πρέπει να προστατεύσουμε το μυαλό και το σώμα μας, όχι απλώς να βγαίνουμε έξω και να κάνουμε αυτό που θέλει ο κόσμος να κάνουμε» δήλωσε στον απόηχο του προστίμου που επιβλήθηκε στη γυναικεία εθνική ομάδα μπιτς χάντμπολ της Νορβηγίας από την ευρωπαϊκή ομοσπονδία, επειδή οι παίκτριες αποφάσισαν να αγωνιστούν στον μικρό τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, φορώντας σορτς και όχι μπικίνι, για να ταχθούν ενάντια στη σεξουαλικοποίηση των αθλημάτων.
Τι συμβαίνει στον ψυχισμό όλων εκείνων που αντιμετωπίζονται συχνά ως υπεράνθρωποι από το ευρύ κοινό και καλούνται να αφήνουν πίσω κάθε φορά τον ίδιο τους τον εαυτό; Στο βιβλίο «Οι πρωταθλητές και τα συναισθήματα τους» ο Hubert Ripoll, ψυχολόγος με εξειδίκευση στις νευροεπιστήμες, προτείνει μια κατάδυση στον ψυχισμό όλων εκείνων που ξεπερνούν τα όριά τους, διερευνώντας όλα εκείνα που ωθούν τους αθλητές να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, να καταφέρουν το ανέφικτο, αλλά και να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Οι επαγγελματίες αθλητές καταλήγουν συχνά να πιστεύουν πως η αποδοχή τους εξαρτάται από την επίδοσή τους στον αγώνα και κατ’ επέκταση το κυνήγι της κορυφής γίνεται εμμονή. Μέχρι που νοσούν σωματικά και ψυχικά, ιδίως όταν γίνονται αποδέκτες υψηλών απαιτήσεων, υψηλής απόδοσης και δέχονται πιέσεις που υπερβαίνουν τα όρια του αγωνιστικού γηπέδου. Ιδίως όταν προηγουμένως δεν έχουν θωρακιστεί ψυχικά.
H Σιμόν Μπάιλς κατέρριψε ένα ταμπού, θέσπισε ένα δικαίωμα και μας έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα: θα πρέπει όλοι να μάθουμε πώς μπορούμε να εγκαταλείπουμε έναν στόχο και να μην υποκύπτουμε στην εξωτερική πίεση, όταν αυτή μας επιβαρύνει ψυχικά. Και δεν είναι η μόνη. Μια νέα γενιά αθλητών μοιάζει να βάζει τα δικά της όρια, τους δικούς της κανόνες και να υιοθετεί έναν άλλο τρόπο.
Ο Tom Daley, ο πρώτος ανοιχτά ΛΟΑΤΚΙ ολυμπιονίκης, υποστηρίζει δημοσίως την αγαπημένη του ασχολία, το πλέξιμο, και σπάει τα πατριαρχικά πρότυπα στον πρωταθλητισμό, ενώ οι Essa Mutaz Barshim και Gianmarco Tamberi με την απόφασή τους να μοιραστούν το χρυσό μετάλλιο δείχνουν πως δεν προτίθενται να πέσουν θύματα του νοσηρού ανταγωνισμού. Κάι ανάλογο συνέβη και με τον Μίλτο Τεντόγλου, ο οποίος απέδωσε τη νίκη του στην τύχη και αναγνώρισε τον Κουβανό Ετσεβερία ως καλύτερό του.
Προηγουμένως Γερμανίδες αθλήτριες ενόργανης γυμναστικής είχαν αρνηθεί να χρησιμοποιήσουν τα συνηθισμένα ρούχα του αγωνίσματος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ενόργανης Γυμναστικής, στη Βασιλεία, επιλέγοντας μια ολόσωμη εμφάνιση που κάλυπτε τα πόδια τους, έτσι ώστε να μην πέφτουν θύματα σεξουαλικοποίησης. Το ίδιο έπραξαν και Γερμανίδες αθλήτριες στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο με αποτέλεσμα η Τεχνική Επιτροπή της Γυμναστικής Γυναικών να κάνει δεκτό το αίτημά τους.
Η σεξουαλικοποίηση των αθλημάτων και κατ’ επέκταση των αθλητών συνδέεται άμεσα με την ψυχική υγεία. Η Σιμόν Μπάιλς άρχισε να λαμβάνει ψυχολογική υποστήριξη μετά την κακοποίησή της από τον πρώην γιατρό της ομάδας, Λάρι Νασάρ. Και δεν είναι η εξαίρεση. Γι’ αυτό και ολοένα και περισσότεροι αθλητές και αθλήτριες επιθυμούν να δώσουν προτεραιότητα στην ψυχοσωματική ευημερία τoυς και να μην εγκλωβίζονται μόνο στην ταυτότητα του αθλητή, μετασχηματίζοντας σταδιακά τόσο την κουλτούρα του πρωταθλητισμού όσο και τον τρόπο που θα τους αντιλαμβάνεται η κοινωνία.
Ο δημόσιος διάλογος γύρω από τον πρωταθλητισμό και την ψυχική υγεία δεν είναι εντελώς καινούργιος. Είχε ανοίξει με τον Μάικλ Φελπς, ο οποίος, αφού είχε κερδίσει 23 χρυσά μετάλλια, δήλωσε πως είχε βρεθεί αντιμέτωπος με την κατάθλιψη και είχε σκεφτεί την αυτοκτονία μετά από τους Ολυμπιακούς του 2012. «Είμαστε άνθρωποι. Κανείς δεν είναι τέλειος. Και γι’ αυτό, ναι: Είναι ΟΚ να μην είσαι ΟΚ» είπε, αναδεικνύοντας την αβάσταχτη βαρύτητα του εγκλωβισμού σε μια ταυτότητα πρωταθλητή ή ήρωα.
Την περασμένη άνοιξη η συζήτηση επανήρθε στο προσκήνιο με την απόφαση της Naomi Osaka, της νούμερο 2 τενίστριας στην παγκόσμια κατάταξη, να αποσυρθεί από το γαλλικό Roland Garros καθώς οι υποχρεωτικές συνεντεύξεις όξυναν το κοινωνικό άγχος της. Η Naomi Osaka εξήγησε πως πάσχει από κατάθλιψη από το 2018 και πως θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην ψυχική υγεία της.
Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αναγκάστηκε να αυξήσει τους πόρους της για τον τομέα της ψυχικής υγείας πριν από τους Αγώνες του Τόκιο ως αναγνώριση των ψυχικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι νέοι αθλητές. Αυτό σημαίνει πως ψυχολόγοι και ψυχίατροι είναι πλέον παρόντες στο Ολυμπιακό Χωριό, ενώ πλέον υπάρχει και η «Γραμμή Υποστήριξης για την Ψυχική Υγεία» (MentallyFitHelpline), μια ανώνυμη υπηρεσία η οποία είναι διαθέσιμη πριν, κατά τη διάρκεια και τρεις μήνες μετά τους Αγώνες.
Ο δρόμος ωστόσο ωσότου οι αθλητές πρώτης γραμμής πάψουν να αντιμετωπίζονται ως μηχανές ή ως υπεράνθρωποι είναι μακρύς και προϋποθέτει αλλαγή και της κοινωνικής αναπαράστασης του πρωταθλητισμού.
