ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το θέατρο, σαν γιγάντια μάνα που υποδέχεται στον κόρφο της όλες τις τέχνες την ώρα της θεατρικής της γονιμότητας, μας προσφέρει σήμερα δυο καρπούς. Δύο συνδημιουργούς. Τον μεταφραστή Παντελή Μπουκάλα και τον σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου, της «Ελένης» του Ευριπίδη που ανεβαίνει στην Επίδαυρο, από τις 6 έως τις 8 Αυγούστου, και περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα.

Το 408 π.Χ. ο Ευριπίδης εγκατέλειψε την Αθήνα κι έφτασε στην αυλή του Μακεδόνα βασιλιά Αρχέλαου, όπου συνέχισε να γράφει τραγωδίες. Πού να φανταζόταν ότι χιλιάδες χρόνια μετά, το 2021, σε μια άλλη αυλή, απλή, λιτή, με λίγες γλάστρες, φτιαγμένη κατ’ εικόνα της ζωής του Παντελή Μπουκάλα, θα κουβεντιάζαμε για τη μορφή των έργων του και τις ιδέες του.

Μέρα γιορτής για τον Παντελή (ξημέρωνε του Αγίου Παντελεήμονος), ο Θεός φαίνεται είχε τα κέφια του, γι’ αυτό ευλόγησε μια συνάντηση με έναν σπουδαίο διανοητή και έναν σπουδαίο σκηνοθέτη.

Η οικοδέσποινα, η Σάσα, σέρβιρε κρασί και μεζέδες, καλλιτεχνικά στολισμένους. Η Χλίδα, το πανέμορφο σκυλί, περιφερόταν χαρούμενη. Κι εγώ να προσπαθώ να καταγράψω τη συσσωρευμένη γνώση, όσα εξερεύνησαν, αποκάλυψαν και απεικόνισαν αυτοί οι δυο εθνικοί μας θησαυροί. Ολη η ατμόσφαιρα θύμιζε συμπόσιο.

Κι ενώ το πνευματικό τους μέγεθος είναι αξιοθαύμαστο και το έργο τους εξαιρετικό, παραμένουν ταπεινοί, απλοί, σεμνοί.

● Πόσο απέδωσε η συνεργασία που είχατε;

Π.ΜΠ.: Στα μέσα Φλεβάρη ήρθε σαν δώρο η πρόταση του Βασίλη να μεταφράσω την «Ελένη» για το ΚΘΒΕ. Η Ελένη με σκανδάλιζε ανέκαθεν σαν τραγωδία-κωμωδία του Ευριπίδη αλλά και σαν μορφή της αρχαιοελληνικής μυθολογίας και της παγκόσμιας ποίησης. Η προοπτική να συνεργαστώ με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, του οποίου τη δουλειά εκτιμώ, αγαπώ και σέβομαι απολύτως, με ενθουσίασε. Οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να διστάσω. Συνεργαστήκαμε άψογα. Στις ειδικές συνθήκες που έχει επιβάλει η πανδημία. Κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν όμιλο ανθρώπων αφοσιωμένων και ενθουσιασμένων, γιατί η πανδημία τούς είχε στερήσει όχι μόνο το ψωμί αλλά και την επαφή τους με τη δουλειά και την τέχνη τους. Σκεφτείτε ότι κάποιες μέρες που τα μαγαζιά έκλειναν λόγω απαγόρευσης στις 11 το βράδυ, εμείς ξεχνιόμασταν με την κουβέντα και μέναμε νηστικοί. Σε μια Θεσσαλονίκη που φημίζεται για τις γεύσεις της, εμείς χορταίναμε με την κουβέντα μας.

Το αρχαίο δράμα, είτε είναι τραγωδία είτε κωμωδία, είτε αυτό το μικτό είδος που έπλασε ο ιδιοφυής Ευριπίδης στην «Ελένη», είναι μια υπόθεση πάρα πολύ σοβαρή αλλά και πάρα πολύ τερπνή. Του χρωστάμε ευγνωμοσύνη.

Β.Π.: Εχεις δίκιο, Παντελή. Αυτή η δουλειά νομιμοποίησε πλήρως μέσα μου μία έννοια η οποία έχει ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ κι η οποία έχει, όμως, πολύ ευγενείς συμπαραδηλώσεις. Την έννοια της διασκέδασης. Ενδεικτικά θα αναφέρω τον Πασκάλ, ο οποίος λέει ότι ο άνθρωπος από την ώρα που δεν μπορεί να κάτσει φρόνιμος μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του, είναι καταδικασμένος να διασκεδάζει. Και βεβαίως υπάρχουν μορφές διασκέδασης οι οποίες είναι της βασιλικής αυλής, τα βασιλικά κυνήγια, αλλά υπάρχουν και άλλες μορφές. Δηλαδή, πολύ απλά, υπονοεί το πώς αντέχει κανείς τον εαυτό του. Δεν τον αντέχει χωρίς έξοδο απ’ αυτόν, χωρίς έναν βαθμό σκορπίσματος. Εμείς με τον Παντελή αγαπάμε πολύ το ποδόσφαιρο, ας πούμε. «Σκορπίζουμε» λίγο χρόνο και λίγο αίσθημα και σε αυτό.

● Ο Ευριπίδης ασχολείται πολύ στα έργα του με τις γυναίκες, οι οποίες, όμως, στο τέλος εκδικούνται. Η Ελένη είναι η μόνη ηρωίδα που αναζητά το δίκαιο και την αποκατάσταση της τιμής της. Ποιο είναι το στίγμα της;

Π.ΜΠ.: Η Ελένη είναι η αιτία του πολέμου και γι’ αυτό και αιτία της παγκόσμιας ποίησης, χάρη στον Ομηρο. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες περιγραφές της Ελένης, της ομορφιάς της. Ο μύθος της πάντως, έτσι όπως είχε ανασκευαστεί από τον Στησίχορο, επέτρεψε στον Ευριπίδη να διασκεδάσει με το θείο, με τη θρησκεία. Αυτό είναι ίδιον του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Αν δεν είσαι ελεύθερος άνθρωπος, δεν βάζεις τρεις θεές να συμμετέχουν σε καλλιστεία αυτογελοιοποιούμενες.

Σε περιόδους κρίσης, οι άνθρωποι προσφεύγουν στο ανορθολογικό. Οι Αθηναίοι, τσακισμένοι και απ’ τον λοιμό και απ’ την ήττα από τους Σπαρτιάτες, πίστεψαν στους δημαγωγούς και τους μάντεις, λύγισαν το ραβδί από την αντίθετη πλευρά και εκστράτευσαν στη Σικελία, με κατακτητικούς σκοπούς. Υπέστησαν συντριβή. Οι ελάχιστοι που σώθηκαν ήταν όσοι ήξεραν να τραγουδάνε χoρικά του Ευριπίδη. Οταν επέστρεψαν στην Αθήνα, του έλεγαν ότι σώθηκαν χάρη σ’ αυτόν. Εδώ η τέχνη δεν ήταν απλώς ιαματική, αλλά πραγματικά σωτήρια. Ο Ευριπίδης, με την «Ελένη», κάνει τη δική του εκστρατεία: κατά του παραλογισμού του πολέμου. Ψυχαγωγός ήταν, όχι δημαγωγός.

Β.Π.: Σκέφτομαι ότι εδώ κυκλώνουμε ένα θέμα το οποίο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «τα δώρα του πολυθεϊσμού». Οι σημερινοί Ελληνες δικαιούμαστε να ανατρέχουμε κάθε καλοκαίρι, τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά– εικοσαριά από εμάς, στους αρχαίους Ελληνες τραγικούς, στον αρχαίο κόσμο, ο οποίος σε αντίθεση με τον δικό μας ήταν ένας κόσμος κατοικημένος. Εβλεπες το φως ως άνθρωπος και ερχόσουν σε μια επικράτεια που υπήρχαν Ηρες, Δίες, κάθε λογής θεοί και θεές. Αυτή η κληρονομιά μάς κάνει δίκοπα προνομιούχους.

Π.ΜΠ.: Σ’ έναν κατοικημένο κόσμο, η αγιοσύνη υπάρχει σε κάθε λόχμη, σε κάθε ρυάκι. Οταν ένας λαός φτιάχνει μια υπέροχη μυθολογική αφήγηση, για το τι κακό θα συμβεί αν κόψεις τα δέντρα, θα εμφανιστεί η Δήμητρα και θα σε τιμωρήσει, σου λέει, με πολύ όμορφο κι ευγενικό τρόπο, μην καταστρέφεις τη ζωή σου. Τώρα πρέπει να κάνουμε 18.000 διαφημιστικά στην τηλεόραση, να βάλουμε το γλάρο να μας πείσει να μη μαγαρίζουμε τη θάλασσα. Γιατί ο κόσμος έξω από εμάς είναι ένας κόσμος από τσιμέντο, χωρίς χώμα, από άσφαλτο. Είναι ένας κόσμος για να τον διανύουμε με το αυτοκίνητό μας, όχι για να τον κατοικούμε. Τον κατοικούμε περιστασιακά, στις δέκα-είκοσι μέρες που θα πάμε διακοπές και ξαναθυμόμαστε ότι η θάλασσα, τα βουνά και τα ποτάμια έχουν χάρες. Στο υπόλοιπο της ζωής μας είμαστε έξω από αυτόν τον κόσμο, σαν να μην υπάρχει. Η αρχαιοελληνική τραγωδία, ο αρχαιοελληνικός λόγος γενικότερα, αν θέλουμε να μας πει κάτι, να μας το πει μέσα απ’ αυτό το πρίσμα: Ξαναπάτε στον κόσμο, ξανανιώστε την αγιότητα.

● Σε ποιον κόσμο αναφέρεται ο Ευριπίδης όταν επιστρατεύει τις Μήδειες, τις Εκάβες και τις Ελένες;

Β.Π.: Επιστρατεύει έναν κόσμο στον οποίο η γυναίκα είναι κάτι μεταβαλλόμενο. Γιατί η γυναίκα έχει αυτή τη δύναμη, της μεταμόρφωσης. Αλλά έχει και συμμάχους. Ποιος θεός μεταφέρει την Ελένη στην Αίγυπτο, εκτελώντας την εντολή της Ηρας; Ο Ερμής. Οπως λέει ένας Γάλλος φιλόσοφος, είναι ο Θεός της Κωμωδίας. Δεν υπάρχει απάτη που να μην την έχει κάνει, από την ώρα που γεννήθηκε.

● Πόσο ώριμος είναι ο λαός μας για να δεχτεί τέτοια μηνύματα;

Π.ΜΠ.: Η τραγικωμωδία τα τελευταία χρόνια είναι στα Γυμνάσια. Και περιμένουμε να παρακολουθούν απ’ αυτές τις γενιές στα θέατρα. Θα έρθει στο Βράχων και στου Παπάγου και στο Βεάκειο.

● Ανέφερες ότι τον κατοικούμε περιστασιακά. Μα και οι κυβερνήσεις περιστασιακά δεν ασχολούνται με σοβαρά θέματα, όπως προστασία δασών, πολιτισμός, υγεία κ.λπ.;

Π.ΜΠ.: Αυτό είναι ένα δράμα αριστοφανικής φύσης. Ο Αριστοφάνης θα έπρεπε να ασχοληθεί με αυτό. Είναι μια θλίψη η αντιμετώπιση, το είδαμε και με την πανδημία. Θεωρείται ότι η τέχνη είναι ένα πάρεργο, μια πολυτέλεια, κι ότι αυτοί που ασχολούνται με την τέχνη, από τον σκηνοθέτη μέχρι τον φωτιστή, κάνουν κατιτίς για να περνάει ευχάριστα η ώρα τους κι όχι για να ζήσουν. Βιοπορίζονται αυτοί οι άνθρωποι. Κι έχουν ανάγκη όχι συμπόνιας αλλά σεβασμού και εκτίμησης στη δουλειά τους. Σεβασμός και εκτίμηση δεν είναι να τους χειροκροτήσεις την τελευταία στιγμή και να βγεις κάποιες φωτογραφίες μαζί τους, οι οποίες μπορεί να έχουν και προεκλογική χρήση, για να δείχνουν ορισμένοι ότι έχουν σχέση και με «πνευματικούς ανθρώπους», όπως τους αποκαλούν, λες και οι υπόλοιποι πάσχουν από πνευματική ξεραΐλα.

Αν η ελληνική πολιτεία θέλει να λογίζεται διάδοχος, κληρονόμος, ας δαπανήσει ένα χ μεγάλο ποσό –ας το ζητήσει απ’ την Ευρώπη, θα της το δώσει– για να ιδρύσει μια σχολή που θα τη λέει Λύκειο, Ακαδημία, περίπτερο –δεν έχει σημασία πώς–, που θα δουλεύει 1-2 μήνες το καλοκαίρι, και στην οποία θα έρχεται οποιοσδήποτε απ’ την οικουμένη να διδάσκεται αρχαία ελληνικά, γλώσσα, ιστορία, φιλοσοφία, τέχνη. Δωρεάν· και στην οποία θα διδάσκουν ελληνιστές απ’ όλον τον κόσμο, επίσης δωρεάν. Τους εξασφαλίζεις απλώς τη διαμονή τους.

Να λέμε ότι είμαστε κληρονόμοι, αλλά να μην καταντάμε στο επίπεδο του Βελόπουλου και του Γεωργιάδη. Αυτοί απλώς καταχρώνται το ελληνικό πνεύμα, το φτηναίνουν, πουλώντας παραμύθια, π.χ. ότι η αρχαιοελληνική γλώσσα σε σώζει απ’ τη δυσλεξία και την αριστεροχειρία. Αυτά είναι θλιβερά πράγματα. Είπαμε ότι είναι μυθολογικός λαός οι Ελληνες, αλλά όχι και παραμυθολογικός.

Δεν θέλουμε να αγιογραφήσουμε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Το μήνυμα του Ευριπίδη είναι ότι οι πόλεμοι είναι παράλογοι. Ενας ποιητής τέτοιου διαμετρήματος, που σου λέει μέσω της Εκάβης ότι το δόρυ των Ελλήνων είναι βαρύτερο απ’ το μυαλό τους, σε βάζει σε σκέψεις.

Β.Π.: Σε μια εποχή κατήφειας, με την «Ελένη» κάνουμε μια δουλειά για να χαρεί ο κόσμος. Νομίζω ότι το θέατρο μας επιτρέπει να γιορτάσουμε την άρση του συναισθήματος της ιδιοκτησίας. Να μην μπορείς να πεις τίνος είναι αυτό στο οποίο χρωστάω τη συγκίνησή μου. Γι’ αυτό το θέατρο έχει μια ηθική διάσταση, γιατί στηρίζεται στη συνύπαρξη των ανθρώπων και τη συνεργασία τους. Κι αυτή η συνύπαρξη είναι το δύσκολο άθλημα της ζωής. Το να καταφέρουν όλοι να υπερβούν εγωισμούς και να φτιάξουν μια κοίτη στην οποία συμβάλλει η δημιουργικότητα ενός εκάστου δεν είναι απλό πράγμα.

● Και ο ρόλος του μεταφραστή;

Π.ΜΠ.: Ο μεταφραστής είναι ένας εξωτερικός–εσωτερικός στον θεατρικό όμιλο. Ο βασικός είναι αυτός που έγραψε την τραγωδία ή την κωμωδία. Αυτός που μεταφράζει, υποκλίνεται στον αρχικό δημιουργό, πρέπει όμως και να δουλεύει όντας ελευθερωμένος μέσα του, όχι με κόμπλεξ. Δεν θα γίνει Ευριπίδης ή Αριστοφάνης, αυτό είναι σίγουρο, πρέπει όμως να κοπιάσει για να δώσει όσο πιο άρτια δουλειά γίνεται.

Οταν κάθεσαι μόνος σου και μεταφράζεις, είναι άλλη λογική, άλλη αναμέτρηση, εσωτερική περισσότερο. Οταν μεταφράζεις έπειτα από παραγγελία και ξέρεις ότι θα παρασταθεί κιόλας, αναλαμβάνεις μια τεράστια δημόσια ευθύνη. Περίπου την ίδια δημόσια ευθύνη που αναλαμβάνουμε νομίζω εμείς οι δημοσιογράφοι με κάθε γραπτό μας, καθημερινά, απλώς δεν το βάζουμε στο μυαλό μας.

● Θα έχει μέλλον η συνεργασία σας;

Π.ΜΠ.: Η ταχύτητα με την οποία συντονιστήκαμε με τον Βασίλη και σε δύσκολα θέματα ήταν μια τεράστια χαρά, δεν τη βρίσκεις εύκολα.

Β.Π.: Οι καλές συνεργασίες προδιαγράφουν καλότατο μέλλον. Με τον Παντελή είχαμε και θα έχουμε –να είμαστε καλά– πολλές συζητήσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν και με το ζήτημα αυτό.

● Αν αποφασίζατε να στείλετε ένα γράμμα σ’ έναν νέο, τι θα του αναφέρατε;

Π.ΜΠ.: Μην πιστεύεις, άνθρωπε, ότι η εποχή σου είναι η χειρότερη, γιατί αν το πιστέψεις δεν θα πολεμήσεις για να γίνει καλύτερη. Η ίδια η εποχή που λέμε πως είναι χείριστη στο σύνολό της έχει απελευθερώσει δυνάμεις απίστευτες για το μυαλό του ανθρώπου. Το πρόβλημα βέβαια είναι με τις ιδέες και τα συναισθήματα.

Β.Π.: Ανακαλύψτε, παιδιά, το σπίτι σας! Ωραίες οι πτήσεις στο διάστημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η βαρύτητα θα εκλείψει από τον κόσμο. Μέχρι νεωτέρας διαταγής, ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να πέφτει και να πρέπει να σηκωθεί. Να πονάει και να πρέπει να γιατρευτεί. Και να φεύγει απ’ τον κόσμο χωρίς την τελική λύση του ανθρώπινου προβλήματος.

Ο νυχτερινός ουρανός ήταν ξάστερος και διάφανος. Ισως μέναμε μέχρι το ξημέρωμα, αλλά σκεφτήκαμε τη Χλίδα που άρχισε να νυστάζει, και την περιποιητική Σάσα που φρόντιζε τα αδέσποτα γατάκια, βάζοντάς τους νερό και τροφή. Συμφωνήσαμε, όμως, ότι θα τα ξαναπούμε.

Εκείνο το βράδυ αναζητήσαμε το αιώνιο πίσω απ’ το εφήμερο. Το πραγματικό πίσω απ’ το φαινομενικό. Και καταλήξαμε στην αλήθεια της ζωής στην τελευταία φράση του Βασίλη: «Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό της μόνο βλέποντάς τον σε κάποια άλλη ψυχή».

Αποχαιρετώντας τον Παντελή και τον Βασίλη θυμήθηκα κάποιους στίχους του Παλαμά: «Αναβε φωτιές, καλόγερε, κάψε κάψε, στα χαμένα καις. Απ’ τις στάχτες της φωτιάς σου, της ιδέας ο χρυσαϊτός, τις φτερούγες του τεντώνει πιο πλατιές προς τα ύψη, προς το φως».

Για ένα μεγαλότολμο πέταγμα γράφει ο Παλαμάς που θα φτάσει στο φως. Αυτό που διακρίνεις πάντα στο έργο και στην ψυχή των Παντελή Μπουκάλα και Βασίλη Παπαβασιλείου.