Ο Αρης Σερβετάλης βρίσκεται σε μια εξαιρετική στιγμή της πορείας του. Είναι περιζήτητος στο θέατρο και τον κινηματογράφο και χαίρει εκτίμησης από το κοινό, τους κριτικούς και τους ομοτέχνους του ως ένας καλλιτέχνης συνεπής, σημαντικός, με ήθος και σεμνότητα.
Θα ερμηνεύσει τον ομώνυμο ρόλο στον «Ορέστη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα –η συνεργασία τους τα τελευταία χρόνια είναι όλο πιο συχνή και ουσιαστική. Στο πορτρέτο που ακολουθεί επιχειρήσαμε να διατρέξουμε τόσο τους σταθμούς της ώς τώρα καριέρας του, όσο και τις αναζητήσεις του και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την τέχνη και τη ζωή.

● Σε είχα πρωτοδεί στο «Σκρατς» του Κοπί στο Θέατρο Ελυζέ, ήσουν δευτεροετής στη σχολή, το 1997. Τι σε τράβηξε στην υποκριτική;
Ελα, ντε! Δεν ξέρω. Δεν είχα καμία σχέση με το θέατρο. Ημουν Α’ Λυκείου και η αδελφή μιας φίλης με πήγε σε ένα παλιό εργοστάσιο στην Πατησίων σε μια παράσταση του Κακλέα. Είχα πάθει σοκ: τι είναι αυτοί οι τύποι, τι κάνουν; Δεν είχα ξανασχοληθεί ούτε είχα μεγάλο ενδιαφέρον για το θέατρο. Εμένα μου άρεσε να είμαι έξω: πλατείες, φίλοι, περιπέτειες… Μετά το σχολείο δούλεψα για να πάρω ένα μηχανάκι, να κάνω διακοπές, να φύγω από την Αθήνα, να τριγυρνώ. Μέσω μιας φίλης, έτσι σαν παιχνίδι, έδωσα στο υπουργείο. Και μπήκα.
● Είναι ίσως το χιούμορ του Θεού ότι στο θέατρο πρωτοπήγες τυχαία σε μια παράσταση του Κακλέα, με τον οποίο τα τελευταία χρόνια έχεις δουλέψει κατά κόρον.
Ο Κακλέας ήταν ο άνθρωπος που με πήρε από τον χορό. Οταν τελείωσα τη σχολή, με πήραν στην ομάδα τους η Αμάλια Μπένετ και η Αντιγόνη Γύρα που ήταν δασκάλες μου. Αυτές με μπολιάσανε με τη σωματικότητα. Συνεργάστηκα με διάφορες ομάδες χορού. Η πρώτη μου «θεατρική» παράσταση ουσιαστικά ήταν τα κόμικς με τον Κακλέα. Στο «Σκρατς» ως φοιτητής δεν ήξερα τι γινόταν, μπήκα με αγνωσία.
● Αξέχαστο σε όσους το είδαν έχει μείνει το 24ωρο «Μερσιέ και Καμιέ» του Μπέκετ στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Εγώ δεν θα ξεχάσω τη συγκλονιστική ώρα, γύρω στις 6 ή 6.30 το πρωί, που έβλεπα σπασμένους ανθρώπους να μισοκοιμούνται και να μισοβλέπουν –πενήντα άτομα θα ήταν;– κι εμείς εκεί, συνεχίζαμε. Τρομερή εμπειρία. Ηταν κάτι ονειρικό. Και λόγω εξάντλησης, αλλά και λόγω συνθήκης.
Το κείμενο το ακούγαμε από τον Γιάννη Κακλέα που το διάβαζε στο αυτί μας. Μας έλεγε να αυτοσχεδιάσουμε ή να παίξουμε εγώ κι ο Κώστας Φιλίππογλου –έτσι γινόταν η διάνοιξη του χρόνου. Ηταν πολύ trippy. Το «Μερσιέ και Καμιέ» είναι προδρομικό για το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Εχει στοιχεία από πολλά μετέπειτα έργα του Μπέκετ.
● Στο μυαλό όλων μας ο ηθοποιός ελέγχει τα εκφραστικά του μέσα. Εδώ η κατάσταση πήγαινε στον αντίποδα. Μετά από σχεδόν 24 ώρες, προφανώς το κυρίαρχο θα είναι η σωματική εξάντληση. Πώς λειτουργεί αυτό;
Η εξάντληση σε φέρνει στα όριά σου. Σου εκμηδενίζει την αυταρέσκεια, τον ναρκισσισμό και μπαίνεις στην ουσία. Ειδικά για τον Μπέκετ. Είναι σαν να αφαιρεί όλα τα περιττά. Εισέρχεσαι στον ίδιο τον μηχανισμό αφήγησης, την παραληρηματική σκέψη του εσωτερικού μονολόγου. Γίνεσαι ένα βαρίδι, σέρνεις δίπλα σου την οντότητα κι όλες αυτές τις κοτρόνες που έχεις από το παρελθόν. Και συναναστρέφεσαι μαζί τους, δεν μπορείς να κάνεις κάτι.
Η αρχική σκέψη ήταν για 72 ώρες. Αλλά τρομάξαμε. Δεν σου κρύβω ότι και στις 24 ώρες υπήρχε μια επικινδυνότητα. Μερικές φορές έβλεπα πόσο κίτρινος ήταν ο Φιλίππογλου και σκεφτόμουν: κι εγώ κάπως έτσι θα είμαι, μην πέσουμε κάτω… Δεν σε ενδιέφερε αν σε βλέπει ή σε ακούει κάποιος. Ετσι κι αλλιώς δεν υπήρχε θέμα να ξεχάσεις κείμενο, το άκουγες. Επρεπε μόνο να δημιουργείς τις συνθήκες, γιατί ήταν ένας εξελισσόμενος αυτοσχεδιασμός με κάποια σημεία όπου συναντιόμασταν δραματουργικά. Επομένως έπρεπε απλά να είσαι σε εγρήγορση μέσα στην κόπωση. Απλά υπάρχεις εκεί κι αυτό κάτι δημιουργεί.
● Σίγουρα ο καλλιτέχνης έχει μία ναρκισσιστική πλευρά. Αυτό που δημιουργείς, θέλεις να το δείξεις σε άλλους και να έχεις αποδοχή. Εσύ, πέρα από αναγνωρισιμότητα, έχεις και ουσιαστική αναγνώριση για τη δουλειά σου. Εχω όμως την αίσθηση ότι ο ναρκισσισμός σου είναι ελεγχόμενος.
Αυτό είναι κάτι που το παλεύεις. Ο ναρκισσισμός μπορεί να μοιάζει ότι σου δίνει την εκκίνηση για να δημιουργήσεις, να δείξεις, αλλά εγώ αισθάνομαι ότι με βαλτώνει. Ομως είναι μια μάχη που άλλοτε την κερδίζεις κι άλλοτε σε κερδίζει.
Δεν νομίζω ότι όσοι ασχολούμαστε με τις παραστατικές τέχνες έχουμε ξεφύγει απ’ αυτόν. Στη δική μου περίπτωση ίσως υποβόσκει. Το θέμα είναι πώς το διαχειρίζεσαι και σε τι κλίμακες. Πώς σου ξεφεύγει. Πώς το μαζεύεις.
● Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν χρόνια στο θέατρο και ξαφνικά γνωρίζουν τεράστια αναγνωρισιμότητα λόγω ενός τηλεοπτικού ρόλου. Πώς το διαχειρίζεται κανείς;
Δεν είναι εύκολο. Η τηλεόραση είναι πολύ δυνατό μέσο. Μπαίνει στο σπίτι του άλλου, είναι πολύ άμεση η επαφή. Κάποιος οικειοποιείται τη φυσιογνωμία σου. Επομένως το πώς θα το διαχειριστείς εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση του καθενός. Οταν μου συνέβη με το «Είσαι το ταίρι μου», τρόμαξα. Δεν είχα τα δεδομένα να το διαχειριστώ. Αισθανόμουν ότι αποπροσανατολίζομαι. Τι να πω… Χρειάζεται τρομερή ισορροπία. Σίγουρα μπορεί να σε μετατοπίσει όλο αυτό το κύμα.
● Δεν το χάρηκες καθόλου;
Το χάρηκα σε κάποιες φάσεις. Μου χρησίμεψε όταν πήγαινα στις δημόσιες υπηρεσίες! Ηταν ευχάριστη έκπληξη να γίνονται τα πράγματα όπως θα έπρεπε να γίνονται κανονικά. Επιπλέον, η αναγνωρισιμότητα σου δίνει τη δυνατότητα να επιλέγεις, να έχεις περισσότερες προτάσεις. Ισως να μην είχα αυτές τις ευκαιρίες χωρίς το «Είσαι το ταίρι μου». Αν κι εμένα πάντα μου άρεσε να δουλεύω με ομάδες: με ομάδες χορού, με την Ομάδα Θέαμα του Κακλέα στον Τεχνοχώρο…
● Εχεις δουλέψει και με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Ναι. Σχολείο τεράστιο. Εγινε αναβάθμιση στο λογισμικό! Εχει μέθοδο στη δουλειά του. Απαιτητικός, αλλά και γενναιόδωρος με τους συνεργάτες του. Μαθαίνεις πολλά κοντά του. Αν δουλέψεις με τον Δημήτρη, δυσκολεύεσαι μετά να δουλέψεις με άλλους. Οταν όμως θα το κάνεις, έχεις πολλά εφόδια.
Σου έδινε χώρο, ερεθίσματα και υλικά να ερευνήσεις. Επειδή έχει πολύ εκπαιδευμένο βλέμμα, μπορεί να συλλέξει από εσένα στοιχεία, να δει κάτι που έχεις κάνει ασυνείδητα μέσα στον αυτοσχεδιασμό και να το εξελίξει.
● Ας μιλήσουμε για την παράσταση που ετοιμάζετε τώρα.
«Ορέστης», σε εξαιρετική μετάφραση Γιώργου Χειμωνά. Πολύ ωραία ματιά και σύλληψη του Κακλέα για το πώς μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία με μια ονειρική διάσταση μέσα από τη δοκιμασία των δύο αδελφών.
Με τον Ορέστη ως εξιλαστήριο θύμα, πώς μπαίνει στον δρόμο του εξαγνισμού για όλες τις ανόσιες πράξεις που έχουν διαπράξει οι πρόγονοι, από τον Τάνταλο μέχρι τον Ατρέα και τον Θυέστη.
● Η Επίδαυρος σε αγχώνει; Οχι μόνο για το μεγαλείο και την ιερότητα του χώρου, αλλά και για το γεγονός ότι όλοι σε περιμένουν με το τουφέκι.
Ετσι κι αλλιώς, ό,τι και να κάνεις θα κριθείς. Αυτό δεν με ενοχλεί. Η Επίδαυρος μ’ αρέσει πολύ. Αυτό το θέατρο, ενώ άδειο φαίνεται τρομακτικό, όταν υπάρξει ένας συντονισμός με το κοινό, μπορεί η διαδικασία να είναι πολύ ωραία. Βέβαια, ο χώρος από μόνος του, λόγω μεγεθών, επειδή το κοινό είναι μακριά και χρειάζεται ένα εκτόπισμα, και μόνο ενεργειακά απαιτεί άλλου είδους τοποθέτηση για να αφηγηθείς μια ιστορία.
● Θυμάμαι τον «Δον Κιχώτη», που ήταν προφανώς και μια προσωπική αναζήτηση. Υπάρχουν άλλα έργα στα οποία ονειρεύεσαι να δοκιμαστείς;
«Η καρδιά του σκύλου» του Μπουλγκάκοφ, στο οποίο θα ήθελα να μπω και στη διαδικασία της σκηνοθεσίας. Ηταν να γίνει πέρυσι, αλλά με όλα αυτά δεν ήταν εφικτό. Είναι ένα έργο κι ένας συγγραφέας πολύ ιδιαίτερος, ειδικά για την περίοδο που διανύουμε. Η ηθική της επιστήμης, το πώς αντιμετωπίζει ένας επιστήμονας τον άνθρωπο, το πώς αντιμετωπίζει ο άνθρωπος την καταξίωση. Αυτό που λέμε: θέλω να κάνω κάτι για το καλό της ανθρωπότητας.
Ο Μπουλγκάκοφ είναι ισοπεδωτικός, παρουσιάζει όλους τους τύπους ανθρώπων μιας κοινωνίας και τους απογυμνώνει με κωμικοτραγικό τρόπο. Είναι αποκαλυπτικός για το ότι όλοι ζούμε έχοντας ως πόθο τα υλικά αγαθά και την καταξίωση, εκπληρώνουμε τη ματαιότητα.
● Σκοπεύεις και να σκηνοθετήσεις και να παίξεις;
Ετσι έλεγα. Πάντοτε, βέβαια, με τη βοήθεια της Εφης Μπίρμπα σε όλο το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό κομμάτι, αλλά και με την απόλυτη συνεργασία της στη σκηνοθεσία. Δεν θέλω γενικότερα να σκηνοθετήσω, μόνο με αυτό το έργο μού δημιουργήθηκε η διάθεση.

● Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να συνεργάζεται κανείς με τον άνθρωπο με τον οποίο μοιράζεται και την προσωπική ζωή του;
Μπορεί να ’ναι και εύκολο: ο κώδικας επικοινωνίας, το να αρπάξεις μισή λέξη που θα πει ο άλλος και να καταλάβεις ακριβώς τι εννοεί… Ολα αυτά γίνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου. Δεν χρειάζεται ούτε πρόλογος, ούτε τίποτα. Το δύσκολο είναι ότι χρειάζονται όρια.
Μπορεί να υπάρξει τριβή, αλλοίωση: όλη μέρα ασχολείσαι με τα ίδια, και στο σπίτι, γιατί η Εφη κι εγώ είμαστε άνθρωποι χωρίς όρια. Το πρότζεκτ υπάρχει 24 ώρες το 24ωρο. Δεν είναι ότι πάω σπίτι και το ξεχνάω. Οταν είναι κι οι δύο έτσι, δεν αποφορτίζεσαι. Ενώ όταν ο ένας από τους δύο προέρχεται από αλλού, μπορεί κάτι άλλο να σου πει να ξεχαστείς, υπάρχει μια αποφόρτιση που είναι αναγκαία.
● Εκτός από το «Η καρδιά του σκύλου», υπάρχουν έργα που ονειρεύεσαι να κάνεις;
Δεν ξέρω. Με ενδιαφέρουν οι συνεργασίες. Κατά τ’ άλλα, με συγκινούν συγγραφείς όπως ο Μπέκετ, ο Ντοστογιέφσκι… Σίγουρα κάποια στιγμή θα καταπιαστώ με αυτούς. Αλλά οι συνεργασίες είναι πιο σημαντικές από τα έργα.
● Εχει συμβεί προσωπικές σου αναζητήσεις και πεποιθήσεις να γίνουν αντικείμενο συζήτησης και κριτικής και να επικεντρώνεται η προσοχή εκεί κι όχι στη δουλειά σου. Είναι δύσκολο αυτό;
Δεν δίνω τόση σημασία. Δεν βγαίνω να πω τις πεποιθήσεις ή τα πιστεύω μου αν δεν με ρωτήσει κάποιος. Οταν με ρωτήσουν, θα τα πω, όπως κάθε άνθρωπος. Οταν μπαίνεις στη διαδικασία να κάνεις μια παράσταση, ο άλλος θα σε κρίνει για τη δουλειά σου. Αλλά η κριτική καταλήγει να είναι είτε για μια συνέντευξη, είτε για μια άποψή μου. Είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι.
● Ο «Ορέστης» έρχεται μετά από ένα διάστημα που η θεατρική δουλειά ήταν σχεδόν εκτός νόμου. Παίρνει κανείς τα πράγματα από εκεί που ήταν ή είναι όλα κάπως αλλιώς;
Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως είναι λίγο πιο πίσω από εκεί που τα είχαμε αφήσει. Ενώ μπαίνεις με πολλή όρεξη, είναι σαν να ξεκινάς από 2-3 χρόνια πριν. Σαν να μην έχει υπάρξει εξέλιξη. Ισως είναι μέχρι να ζεσταθεί κανείς.
● Τον εγκλεισμό πώς τον διαχειρίστηκες;
Εφτιαχνα έπιπλα, έκανα άλλα πράγματα. Δεν έμεινα στην αδράνεια.
* Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
? Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στις 16, 17 και 18 Ιουλίου.
Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη – Γιάννης Κακλέας
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κίνηση: Αρης Σερβετάλης
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αγγελική Τρομπούκη
Παίζουν: Αρης Σερβετάλης (Ορέστης), Μαίρη Μηνά (Ηλέκτρα), Πάνος Βλάχος (Μενέλαος), Αιμιλιανός Σταματάκης (Πυλάδης), Γιώργος Ψυχογιός (Τυνδάρεως), Νικολέτα Κοτσαηλίδου (Ωραία Ελένη), Ζερόμ Καλουτά (Φρύγας).
Χορός: Κατερίνα Ζαφειροπούλου, Αλκηστις Ζιρώ, Νίκη Λάμη, Ιωάννα Λέκκα, Δανάη Μουτσοπούλου, Ματίνα Περγιουδάκη, Ελίζα Σκολίδη, Αναστασία Στυλιανίδη, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη.
Πληροφορίες και εισιτήρια: aefestival.gr
