Το έργο του Λάζαρου Τεντόμα καταπιάνεται με ένα θέμα που δεν έχει ακόμα βρει στην ελληνική ακαδημαϊκή βιβλιογραφία το ενδιαφέρον που του αναλογεί: τη μελέτη της αναπηρίας από κοινωνικοπολιτική σκοπιά.
Ο συγγραφέας προσδιορίζει τη μελέτη του ως μια «έρευνα ανθρωπολογικής ιστορίας» όπου, μέσα από τη μελέτη των διαδικτυακών διαλόγων του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναπηρία Τώρα», μέσα από ιστορικά ζωής και διά ζώσης συνεντεύξεις αναζητά τους όρους διαμόρφωσης των πολιτισμικών αναπαραστάσεων της αναπηρίας στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Κινούμενος στον ρευστό ως προς τα όριά του ορίζοντα του πρόσφατου παρελθόντος ή του παρατεταμένου παρόντος, αναζητά να δει πώς συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα διαμορφώνονται από –και διαμορφώνουν– τις εμπειρίες της αναπηρίας.
Η μελέτη συνιστά μια συμβολή στην κατανόηση, μέσα από την αναπηρία, της μεθοριακής εποχής της «ύστερης μεταπολίτευσης» (1990-2000), μια εποχή ευμάρειας, κρατικών παροχών και κοινωνικής ανόδου για αρκετούς και παράλληλα αφετηρίας για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων προταγμάτων – στην Ελλάδα, αυτά εκφράστηκαν μέσα από έννοιες-πολιτικά σλόγκαν όπως «εκσυγχρονισμός» και «εξευρωπαϊσμός».
Οι θεωρητικές αναφορές του συγγραφέα είναι ιδιαίτερα ευρείες, ξεκινούν από τις σπουδές αναπηρίας και την ανθρωπολογία για να περάσουν στον χώρο της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης και της κοινωνικής θεωρίας. Ολες όμως συγκλίνουν στην αντιμετώπιση της αναπηρίας ως κοινωνικού και όχι ως φυσικού/βιολογικού φαινομένου. Τον ενδιαφέρει βαθιά η διαντίδραση του ατομικού με το συλλογικό και πώς αυτή μπορεί συμβάλει στην κατανόηση της εμπειρίας της αναπηρίας.
Εμπειρία την οποία ο συγγραφέας δεν θεωρεί ούτε «αποκλειστικά μια συλλογική εμπειρία που μας ωθεί σε κοινωνικοπολιτικούς προσδιορισμούς της καταπίεσης» αλλά ούτε και αμιγώς «ατομική, ψυχοσυναισθηματική και προσωπική». Και μέσα από τους διαλόγους της ηλεκτρονικής λίστας αναδεικνύει ότι, από τη μία, η «ανάπηρη κατάσταση δεν συμβαίνει από μόνη της λόγω της σχέσης του υποκειμένου με τη βλάβη του [αλλά] διαμορφώνεται και λόγω της σχέσης του ανάπηρου υποκειμένου με το περιβάλλον, υπεύθυνο για τα αρνητικά συναισθήματα αλλά και για την ελπίδα». Από την άλλη, «η προσωπική εμπειρία λειτουργεί ως εργαλείο θέασης της συλλογικής εμπειρίας».

Αρχικά απασχολούν τον συγγραφέα οι αυτοπροσδιορισμοί. Υιοθετώντας μια ανθρωπολογική προσέγγιση, δεν ξεκινάει δίνοντας έναν a priori ορισμό της αναπηρίας, αλλά θέτει τον ίδιο τον ορισμό ή, καλύτερα, τους ορισμούς της ως το αιτούμενο της έρευνας. Και αναζητά πώς οι ίδιοι οι χρήστες της λίστας μιλούν για την «αναπηρία», τη «βλάβη», «τις ειδικές ανάγκες» κ.λπ., και πώς προβληματίζονται για τους όρους αλλά και για τους τρόπους που τους χρησιμοποιούν σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν καλύτερα τον Εαυτό αλλά και να ανασημασιοδοτήσουν τους ορισμούς της αναπηρίας που συνήθως έχουν δημιουργηθεί από Αλλους, από το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και τη δημόσια διοίκηση.
Στη συνέχεια της έρευνας η αναπηρία αποτελεί πεδίο για τη μελέτη της εξατομικευμένης εμπειρίας όπως αυτή επηρεάζεται από ζητήματα εξουσίας. Καταπιάνεται με το κοινωνικό περιβάλλον ως ένα πλαίσιο ελέγχου και επίβλεψης, για να διερευνήσει πώς αυτό γίνεται αντιληπτό από τους χρήστες της λίστας. Η έρευνα αναδεικνύει πώς οι απόψεις των «ειδικών συμβάλλουν στην κατασκευή της αίσθησης του εαυτού και της εμπειρίας της αναπηρίας» και πώς εν τέλει «ένα ολόκληρο πλαίσιο στήριξης των ανάπηρων ατόμων διαμορφώνει τους όρους της ύπαρξής τους» μέσα από μια ασύμμετρη, ιεραρχική και εξουσιαστική διαδικασία.
Επίσης, τα νέα βιο-τεχνολογικά επιτεύγματα «μπορεί να εξασφαλίζουν καλύτερη ποιότητα ζωής, εντούτοις υπακούουν σε επιταγές κανονικοποίησης και εξάρτησης», ιδιαίτερα μέσα στα πλαίσια της εξατομικευμένης ιατρικής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που «παρέχει την αίσθηση της φιλελευθεροποίησης και των πολλαπλών επιλογών, εντούτοις επιβάλλει την εξουσιαστικότητά» της. Τέλος συζητείται η επιθυμία χειραφέτησης καθώς και οι διερωτήσεις για τα περιθώρια πολιτικής δράσης, η οποία δεν μοιάζει πια να περνάει μέσα από συλλογικές κινητοποιήσεις αλλά μέσα από μικρές ατομικές δράσεις, όπως η ενεργή «disability friendly» στήριξη γιατρών.
Η ιδιαίτερη συμβολή της συγκεκριμένης μελέτης είναι η κριτική της εγρήγορσης απέναντι στον ιστορικά κυρίαρχο ιατρικό λόγο, σε εκείνες δηλαδή τις συντεταγμένες ιδέες οι οποίες παράγονται στον ακαδημαϊκό χώρο, κι ως εκ τούτου διαθέτουν το κύρος και την εξουσία της επιστημοσύνης, αλλά είναι ιδιαίτερα επιδραστικές, καθώς αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώνονται οικονομικοκοινωνικές πολιτικές που επηρεάζουν την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων αλλά και την αντίληψή τους για τον εαυτό και τον κόσμο.
Επιπρόσθετα, ο ιατρικός λόγος έχει συγκροτηθεί στις μέρες μας ως μια «γλώσσα των ειδικών». Είναι δε ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι οι ειδικοί αυτοί διαθέτουν κάποιες ιδιαίτερες διανοητικές ικανότητες και τεχνικές γνώσεις, τις οποίες δεν διαθέτουμε εμείς οι υπόλοιποι και άρα δεν δικαιούμαστε να έχουμε άποψη για αυτά τα θέματα, έστω κι αν αφορούν τη ζωή μας. Ετσι, στις μέρες μας, ο ιατρικός λόγος έχει μετατραπεί σε ένα είδος «υπεροπτικού» λόγου που θεωρείται «ουδέτερος», «αντικειμενικός», αποκαθαρμένος από αξίες, προσωπικές κρίσεις και συναισθηματικές φορτίσεις και, εν τέλει, ασύνδετος με την πολιτική. Ενας λόγος που δικαιούται να ασκεί εξουσία αλλά δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Εχει παγιωθεί, δηλαδή, μια οπτική που ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται από τους ανθρώπους, τους οποίους και αντικειμενοποιεί.
Ο παρών τόμος έρχεται να καταδείξει την επείγουσα ανάγκη να βγούμε από την κατ’ επίφαση επιστημονική ουδετερότητα τέτοιων ηγεμονικών λόγων, να σταματήσουμε να μαγευόμαστε από τη «γλώσσα των ειδικών», να τη θέσουμε σε κριτική εξέταση και αμφισβήτηση με τον ιδιαίτερο τρόπο που οι κοινωνικές επιστήμες ξέρουν να κάνουν.
Η έρευνα καταδεικνύει ότι οι χρήστες της λίστας συνιστούν ενεργοποιημένα αλλά και «θυμωμένα υποκείμενα» τα οποία προβληματίζονται, καταγγέλλουν, ονειρεύονται και διεκδικούν βελτιώσεις της σωματικής και κοινωνικής τους υπόστασης, δίχως ωστόσο να καταλήγουν στην ανάπτυξη «μιας κριτικής θεώρησης του πολιτισμού της αρτιμέλειας». Αυτήν ακριβώς τη στροφή από την έμφαση στην αναπηρία στην κριτική θεώρησης της αρτιμέλειας θεωρεί ο συγγραφέας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κύηση νέων, πραγματικά μετασχηματιστικών προτάσεων και ακριβώς στην άρθρωση μιας τέτοιας ανατρεπτικής θεώρησης βρίσκεται, κατά την άποψή μας, και η βασική συνεισφορά του συγκεκριμένου βιβλίου.
*Επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
