ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Σύννεφα πάνω από την πόλη.

Ταξιδεύω στα γαλανά νερά της Αίγινας, στα πεύκα στο Αγκίστρι.

Πράσινα παραθυρόφυλλα περιμένουν να με υποδεχτούν, τζιτζίκια να μου τραγουδήσουν.

Το καλοκαίρι πάντα η εσχάτη λύση. Το καλοκαίρι πάντα η έσχατη λύπη.»

Ολοι γνωρίζουμε τον Δημήτρη Καταλειφό ως έναν από τους πιο σπουδαίους ηθοποιούς με αμέτρητους ρόλους στο βιογραφικό του που μας προσέφεραν μεγάλες θεατρικές συγκινήσεις. Φέτος, μας συστήθηκε με μια άλλη ιδιότητα. Του συγγραφέα, ή μάλλον του ποιητή. Ηξερα πως η ζωγραφική ήταν μια μεγάλη του αγάπη. Αλλά, φαίνεται πως ο εγκλεισμός έθεσε σε λειτουργία και άλλες πτυχές του.

Στα εξήντα πέντε κείμενα ποιητικής πρόζας που περιλαμβάνονται σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Συμπληγάδες γενεθλίων» (Πατάκης), βουτάει βαθιά στη μνήμη και ανασύρει αναμνήσεις που συμπληρώνονται με σκέψεις μέσα στο ζοφερό παρόν της πανδημίας και του εγκλεισμού που ζήσαμε και ίσως ζήσουμε στο μέλλον.

«Αυτά τα κείμενα γράφτηκαν από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τις 21 Μαΐου 2020, παραμονή των γενεθλίων μου (εξού και ο τίτλος). Τα περισσότερα μέσα στον εγκλεισμό λόγω της πανδημίας. Το θέατρο έκλεισε και, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, βρέθηκα απέναντι στον εαυτό μου χωρίς άλλες υποχρεώσεις και δραστηριότητες. Μια επιθυμία να γράψω βρισκόταν εν υπνώσει και ξαφνικά ξύπνησε. Ετσι γεννήθηκαν αυτά τα κείμενα».

Φαίνεται από το πρώτο κιόλας ποίημα πως ο Δ. Καταλειφός, απαλλαγμένος πια από τις συμβάσεις και τις κοινωνικές υποχρεώσεις της χαράς, ανοίγει γενναιόδωρα στον αναγνώστη ένα παράθυρο στον βαθύτερο εαυτό του:

«Λαχταρώ: Ενα μέρος δίχως Χριστούγεννα, δίχως Πάσχα, δίχως εθνικές εορτές. Ενα απάνεμο, περίκλειστο κρατίδιο. Πότε πότε θα επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε γαλαζωπό σ’ ανταύγειες από παιδικό ουρανό. Τίποτε άλλο.»

Προχωρώντας στα επόμενα ποιήματα καταλαβαίνεις πως τα ποιήματά του είναι καλά δουλεμένα, με λιτή γλώσσα και σύντομες αναδρομές στην παιδική ηλικία, στην καθημερινότητα, στη σκηνή: «Εγώ πηγαίνω να τεθώ εκτός χρόνου, να φωτιστώ από φως τεχνητό και δραματικό».

Η εσωτερικότητα της ποίησής του, που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή και δένει όλα τα επιμέρους στοιχεία της σε μια αδιαίρετη ποιητική δημιουργία, μας μιλά σιγανά, μονολογεί ψιθυρίζοντας. Ο ρυθμός των λέξεων άλλοτε είναι ήσυχος και άλλοτε είναι καταιγιστικός με βαθιά υπαρξιακά νοήματα. Με αυτογνωσία και ενσυναίσθηση, μας επιτρέπει να καταλάβουμε τον τρόπο που σκέφτεται αυτός ο ταλαντούχος ηθοποιός και διανοούμενος του θεάτρου.

Θα παραδεχτεί: «Ποιος να μου το ‘λεγε πως -εγώ, ο μονήρης άνθρωπος- είμαι ένα γνήσιο παιδί της φύσης, ένας εραστής των νησιών, ένας σύζυγος της θάλασσας, ένας αδελφός των βράχων. Φαίνεται πως κάτι κληρονόμησα από τον νησιώτη πατέρα μου, και τώρα αυτό το ωραίο σύννεφο απέναντι με καλεί να επιστρέψω».

Να θυμίσουμε πως ο πατέρας του ήταν από τη Σέριφο.

«Κράτησε μόνο τη λευκή φανέλα της απλότητας»

Και σε άλλο ποίημα ανοίγει την αυλαία και μπαίνουμε στα «παρασκήνια»: «Το θέατρο είναι τόπος φαντασμάτων και ιδεών. Μετά έβαλα φόβο, ιδρώτα και χαρά. Μαζί κι ένα κοστούμι. Επειτα έρχονται οι άνθρωποι. Λόγια και σώματα επί σκηνής. Η πρώτη πράξη πάντα πιο σφιγμένη. Στη δεύτερη επιτέλους χαλαρώνει η κοιλιά, καλό σημάδι. Στην τρίτη συντελείται η ένωση. Χέρια συμπλέκονται να υποκλιθούν με ιερό ναρκισσισμό. Ζωή και θάνατος μέσα σε δυο ώρες. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι ήρωες ξεβάφονται και η αυλαία περιμένει κόκκινη. Να ξανανοίξει.»

Θυμάμαι πως κάποτε, σε αυτές τις σελίδες των «Νησίδων», ο αγαπημένος του φίλος Χρήστος Αγγελάκος τον είχε ρωτήσει:

«Καλλιτεχνική πράξη είναι αυτή που σε ντύνει με ένα νόημα που δεν είχες φανταστεί ή αυτή που σε αφήνει τελείως γυμνό; Η τέχνη δεν έχει σκοπό να σε απογυμνώσει;»

Και εκείνος απάντησε:

«Ανακαλύπτοντας έναν ρόλο, στην ουσία αποκαλύπτεις τον εαυτό σου. Αρα με μια έννοια απογυμνώνεσαι. Αλλά αυτό δεν μπορείς να το πετυχαίνεις πάντα: να βλέπεις δηλαδή αληθινά αισθήματα πάνω στη σκηνή ή να απαρνιέσαι όλα τα φτιασίδια και τα στολίδια για να βγάλεις ένα αυθεντικό αίσθημα το οποίο να συγκινήσει τον θεατή. Στην ουσία παίζεις καλά όταν είσαι απροστάτευτος».

Νομίζω πως με αυτό το συναίσθημα έγραψε και αυτό το βιβλίο: «Σαν τα πολυκαιρισμένα ρούχα έβγαλε τις παλιές αξίες του στο φως για να τις αερίσει. Κάποιες, φαγωμένες από το σκόρο, έπρεπε σίγουρα να πεταχτούν κι ας τις φύλαγε μιαν ολόκληρη ζωή. Αλλες, πάλι, σκέφτηκε να τις χαρίσει στους παραπλανημένους που μάλλον δεν αντέχουμε το κρύο. Κράτησε μόνο τη λευκή φανέλα της απλότητας, που είχε να φορέσει από παιδί, και στάθηκε γυμνός στον Ηλιο.»

Κάποτε ο Ελιοτ είχε γράψει πως «δεν είναι η ποίηση που προέχει», η ποίηση γι’ αυτόν δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά οδός. Τη δική του οδό προς τα γράμματα φέρεται να άνοιξε ο Δημήτρης Καταλειφός και ευχόμαστε ολόψυχα να μην την κλείσει επιστρέφοντας στη σκηνή. Οταν γράφω για ποιητικές συλλογές, συχνά έχω στο μυαλό μου εκείνο το παλιό ρητό: «Αν θέλεις να εκνευρίσεις έναν ποιητή, εξήγησε την ποίησή του». Και είναι επίσης αλήθεια πως η συγκίνηση που λαμβάνει ο αναγνώστης διαβάζοντας ποιήματα είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Αλλά στην περίπτωση των «Συμπληγάδων Γενεθλίων» χαίρομαι που η τόσο επίπονη συγκυρία της πανδημίας άνοιξε το σφαλισμένο παράθυρο της δημιουργίας και επέτρεψε από μια ταπεινή ρωγμή να ξεπηδήσει ατόφια λυτρωτική ποίηση.