ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Γιαλκέτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 21 και 22 Μαΐου 2026, το Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σαλέντο (στην ιταλική πόλη Λέτσε) οργάνωσε ένα συμπόσιο με θέμα τη διανοητική κληρονομιά του Ζίγκμουντ Μπάουμαν (1925-2017). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της εισήγησης του Ιταλού κοινωνιολόγου Φραντσέσκο Αντονέλι σε αυτό το συμπόσιο:

Υπάρχει ένα ερώτημα που συνεχίζει να τίθεται κάθε φορά που το παρόν μας φαίνεται να καταβυθίζεται μέσα σε νέες κρίσεις: Τι θα έλεγε σήμερα ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν; Ποια διάγνωση θα έδινε για έναν κόσμο που διαπερνιέται ταυτόχρονα από πολέμους, επανεξοπλισμούς, κλιματική κρίση, ψηφιακή επανάσταση, εργασιακή επισφάλεια και επιστροφή των εθνικισμών; Την απάντηση φυσικά δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Ωστόσο λίγοι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι μπόρεσαν να μας προμηθεύσουν τόσο ισχυρά ερμηνευτικά εργαλεία, ώστε αυτά να συνεχίζουν να μας μιλούν ακόμα και μετά τον θάνατό τους.

Ο Μπάουμαν δεν υπήρξε μόνον ένας από τους πιο σημαντικούς μελετητές της παγκοσμιοποίησης. Υπήρξε πρωτίστως ένας κοινωνιολόγος ικανός να μετασχηματίζει τη διάχυτη εμπειρία της αποξένωσης σε κοινή μας γλώσσα. Το έργο του έδωσε όνομα σε συλλογικά συναισθήματα που εκατομμύρια άνθρωποι ένιωθαν, χωρίς να κατορθώνουν ακόμα να τα ερμηνεύουν πλήρως: προσωρινότητα, ανασφάλεια, ευθραυστότητα των δεσμών, εξατομίκευση, φόβος του αποκλεισμού. Η μεταφορά της «ρευστής νεωτερικότητας» είχε επιτυχία ακριβώς γι’ αυτό· όχι απλώς επειδή περιέγραφε τον κόσμο, αλλά επειδή μας έδινε τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε τη θέση μας μέσα σε αυτόν. Για να κατανοήσουμε αληθινά τον Μπάουμαν, χρειάζεται ωστόσο να εξετάσουμε τους διάφορους σταθμούς της διανοητικής του διαδρομής. Πρόκειται για μια πορεία που σημαδεύεται όχι μόνον από θεωρητικές στροφές, αλλά και από μια βιογραφία τραγικά συνδεδεμένη με την Ευρωπαϊκή Ιστορία του εικοστού αιώνα. Πολωνοεβραίος, εξαναγκασμένος στη φυγή μετά τη ναζιστική εισβολή του 1939, στρατιώτης στον υπό σοβιετική διοίκηση στρατό, έπειτα μαρξιστής διανοούμενος στη σοσιαλιστική Πολωνία, αποβληθείς από το πανεπιστήμιο κατά τη διάρκεια της αντισημιτικής εκστρατείας του 1968 και εξαναγκασμένος σε νέα εξορία, πρώτα στο Ισραήλ κι έπειτα στην Αγγλία. Η κοινωνιολογία του γεννιέται πάντοτε από αυτή τη συγκεκριμένη εμπειρία της ανασφάλειας, του διωγμού και της ασυνέχειας.

Η πρώτη φάση της σκέψης του είναι εκείνη της σχέσης ανάμεσα σε κοινωνιολογία και μαρξισμό. Ο νεαρός Μπάουμαν διαμορφώνει τη σκέψη του εντός του ορίζοντα του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά βαθμιαία παίρνει τις αποστάσεις του από τους αυταρχικούς και γραφειοκρατικούς εκφυλισμούς του. Δεν θα εγκαταλείψει ωστόσο ποτέ την ιδέα ότι η κοινωνιολογία οφείλει να διατηρεί μια χειραφετική τάση. Σε αυτή την περίοδο, το κεντρικό θέμα του είναι η σχέση ανάμεσα σε κουλτούρα και εξουσία: ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνικές δομές διαπλάθουν τις συνειδήσεις και δημιουργούν κομφορμισμό. Ηδη εδώ εμφανίζεται μία από τις διορατικές συλλήψεις που θα διαπερνά όλο το έργο του: η κριτική κάθε υποβάθμισης της ανθρώπινης ύπαρξης σε απλό γρανάζι του συστήματος.

Η δεύτερη φάση του στοχασμού του συμπίπτει με την αναμέτρηση με τη μετανεωτερικότητα. Η κρίση των μεγάλων αφηγήσεων, η παρακμή των συλλογικών εντάξεων και η διάλυση των σταθερών ταυτοτήτων θα ερμηνευτούν από τον Μπάουμαν όχι ως απλή απελευθέρωση, αλλά ως έναρξη μιας βαθιά αμφίσημης κατάστασης. Από τη μια μεριά, η μείωση των ακαμψιών της φορντιστικής νεωτερικότητας παράγει νέους χώρους ατομικής ελευθερίας. Από την άλλη, όμως, διαλύει εκείνα τα κοινωνικά και συμβολικά πλαίσια που έδιναν συνέχεια και νόημα στις ανθρώπινες υπάρξεις.

Εδώ είναι που ο Μπάουμαν αντιμετωπίζει ένα από τα κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνιολογίας: την εξατομίκευση. Μια διαδικασία την οποία ερμηνεύει με τρόπο πολύ διαφορετικό τόσο από τον νεοφιλελεύθερο οπτιμισμό όσο και από τις κοινοτιστικές νοσταλγίες. Το σύγχρονο άτομο θα απελευθερωθεί τυπικά από πολλά παραδοσιακά δεσμά, αλλά αυτή η ελευθερία μετατρέπεται συχνά σε υποχρέωση για απόδοση, για συνεχή αναμόρφωση του εαυτού, για διαρκή ανταγωνισμό. Η βιογραφία γίνεται ατομικό καθήκον, ενώ τα συλλογικά προβλήματα και τα κοινωνικά βάσανα φορτώνονται στις πλάτες των ατόμων. Ο τρίτος σταθμός της σκέψης του συμπίπτει με τη θεωρία της παγκοσμιοποίησης και της ρευστής νεωτερικότητας. Εδώ ο Πολωνός κοινωνιολόγος περιγράφει έναν καπιταλισμό ο οποίος δεν έχει πλέον ανάγκη σταθερών δομών, μόνιμων εντάξεων ή συνεκτικών ταυτοτήτων. Ολα πρέπει να γίνουν ευέλικτα: η εργασία, οι συναισθηματικές σχέσεις, ακόμα και η σχέση με τους ίδιους τους εαυτούς μας. Η ρευστότητα δεν είναι απλώς μια διανοητική μεταφορά, είναι η κοινωνική μορφή που παίρνει ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Στη ρευστή νεωτερικότητα, παρατηρεί ο Μπάουμαν, η ισχύς διαχωρίζεται βαθμιαία από την πολιτική. Οι παγκόσμιες αγορές αποκτούν μιαν ικανότητα κίνησης και πίεσης, την οποία τα εθνικά κράτη δεν κατορθώνουν πλέον να ελέγξουν.

Η πολιτική παραμένει τοπική ενώ η ισχύς γίνεται παγκόσμια. Εδώ γεννιέται μία από τις μεγάλες αντιφάσεις του καιρού μας: πολίτες τυπικά όλο και πιο ελεύθεροι, αλλά στην πραγματικότητα όλο και πιο ανήμποροι. Αυτή η αδυναμία τροφοδοτεί φόβο, μνησικακία και επιθυμία για προστασία.

Δεν προξενεί έκπληξη το ότι ο Μπάουμαν αφιέρωσε τόσες σελίδες στη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική ανασφάλεια και την επιστροφή των εθνικισμών. Η έννοια της «ρετροτοπίας», που επινόησε, περιγράφει ακριβώς αυτή τη δυναμική: όταν το μέλλον παύει να εμφανίζει επαγγελία χειραφέτησης, οι κοινωνίες καταφεύγουν στη νοσταλγία ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος. Είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα στις νέες Δεξιές που υποστηρίζουν την εθνική κυριαρχία, στις πολιτικές της ταυτότητας και στην επιστροφή της πολιτικής τής ισχύος. Η ρευστή νεωτερικότητα όμως δεν εξαλείφει την ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου. Την καθιστά ωστόσο περισσότερο ευάλωτη, διακοπτόμενη, αγχώδη. Και είναι ακριβώς αυτή η ευθραυστότητα που παράγει την αναζήτηση αντισταθμιστικών εντάξεων, ικανών να προσφέρουν αναγνώριση, συμβολική προστασία και νόημα. Στο βάθος, η κρίση των συλλογικών εντάξεων γεννιέται και από την αποδυνάμωση εκείνου του συμβιβασμού ανάμεσα σε ελευθερία και ισότητα, που είχε στηρίξει τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οταν η ελευθερία βιώνεται ως ανασφάλεια και διαρκής ανταγωνισμός, αυξάνεται αναπόφευκτα το αίτημα για προστασία της ταυτότητας. Οι νέες σύγχρονες ριζοσπαστικοποιήσεις –από τους επιθετικούς εθνικισμούς ώς τις συνωμοσιολογικές κουλτούρες και τις νέες μορφές ψηφιακού εξτρεμισμού- μπορούν να ερμηνευτούν και ως πολιτισμικά αντιδραστικές απόπειρες για να ανασυγκροτηθούν ταυτότητες και δεσμοί, σε μια κοινωνία που εξατομικεύει όλο και περισσότερο τις βιογραφίες και ιδιωτικοποιεί τα συλλογικά βάσανα.

Με αυτή την έννοια, η κληρονομιά του Μπάουμαν μας βοηθάει ακόμα και σήμερα να κατανοήσουμε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του παρόντος: τη σχέση ανάμεσα σε εύθραυστες εντάξεις, κοινωνική ανασφάλεια και σαγήνη για βίαιες μορφές διάπλασης των υποκειμένων. Φυσικά, ορισμένα μέρη της διάγνωσής του πρέπει σήμερα να επανεξεταστούν. Ο σύγχρονος κόσμος δεν είναι πλέον μόνον εκείνος της νεοφιλελεύθερης ρευστότητας των δεκαετιών του 1990 και του 2000.

Πλάι στη ρευστότητα έχουν εμφανιστεί νέες ακαμψίες: πόλεμοι μεταξύ χωρών, ψηφιακή επιτήρηση, γεωπολιτικός καπιταλισμός, επανεξοπλισμός, σύνορα, νέες μορφές κρατικού ελέγχου. Η παγκοσμιοποίηση δεν τέλειωσε, αλλά έχει μπει σε μια διαφορετική και πιο συγκρουσιακή φάση. Κι ωστόσο πολλές συλλήψεις του Μπάουμαν συνεχίζουν να δείχνουν τη δύναμή τους: η ευθραυστότητα των κοινωνικών δεσμών, η υπαρξιακή ανασφάλεια, ο μετασχηματισμός της ταυτότητας σε διαρκείς επιδόσεις, η ιδιωτικοποίηση των συλλογικών βασάνων, η δυσκολία να θεμελιωθεί μόνιμη αλληλεγγύη. Ισως αυτό είναι το πιο σημαντικό κληροδότημά του: το ότι μας έχει θυμίσει πως η νεωτερικότητα δεν είναι ποτέ μόνο μια οικονομική ή τεχνολογική διαδικασία, αλλά είναι πάντοτε ένα ηθικό και πολιτικό ζήτημα.

Σε έναν καιρό που διαπερνιέται από νέους συλλογικούς φόβους και βαθιές παγκόσμιες αναστατώσεις, ο Μπάουμαν συνεχίζει να μας μιλάει, όχι επειδή κατέχει οριστικές απαντήσεις, αλλά επειδή μας υποχρεώνει ακόμα να θέτουμε τα θεμελιώδη ερωτήματα: Ποια ιδέα ανθρώπινης ύπαρξης διαμορφώνουμε; Ποια σχέση μεταξύ ατομικής ελευθερίας και συλλογικής ευθύνης; Και κυρίως: Είμαστε ακόμα ικανοί να φανταστούμε μορφές ένταξης, μοντέλα κοινωνίας που δεν θα βασίζονται στον φόβο, στον αποκλεισμό και στη βία;