Ο Σπύρος Βραχωρίτης είναι ένα σημαντικό μα και σχεδόν ανεξερεύνητο κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου. Βρέθηκε το 1966 στο Φεστιβάλ του Νανσί, δημιούργημα του νεαρότατου τότε Ζακ Λανγκ, λίκνο της θεατρικής αμφισβήτησης. Ξεκίνησε σκηνοθετώντας για το μυθικό Ελεύθερο Θέατρο, σε μια εποχή όπου οι νέες ιδέες, άρτι αφιχθείσες από την εξεγερμένη Γαλλία, απαιτούσαν τις σκηνοθεσίες ανυπόγραφες, προϊόν συλλογικής προσπάθειας.
Τη στιγμή που αποκρυσταλλώθηκε η ανάγκη για θεατρική αποκέντρωση, οδηγήθηκε στον Βόλο. Εκεί, γεννήθηκε το 1976 η Θεατρική Λέσχη Βόλου, μοναδικό στα καθ’ ημάς εγχείρημα ομαδικής, πειραματικής, σχεδόν κοινοβιακής θεατρικής δουλειάς, που το ανάλογό της μόνο σε ομάδες παγκόσμιας βαρύτητας, όπως του Γέρζι Γκροτόφσκι, του Εουτζένιο Μπάρμπα ή του Ταντέους Καντόρ μπορεί να βρει κανείς – και μάλιστα την ίδια σχεδόν χρονική περίοδο.
Η ομάδα σημαδεύτηκε από την παρουσία ενός τεράστιου ηθοποιού, του Νίκου Σκυλοδήμου, αλλά και από την αυτοχειρία του τελευταίου (κρεμάστηκε τη μέρα των 38ων γενεθλίων του). Ο Βραχωρίτης ασχολήθηκε με κείμενα του παγκόσμιου και του ελληνικού ρεπερτορίου, με έμφαση στη γλώσσα. Πολύχρονη και εμμονική η ενασχόλησή του με την «Αντιγόνη» και με τη «Γυναίκα της Ζάκυ(ν)θος» του Σολωμού.
Με βάση πάντα τον Βόλο, οι παραστάσεις του παρουσιάστηκαν από τα χωριά του Θεσσαλικού Κάμπου μέχρι σε φεστιβάλ στην Ινδία! Ακόμα ενεργός, με σκέψη πάντα ρηξικέλευθη και τολμηρή, ο Σπύρος Βραχωρίτης έλυσε την εκούσια σιωπή του και μας εμπιστεύτηκε τις αναμνήσεις και τις απόψεις του.
● Τι σας οδήγησε στο θέατρο;
Ολοι στην παρέα με θεωρούσαν σκηνοθέτη πριν αποφασίσω τι θα ακολουθήσω. Είναι περίεργο. Ηθελα πολύ να πάω στη Νομική, όπου φοίτησα και πήρα πτυχίο. H Νομική δεν είχε υποχρεωτική παρακολούθηση και έτσι, με τον Μάνο Ελευθερίου που ήμασταν φίλοι από το Γυμνάσιο, αποφασίσαμε να δώσουμε εξετάσεις στη Σχολή Σταυράκου, σε μια βραδιά απελπισίας. Τότε στη Σταυράκου ήταν μια πανδαισία. Μπαίναμε στις 2 το μεσημέρι και βγαίναμε στις 2 το βράδυ.
Δίδασκαν οι Φώτης Μεσθεναίος, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Ροβήρος Μανθούλης – που είχε μόλις γυρίσει από την Αμερική. Ο Γρηγόρης Γρηγορίου ήταν πολύ πιο κλασικός και συντηρητικός. Ημασταν κυριολεκτικά σαν κρυφό σχολειό. Ο Μανθούλης με πήρε ως βοηθό του στην πρώτη ταινία που έκανε στη Λευκάδα και ο Λέοντας Λοΐσιος στη Μυτιλήνη. Οπότε φεύγοντας στη Γαλλία το ’66, ήμουν πολύ προετοιμασμένος.
● Αποφασίζετε ωστόσο το ’69 να γυρίσετε στην Ελλάδα.
Πήγα στην Κρήτη με μία κάμερα! Κανονικά θα έπρεπε να έχω μείνει εκεί όπως ο Ρος Ντέιλι. Πριν φύγω για τη Γαλλία, είχε δημιουργηθεί μια θεατρική ομάδα με την Μαίρη Αντωνοπούλου, την Κίττυ Αρσένη, τον Φίλιππο Βλάχο. Ετοιμάζαμε τη θεατρική αποκέντρωση ήδη από το ’65. Ηταν η πρώτη ομάδα που συνελήφθη και βασανίστηκε όταν ήρθε η χούντα. Εγώ είχα φύγει νωρίτερα. Οχι από ένστικτο, αλλά από απογοήτευση.
● Γιατί απογοήτευση;
Είχαμε σκοπό να κάνουμε αυτό που έκανε τελικά ο Γιώργος Μιχαηλίδης στη Νέα Ιωνία. Την αποκέντρωση. Ηταν μετά τα γεγονότα του ’65. Η απογοήτευση προήλθε από την αντίληψη που είχαν για τον πολιτισμό οι αριστερίζοντες ή αριστεροί δήμαρχοι και ήταν πολύ μεγάλη. Εψαχνα αφορμή να φύγω. Επεσα πάνω στην αγγελία για το Νανσί, έστειλα τον φάκελό μου και έγινε δεκτός.
● Κι η ομάδα σας;
Τους ξαναβρήκα όταν ήρθα. Ο Φίλιππος Βλάχος είχε πια τις Εκδόσεις Κείμενα. Παιδιά από το Εθνικό δημιούργησαν τότε το Ελεύθερο Θέατρο και ήθελαν να ανεβάσουν την «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Πέτρου Μάρκαρη. Ο Πέτρος και ο Φίλιππος που το εξέδωσε δέχτηκαν, με την προϋπόθεση να το σκηνοθετήσω εγώ. Διαποτισμένος από τις τάσεις στη Γαλλία και την Αριάν Mνουσκίν, λέω «ποιος σκηνοθέτης και ποιος Βραχωρίτης; όλοι μαζί θα το κάνουμε!», σύμφωνα με την έννοια της ομαδικής σκηνοθεσίας. Ηταν η πρώτη μας εμπειρία.
Καταλήξαμε στο να επικοινωνούμε απλώς ανταλλάσσοντας βλέμματα. Για μένα λειτουργούσε σαν πολιτική ομάδα εκείνα τα χρόνια. Χρόνια πυρακτωμένα, στην καρδιά της Αθήνας, μέσα στη χούντα. Η «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» ανέβηκε το ’71 στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη έδειξε πραγματικά τη δυναμική της.
● Στον Βόλο πώς βρεθήκατε;
Το ’76, από μία ομάδα νέων που έπαιζε στην τελευταία εκδοχή του «Αλή Ρέτζο», σχηματίστηκε μια άλλη μεγαλύτερη, και αποφάσισαν να κάνουν την αποκέντρωσή τους στον Βόλο. Οι διανοούμενοι του Βόλου έτειναν ευήκοον ους και με κάλεσαν. Είχα τότε μια περιπέτεια υγείας και πήγα να αναρρώσω. Εβαζα το χεράκι μου, διατηρώντας το ανυπόγραφο της σκηνοθεσίας. Λίαν επιεικώς, ήταν θνησιγενές σχήμα. Ενα συνονθύλευμα τάσεων. Εφτασαν τα πράγματα σε αδιέξοδο…
Αρχές του ’77 παρενέβη η ιθύνουσα τάξη του Βόλου για να παρθεί μια απόφαση. Τέθηκε το δίλημμα: να δεχτώ να αναλάβω πλήρως τις ευθύνες. Εκείνη την περίοδο, για άλλους λόγους και χωρίς να με ρωτήσει, παρατάει την παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου και έρχεται στον Βόλο ο Νίκος Σκυλοδήμος. Ηρθε αποφασισμένος, θεωρώντας ότι εγώ είχα ήδη πάρει απόφαση. Εγώ δεν είχα πάρει καμία απόφαση! Αρα βάρυνε η παρουσία του. Εκεί κλείδωσε. Και τότε περνάμε στο άλλο άκρο: όλα πάνω μου!
● Πώς προχώρησε το εγχείρημα; Τι συνέβη στον Βόλο;
Το πιστεύεις ότι ξέρω, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω; Για μένα ο Βόλος αποτελεί απόηχο του ’68. Ομως υπήρξαν πολλές παράπλευρες απώλειες. Τώρα μπορώ να το ξεστομίσω. Ηταν απλό: δίνεις την μπάλα στον Σκυλοδήμο και βάζει γκολ!
Η ανακάλυψή μας από την Αθήνα έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Αθήνα και Θεσσαλονίκη έσπευσαν αμέσως να εκτιμήσουν αυτό που συνέβαινε. Δεν μπορούσαμε πια να λειτουργήσουμε ούτε ως τοπικό συγκρότημα, ούτε όμως και ως αθηναϊκό. Αυτός ο υβριδισμός μάς διαμόρφωσε ως ομάδα.
● Πώς ξεκινήσατε;
Ξεκινήσαμε το ’76 με τον «Υπάλληλο» του Χουρμούζη. Το ’77 ανεβάσαμε τη μετάπλαση του «Πλούτου» στην πολίτικη γλώσσα του Χουρμούζη, η οποία όμως δυσκόλεψε πολύ την περιοδεία, καθώς αποδείχτηκε πολύ δύσκολη για τον Θεσσαλικό Κάμπο. Ακολούθησε το «Φιντανάκι». Καλώ τον Σάββα Χαρατσίδη να σκηνογραφήσει κι επιλέγουμε φυσικό χώρο, μια κατοικημένη προσφυγική αυλή.
Την επόμενη περίοδο επικρατεί προβληματισμός. Πώς θα αντιμετωπίσουμε τον χειμώνα; Το υπουργείο αρχίζει και μας χρηματοδοτεί σταθερά με κάποια ψίχουλα από τις επιχορηγήσεις. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη ελεημοσύνη – δίνει όσα κρίνει. Πειραματικό θέατρο κάναμε εξάλλου. Είναι δύσκολος ο χειμώνας, δεν υπήρχαν οικονομικά μέσα…
Το ’78, ο Νίκος Χουρμουζιάδης προτείνει ένα ωραίο δίδυμο: «Ρήσος-Κύκλωπας». Ανέλαβα εγώ. Βρέθηκα στα βαθιά. Στον «Ρήσο» έγινε μετάπλαση, παρενέβην πολύ στο κείμενο. Καλώ τον Κωνσταντίνο Τζούμα να κάνει χορογραφία. Από τον ΕΟΤ μας δίνεται ένα ποσό αρκούντως καλό. Γίνεται η παράσταση στην παραλία του Βόλου. Πέφτουν σε έναν τοίχο ξενοδοχείου διαφάνειες, πράγμα που ακόμα ήταν σπάνιο. Εκανε περιοδεία. Κράτησε 7 χρόνια!
Μετά ήρθε το «Βικτόρ ή Τα Παιδιά στην Εξουσία», με καλές συνθήκες. Το καταρχήν «αθώο» κείμενο, αυτό το εν δυνάμει σκάνδαλο, απέκτησε πια γλωσσικά τη μορφή του καθαρού σκανδάλου. Στην τρίτη πράξη, ολόκληρη η σκηνή είναι ένα μεγάλο κρεβάτι. Το ’80 ανεβάσαμε το «Λα Μοσκέτα» – που είχε ήδη ανέβει στο Θέατρο Τέχνης, αλλά ο Αρμένης είχε ακολουθήσει τη λάθος γραμμή να την ανεβάσει σαν commedia dell’ arte.
Ο μεταφραστής Κωστής Σκαλιόρας, ένθερμος υποστηρικτής μας, μου το έδωσε. Αφού ζήτησα την άδεια από το Θέατρο Τέχνης, το υποβάλλω στο συμβούλιο. Είδαν τις βωμολοχίες και αρνήθηκαν! Τελικά μου έκαναν την πρόταση να κάνω τη «Μοσκέτα» αν κάνω κι ένα παιδικό. Επέλεξα μια παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας, το πρώτο και τελευταία παιδικό που έκανα. Ηταν υπερθέαμα. Τα μικρά το λάτρεψαν, οι γονείς ήταν λίγο αμήχανοι.
● Η πολύχρονη ενασχόλησή σας με την «Αντιγόνη» πώς ξεκίνησε;
Από πού να το πιάσω; Ηταν η περιέργεια. Τι στοιχεία σκηνικής αντιμετώπισης υπαγορεύει το πρωτότυπο; Εμπεριέχει τη σκηνοθεσία; Ή δεν σκηνοθετείται με τα μέσα που έχουμε γιατί είναι χαμένη η προσωδία προ πολλού; Κάναμε δύο εκδοχές το ’85. Μία διανομή με γυναίκες στους γυναικείους ρόλους και μία αντρική, δηλαδή οι γυναικείοι ρόλοι από άντρες – ο Σκυλοδήμος ως Αντιγόνη.
Προβαρίστηκε, αλλά λόγω ειδικών δυσκολιών -είχε αρχίσει η μνήμη να εγκαταλείπει τον Νίκο- αναβλήθηκε και βγήκε μόνο η πρώτη. Η αντρική διανομή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Σεβίλη το ’92 -χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου- όπου και βραβεύτηκε.
● Το όνομα του Νίκου Σκυλοδήμου επανέρχεται συνεχώς στην κουβέντα μας.
Δεν επανέρχεται, είναι. Υπάρχει. Δεν ξαναπέρασε τέτοιος ηθοποιός! Σχεδόν όλοι οι ρόλοι του ήταν στον Βόλο. Ο Νίκος επέλεξε να δουλέψει με έναν σκηνοθέτη. Δεν είναι όμως ο ηθοποιός του σκηνοθέτη. Είναι από μόνος του ένα σύμπαν. Εκείνο που μας διασώζει μετά τον θάνατό του είναι η συνεχής πορεία της «Αντιγόνης» – η οποία σε διαβεβαιώ δεν χρειάστηκε καν να επιβληθεί. Εγινε αποδεκτή.
● Το θέατρο σήμερα πώς το βλέπετε;
Είμαι σε αμηχανία. Βλέπω τα ρεύματα, δεν μπορώ να κάνω κριτική. Μακάρι να παρακολουθούσα περισσότερο, πιστεύω ότι είμαι καλός θεατής – καμαρώνω γι’ αυτό. Ξέρω ότι υπάρχουν ταλέντα, ένα σημαντικό δυναμικό μέσα σε αυτή τη συγκυρία. Δεν θα πω εγώ αν σπαταλιέται ή όχι. Ομως αυτό μπορώ να το πω: δεν θα κάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα με την τομή που υποχρεωτικά πρέπει να δεχτούμε ότι έφερε ο κορονοϊός.
Εφερε στην επιφάνεια λανθάνοντα πράγματα και καιροφυλακτούντα, νοσογόνα. Δεν μπορεί από εδώ και πέρα το θέατρο να συνεχίσει όπως ήταν. Δεν φταίει ο κορονοϊός, ούτε είναι το θέμα τι φταίει. Απλώς είναι αφορμή.
● Πού πάμε μετά από αυτό;
Η μετακίνηση που γίνεται αφορά κυρίως πια αυτό που λέμε «τέχνη του θεατή». Ο θεατής ως δρων στοιχείο. Μοιάζει αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Για μένα έχει γίνει μια μικρή αισθητική επανάσταση, που ήδη έχει καταγραφεί σε ορισμένες από τις παραστάσεις που πρόλαβα να δω. Είναι η μαγική λέξη Νέτφλιξ. Αλλάζει ο θεατής πια. Εχω δει σειρές με εκπληκτική διαχείριση του λόγου. Γιατί είναι επιλεγμένοι ηθοποιοί του θεάτρου.
Τι είναι το Νέτφλιξ; Η δύναμη του κάστινγκ. Η δυνατότητα να πάρεις έναν που δεν τον ήξερε ούτε η μητέρα του -τον ήξερε όμως το θέατρο- και να διαχειριστεί μονόλογο δέκα λεπτών. Ο οποίος φτάνει σε όλα τα σπίτια, όχι σε μια μικρή σκηνή.
● Στο έργο σας υπάρχει μια μόνιμη αναζήτηση σχετική με τη γλώσσα: τη μορφή της, τη μετρική, τη ρυθμική της.
Ναι. Η γλώσσα είναι η μοίρα μου. Είναι μονόδρομος πλέον. Δεν θα το είχα αποφύγει σε καμιά περίπτωση. Ειδικά όταν ασχολήθηκα με τον Αισχύλο.
● Με ποιον τρόπο σκοπεύετε να ασχοληθείτε με τον Αισχύλο;
Ο Αισχύλος δεν είναι μόνο ο μεγάλος Αισχύλος, είναι και το κακό παιδί του θεάτρου. Είναι ο καινοτόμος, ο ρηξικέλευθος, ο αμφισβητίας, και ουσιαστικά αυτός ο οποίος βάζει τις βάσεις της ανακάλυψης του κινηματογράφου.
Οταν φτάνω σε τέτοιο σημείο οφείλω αυτό όχι να το επιδείξω, αλλά να το υποβάλω. Εκεί παίζεται όλη η γέννηση των τεχνών. Τον φοβήθηκαν οι αιώνες! Ξέρεις, η ιδιαιτερότητα του Αισχύλου βρίσκεται στα χαμένα έργα του. Είναι η πονεμένη ιστορία του σατυρικού δράματος. Σατυρικά δράματα δεν έχουμε. Εχουμε μόνο τον «Κύκλωπα», που θεωρείται νόθος, είναι μισός.
Οι μελετητές δεν ασχοληθήκαν με το γιατί χάθηκαν όλα τα σατυρικά δράματα – και δη του Αισχύλου. Και το άλλο το παράδοξο: ο Αισχύλος θεωρείται ο κατεξοχήν μετρ του σατυρικού δράματος. Πώς περνάει από το ένα είδος στο άλλο; Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Για να βρούμε το τραγικό, πρέπει να περάσουμε από το σατυρικό.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
