Για τον παλαίμαχο αγωνιστή δημοσιογράφο και συγγραφέα Βαγγέλη Σακκάτο, που συμπληρώνει φέτος τα 91 χρόνια του, έγραψε στην «Εφ.Συν.» ο Σάββας Μιχαήλ («Η διαρκής διερώτηση», 27.3.2021). Εδώ μιλά ο ίδιος για τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
● Πού γεννήθηκες και πού έμαθες τα πρώτα γράμματα;
Γεννήθηκα στο Νιοχώρι Ερύσσου Κεφαλονιάς στις 30.3.1930, που βρίσκεται σ’ ένα παραβούνι του Καλού όρους, 420 μέτρα υψόμετρο στ’ ανατολικά της Κεφαλονιάς στον πορθμό της Ιθάκης. Ο πατέρας μου ήταν κτηματίας και εγώ μοναχογιός, με άλλα 4 κορίτσια στην οικογένεια κι ακόμα ένα στερνοπαίδι που ήρθε αργότερα και που τον περνάω 15 χρόνια.
Εκεί, στο Δημοτικό σχολείο του Νιοχωριού έμαθα τα πρώτα γράμματα, στο ίδιο σχολείο που πήγε κι ο Γιώργος Δενδρινός, πρόωρα χαμένος από φυματίωση (1904-1938) σημαντικός συγγραφέας με αξιόλογο έργο παρά τη σύντομη ζωή του – «Κεφάλαιο στα Γράμματά μας» (Τάκης Αδάμος).
Εκτός απ’ αυτόν υπάρχουνε άλλοι τέσσερις γνωστοί Δενδρινοί συγγραφείς Νιοχωρίτες, ένας Νίκος Δομένικος, ο γράφων και ο λαϊκός ποιητής Δημήτρης Σακκάτος (Τσιλιμπάνης) που έφυγε πέρσι. Τα επώνυμα που υπάρχουν στο χωριό είναι πέντε. Δενδρινός, Σακκάτος, Δομένικος, Τσαγκαράτος και Ρουματζάς. Απ’ αυτά, τα τρία έχουν βγάλει συγγραφείς. Δικαιωματικά, λοιπόν, το Νιοχώρι θεωρείται το χωριό των συγγραφέων. Αρχές του 1943 μετακομίσαμε συνολικά, οικογενειακά, στα Κομητάτα.
Τις δυο πρώτες μου αδελφές τις βρήκε ο πόλεμος στην Αθήνα. Η Μαρία (1925-2009), Κυριακίδη το συζυγικό της, ανήλικη ακόμα το 1942, μετείχε από τότε στις πρώτες ένοπλες ομάδες του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Πιάστηκε στις συλλήψεις του Ζέρβα του 1947 και έμεινε 8 χρόνια στην εξορία, σε Τρίκερι, Χίο και Μακρόνησο. Το 1954 επέστρεψε από την εξορία, ξαναπερνώντας στη δράση στο συνδικαλιστικό και γυναικείο κίνημα, ενώ εκλέγεται στη Δ.Ε. της ΕΔΑ. Ολη σχεδόν τη διάρκεια της χούντας την πέρασε στις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού στην Κρήτη.
● Πώς σχετίστηκες με τα βιβλία και το διάβασμα;
Ο πατέρας μου είχε έναν μικρότερο αδελφό, τον Ανδρέα, που ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Παναγής, χρόνια στην Αμερική και παλιότερα πρόεδρος των Κεφαλλήνων Νέας Υόρκης, τον είχε πάρει εκεί για να σπουδάσει φιλολογία.
Ο Ανδρέας πέθανε εκεί και το πανεπιστήμιο μας έστειλε ένα μπαούλο με τα βιβλία του και τα ρούχα του. Προηγούμενα εγώ είχα πάει κάποιους μήνες στο σχολείο και με τη βοήθεια και του πατέρα μου είχα μάθει ανάγνωση και γραφή, όμως αρρώστησα από διπλή βρογχοπνευμονία, πήγα στο νοσοκομείο στο Αργοστόλι, έγινα καλά και γύρισα στο σπίτι, αλλά λόγω αδυναμίας δεν πήγαινα σχολείο.
Το μπαούλο του νεκρού θείου μου από την Αμερική ήταν πραγματικός θησαυρός. Τα βιβλία που ήταν στα ελληνικά, ήταν δημοτικά τραγούδια, η συλλογή του Νικολάου Πολίτη αλλά και πάρα πολλά χειρόγραφα με εξαιρετική καλλιγραφία και ποιήματα για όλα τα γνωστά ηγετικά πρόσωπα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Κυριολεκτικά τα ρούφηξα και τα έμαθα όλα απέξω. Και τα δειλινά που ήταν ο κόσμος μαζεμένος στο μαγαζί του Κατσιγιάννου, πάνω απ’ το σπίτι μας, ανέβαινα πάνω στο δαχτυλίδι της στέρνας, που το μουράγιο μας του δρόμου με κάλυπτε από τη δημόσια θέα, και με στεντόρεια φωνή τα έλεγα και όλο το χωριό στεκόταν και με άκουγε.
Ενα χτήμα που είχαμε, αμπέλι και σταφίδα, στη μέση, μεταξύ χωριού και θάλασσας, που σ’ αυτό πέρναγα όλες τις καλοκαιρινές διακοπές μου, κατεβαίνοντας στη θάλασσα, κολυμπώντας και ψαρεύοντας, κυνηγώντας σταφιδοπούλια και κοιμώμενος στη δραγάτα, μου το ξαναθύμισε η αδελφή μου, η Εφη (1927-2021), Δρογκάρη το συζυγικό της, απ’ το τηλέφωνο, δυο μέρες πριν πεθάνει από ανακοπή καρδιάς στην Αριζόνα, όταν μου είπε πως ο θείος ο Παναγής, απ’ τις αρχές του περασμένου αιώνα στην Αμερική όπως είπαμε, της έλεγε τη 10ετία του ’50 που πήγε κι αυτή εκεί και υπήρξε για χρόνια δημοσιογράφος στην καθημερινή ελληνική εφημερίδα της Ν.Υ. «Ατλαντίς», πως νοσταλγεί τον ύπνο που έκανε στη δραγάτα στα Βαγγελίνια και επιθυμούσε να ξαναπάει να κοιμηθεί εκεί.
● Τι θυμάσαι από την κατοχή στην Κεφαλονιά;
Η ιταλική παρουσία δεν ήταν μεγάλη στα δυο χωριά μας. Γερμανοί δεν ήρθανε στα δυο χωριά μας, από τα πόρτα των οποίων, με κάποιες βάρκες, μέσω Ιθάκης, διατηρούνταν όλη η σύνδεση της Αντίστασης με την ηπειρωτική Ελλάδα και από εμάς πέρασαν, μετά τη σφαγή της Ακουι, όσοι Ιταλοί αντιφασίστες θέλησαν να πάνε στον ΕΛΑΣ, μεταξύ των οποίων ήταν και ο επιζήσας της εκτέλεσής του λοχαγός του πυροβολικού Αμος Παμπαλόνι, που ως αξιωματικός του ΕΛΑΣ αντραγάθησε στη μεγάλη διήμερη μάχη με τους Γερμανούς στην Αμφιλοχία.
Αρχές του 1943 μετακομίσαμε στα Κομητάτα. Τότε, μετά τη σφαγή των Ιταλών, είχε έρθει ένας καθοδηγητής του ΕΑΜ και μίλησε στην πλατεία του Καρούσου λέγοντας: «Οποιος κλέψει γίδα, προβατίνα ή γελάδα, έχει τουφέκι. Η δε προδοσία, θάνατο μετά βασάνων». Αυτή η αυστηρότητα ήταν αναγκαία, γιατί ώς τότε οργίαζε η ζωοκλοπή και όχι σπάνια με ανθρώπινα θύματα.
Τότε ρώτησα τη μάνα μου τι θέλουν οι αντάρτες. Και αυτή μου απάντησε: «Την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».
Κι εγώ αυτό το ’δεσα. Τα σπίτια μας στο Νιοχώρι τα δώσαμε και τα χρησιμοποίησε δεόντως το ΕΑΜ. Το αηπάνου το έκαμε Ορεινό Βρεφοκομικό Σταθμό και το απουκάτου χρησιμοποιήθηκε για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ, κυρίως για χορούς, που συνεχιστήκανε ώς τη σεισμική καταστροφή του Αυγούστου του 1953, αλλά και για τους διερχόμενους αντάρτες.
Στα Κομητάτα, το μητρικό μου σπίτι ήταν το στέκι των Αετόπουλων. Μαζευόμαστε καμιά πενηνταριά παιδιά στο «αλώνι» της στέρνας, κάτω από την τρίριζη καρυδιά. Αρχηγός ήμουν εγώ, υπαρχηγός ο Γεράσιμος ο Θεοχαράτος και υπεύθυνος από την ΕΠΟΝ ο Τάκης ο Τσιμάς. Και στο πέτρινο μπαλκόνι κυμάτιζε η ελληνική σημαία.
● Πότε πρωτοήρθες στην Αθήνα;
Στην Αθήνα ήρθα το φθινόπωρο του 1945, μαζί με τη μητέρα μου. Μείναμε στο Αιγάλεω, κοντά στο γήπεδο του Τσολάκη. Στην αρχή εγώ δούλεψα στην πλαστιγγοποιία Μουσχουντή και μετά στα μεταλλικά αμαξώματα αυτοκινήτων «ο Αβραάμ» και ύστερα στη Stutenbaker του Π. Ταγκαλάκη ώς το 1950, όπου έμαθα και τη δουλειά του εφαρμοστή. Από τον Ταγκαλάκη με σχολάσανε μετά τις εκλογές στις 5 του Μάρτη του 1950, γιατί, λέει, είχα εκδηλωθεί έντονα υπέρ της Αριστεράς μέσα στο εργοστάσιο.
● Πώς δημιούργησες τόσο πολύπλευρο συγγραφικό έργο;
Εχω ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του λόγου. Τα βιβλία μου πλησιάζουνε τα σαράντα. Αλλά και γενικά τα κείμενά μου, κριτικά, συνεδριακά, άρθρα, σχόλια, έρευνες κ.λπ., είναι απειράριθμα. Και είμαι ο πρώτος Ελληνας που ασχολήθηκε με τους Κούρδους από το 1957.
Δημοσιογραφώ από το 1950 και γράφω βιβλία από το 1959. «Αγωνίζεται για την ανθρωπότητα με τα μέσα ενός γκασταρμπάιτερ της Γερμανίας», έχει γράψει για μένα ο Dr. Professor Hans Eindeneier.
Αγωνίζομαι για την αλήθεια, που μόνο αυτή είναι επαναστατική, για την απελευθέρωση και τον εξανθρωπισμό τ’ ανθρώπου.
