«Ο κόσμος μπορούσε να τον αγαπάει, να τον μισεί, να τον φοβάται, να τον λατρεύει σαν να ’ταν θεός. Κι αυτός ήταν άνθρωπος. Αγαπούσε, μισούσε, φοβόταν, σεβόταν κι ο ίδιος. Ηταν μαζί δυνατός και αδύναμος, παράτολμος και δειλός, πιστός και προδότης, παθιασμένος και αδιάφορος, περήφανος και απλός, υπερόπτης και ταπεινός, βίαιος και ανήμπορος, πιστός και δύσπιστος. Εταζε στους ανθρώπους ελευθερία και αξιοπρέπεια – αλλά όποιος έμπαινε στην υπηρεσία του, έχανε κάθε ελευθερία και του παραδινόταν απόλυτα. Κι ενώ δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τον λαό, αγωνιζόταν σκληρά να κερδίσει την εύνοιά του».
Ο Γιόζεφ Ροτ βάζει στο μικροσκόπιο του συγγραφέα τον Μέγα Ναπολέοντα. Στο βιβλίο «Οι εκατό μέρες» (Αγρα) που μετέφρασε η έμπειρη Μαρία Αγγελίδου, ο μεγάλος Αυστριακός των γραμμάτων επιχειρεί να φωτίσει την «ανθρώπινη» πλευρά του Βοναπάρτη όταν εκείνος δραπέτευσε από τη νήσο Ελβα ώς την οριστική του ήττα στο Βατερλό. Βρισκόμαστε δηλαδή στο πρώτο εξάμηνο του 1815 στο Παρίσι.
Ο Ροτ, μέγας ψυχανατόμος και άνθρωπος με πολλά προσωπικά πάθη, όπως το ποτό και οι γυναίκες, μπαίνει με ευκολία στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας. Για κάποιους ο Ναπολέων ήταν ένας ιδιοφυής στρατηγός, για άλλους ένας ψυχοπαθής αριβίστας που αιματοκύλισε τον δυτικό κόσμο.
Στην αφήγηση των τελευταίων του εκατό ημερών ο συγγραφέας προσθέτει μια ευρηματική φιγούρα, την πλύστρα Αντζελίνα Πιέτρι που αγαπά παράφορα τον Ναπολέοντα. Τον υπερασπίζεται με όλη της τη δύναμη ακόμα κι όταν οι στρατιώτες του τον εγκαταλείπουν.
Είναι μοναδικός ο τρόπος με τον οποίο ο Ροτ μπαίνει στις πιο μύχιες σκέψεις του ήρωα όταν συντρίβεται το μεγάλο όνειρό του, όταν του φαίνεται πως οι ήχοι της δυστυχίας πέφτουν πάνω του, όταν φαντάζεται πως βογκούν τα όπλα της στρατιάς του λες και θρηνούσαν νικημένα, ντροπιασμένα και ταπεινωμένα. Και κυρίως είναι μεγαλειώδης ο τρόπος που περιγράφει την απόλυτη μοναξιά του αυτοκράτορα. Ο Ροτ επανέρχεται στον μύθο του Ιωβ που του έχει ήδη αφιερώσει το πρώτο του βιβλίο. Τον βάζει απέναντι από τη δύναμη των όπλων. «Ιώβ είσαι κι εσύ! Ολοι μια μέρα είμαστε Ιώβ!», θα πει στον Βοναπάρτη.
Οι «Εκατό μέρες» δεν μοιάζουν με κανένα βιβλίο του. Συνήθως γράφει για τη σύγχρονή του ιστορία και ιδιαίτερα για πριν και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας, την εμφάνιση και την άνοδο του κομμουνισμού, τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και την άνοδο του ναζισμού. Ο συγγραφέας παραδέχεται σε μια επιστολή του προς τη Γαλλίδα μεταφράστριά του πως ήθελε να καταγράψει τη μεταμόρφωση του Ναπολέοντα, το πώς εκείνες τις εκατό ημέρες έγινε από θεός άνθρωπος.
Ο δεύτερος λόγος ήταν το Παρίσι. Τακτικός ανταποκριτής της Frankfurter Zeitung ερωτεύεται την πόλη και γράφει εκεί δοκίμια και επιφυλλίδες που κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ανταποκρίσεις από έναν παρισινό παράδεισο».
Η αλήθεια είναι πως όταν κυκλοφόρησαν οι «Εκατό μέρες» οι κριτικοί λογοτεχνίας διχάστηκαν. Αλλοι μιλούσαν για ένα «υπερβολικά καλοπροαίρετο» βιβλίο και άλλοι για ένα «διαφωτιστικό και συγκινητικό» μυθιστόρημα. Είναι η εποχή που ο Χίτλερ παίρνει την εξουσία και μια παρηκμασμένη κοινωνία ελπίζει πως θα ανακάμψει. Δεν θέλει να δει ούτε να διαβάσει την πτώση ενός μεγάλου ηγέτη.
Ο Εβραίος Γιόζεφ Ροτ ίσως έβλεπε να έρχεται κάτι «σκοτεινό» στον ορίζοντα της Ευρώπης. Ηταν μόλις σαράντα ετών, άρρωστος, απελπισμένος από την οικονομική του κατάσταση και από την κατάρρευση του πολιτισμού, και γράφει αυτό το συναρπαστικό βιβλίο, έναν αληθινό ύμνο στην πραγματική αξία της ζωής, για να νικήσει τα «βουνά μελαγχολίας» που τον έχουν πλακώσει.
Τον χωρίζουν μόνο τέσσερα χρόνια από τον πρόωρο, οφειλόμενο στον αλκοολισμό, θάνατό του. Πέθανε το 1939, τη χρονιά που δημοσιεύεται το βιβλίο του «Ο θρύλος του Αγίου Πότη», από κίρρωση του ήπατος. Το κύκνειο άσμα του είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αριστουργήματά του, δίπλα στο άλλο απαράμιλλης λογοτεχνικής σημασίας βιβλίο του, το «Εμβατήριο του Ραντέσκι».
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως ο Γιόζεφ Ροτ, ο «Κόκκινος Ροτ» όπως υπέγραφε τα άρθρα του, έκοψε αμέσως όλους τους δεσμούς με την πατρίδα του το 1933, όταν ανέβηκαν οι ναζί στην εξουσία. «Ο κόσμος του Ροτ ήταν ο κόσμος ο παλιός. Ενας κόσμος που είχε φτάσει στο τέλος του».
Οσοι τον γνώρισαν εκείνη την εποχή, μιλούν για έναν ακάματο δημοσιογράφο που έγραφε σε τραπεζάκια καφενείων, ώρες της νύχτας, ώρες περίεργες, ενώ ζούσε το χάος γύρω του και έβλεπε την ομορφιά του. Μια τραγική φιγούρα που δεν μπορούσε να ταιριάξει με την βία των καιρών.
Ο Στεφάν Τσβάιχ, αγαπημένος φίλος του είχε γράψει στον «Αποχαιρετισμό στον Γιόζεφ Ροτ» (1939): «Βρισκόμαστε σε πόλεμο, σε πόλεμο του πνεύματος. Υπερασπιζόμαστε μάλιστα θέσεις επικίνδυνες. Ξέρετε όλοι ότι στον πόλεμο, κάθε φορά που μια στρατιά ηττάται, μια μικρή ομάδα αναλαμβάνει με αυτοθυσία να καλύψει την υποχώρηση, εξασφαλίζοντας στους νικημένους άντρες τη δυνατότητα της ανασύνταξης. Αυτοί οι λίγοι, οι μετρημένοι στα δάχτυλα, προβάλλουν τότε απελπισμένη αντίσταση, συγκρατώντας την ανώτερη δύναμη του νικητή όσο το δυνατόν περισσότερο. Στέκονται και δέχονται τα πυρά του. Εχουν τις περισσότερες απώλειες.
Η αποστολή τους δεν είναι να νικήσουν τον εχθρό – είναι πολύ λίγοι και κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον. Η αποστολή τους είναι να νικήσουν τον χρόνο, να κερδίσουν χρόνο, χρόνο πολύτιμο για να έρθουν οι ενισχύσεις, χρόνο πολύτιμο για να δοθεί με καλύτερους όρους η επόμενη, η αποφασιστική μάχη». Και είναι αλήθεια πως οι αναγνώστες που θα διαβάσουν τις «Εκατό Μέρες» του Γιόζεφ Ροτ θα αισθανθούν από τις πρώτες σελίδες πως κρατούν ένα αληθινό αντίδοτο λογοτεχνικής ομορφιάς απέναντι σε όλα αυτά που μας πλήττουν αυτή την εποχή.
