ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσης Παπαϊωάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πανδημία έχει για τα καλά απλωθεί πάνω στις πόλεις, καθορίζοντας πλέον την καθημερινότητά μας, εγκαθιδρύοντας νέους, πρωτόγνωρους όρους αστικής διαβίωσης. Εκπληκτοι και μουδιασμένοι προσπαθούμε, έναν χρόνο τώρα, να συνειδητοποιήσουμε τη νέα συνθήκη που άλλαξε τόσο δραματικά τον τρόπο ζωής μας, επέβαλε νέους κανόνες συμπεριφοράς, διαχέοντας παντού ένα αίσθημα άγχους, φόβου και ανασφάλειας για το αύριο.

Σου δημιουργείται η αίσθηση πως είσαι απολύτως μόνος απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, ότι οφείλεις να αντιμετωπίσεις τον υγειονομικό κίνδυνο ατομικά και όχι συλλογικά. Η προπαγάνδα των κυβερνώντων μέσω των ΜΜΕ, που συστηματικά μας βομβαρδίζουν με αισθήματα ενοχής, ότι εμείς τάχατες, ως άτομα, είμαστε οι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη μετάδοση του κορονοϊού, εντείνει την ανασφάλεια και τα φοβικά σύνδρομα, μετατρέποντας τους πολίτες, ολοένα και περισσότερο, σε άβουλα, πανικοβλημένα και εντέλει χειραγωγήσιμα άτομα.

Βρισκόμαστε κλεισμένοι ο καθένας στο δικό του προσωπικό «κελί». Σε κάποιο σπίτι, σε κάποιο διαμέρισμα, σε κάποιον όροφο, σε κάποιο δρόμο, μέσα στο πανομοιότυπο, πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον των πόλεών μας. Πρέπει να πάρουμε την άδεια από τον Μεγάλο Αδελφό προκειμένου να ανοίξουμε δειλά την εξώπορτα του σπιτιού μας. Εξω στον ανοικτό δημόσιο χώρο της πόλης, δεν μπορείς πια να βρίσκεσαι δίχως λόγο, δίχως να κρατάς στο χέρι τον κατάλληλο αριθμό.

Κάθε παράβαση θα τιμωρηθεί, ενώ την ίδια ώρα προσπαθούν να μας πείσουν ότι η επιβολή προστίμων είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης της πανδημίας. Παράλληλα, επιχειρούν με κάθε μέσον να αποκρύψουν την τραγική τους ανεπάρκεια, τις τεράστιες ευθύνες τους, τις καταστροφικές παλινωδίες τους, τις ακραίες και εντέλει ατελέσφορες υγειονομικές πολιτικές που εφαρμόζουν, δίχως μέτρο και σχέδιο.

Κυκλοφορείς στον δρόμο κι έχεις την αίσθηση ότι είσαι λαθραίος κι όχι πολίτης μιας δημοκρατικής, ευνομούμενης χώρας. Μας θεωρούν όλους, εκ προοιμίου, ανεύθυνους, απειθάρχητους, παραβατικούς.

Περπατάς γρήγορα κοιτάζοντας δίπλα σου με καχυποψία, φροντίζοντας να τελειώσεις όπως όπως τη δουλειά σου, ώστε να κλειστείς πάλι πίσω από την πόρτα του σπιτιού σου. Κατάφεραν να δημιουργήσουν αυτήν τη ψευδαίσθηση, ότι το σπίτι δεν είναι το σπίτι σου, αλλά το κελί της φυλακής σου. Μέσα εκεί πλέον πρέπει να βρίσκεσαι, έγκλειστος, απομονωμένος, «ασφαλής», μακριά από τους άλλους. Ο άλλος αποτελεί εν δυνάμει απειλή!

Κι όταν βγαίνεις έξω, έχεις αυτή τη δυσάρεστη, καταπιεστική αίσθηση του φυλακισμένου που τον αφήνουν για λίγο να πάρει αέρα στο προαύλιο της φυλακής. Οι πλατείες και οι υπαίθριοι χώροι της πόλης, όσοι έχουν απομείνει στο αποπνικτικό και παχύσαρκο σώμα της, είναι οι μόνοι (ιδίως στις κεντρικές γειτονιές), όπου μια οικογένεια με παιδιά, μια παρέα, μπορεί να περπατήσει, να καθίσει, να αναπνεύσει. Είναι οι ελεύθεροι χώροι όπου μπορείς αυτές τις λιγοστές και γι’ αυτό τόσο πολύτιμες στιγμές να συναντήσεις τον άλλο, να δεις το πρόσωπό του πίσω από τη μάσκα, να ανταλλάξεις μια κουβέντα.

Κι όμως! Ακόμη και στην πλατεία δεν σε αφήνουν σε ησυχία οι «RoboCops» της αστυνομίας. Οι μηχανοκίνητες ίλες των ένστολων κρανοφόρων επελαύνουν και εφορμούν ακάθεκτες. Καβαλούν πεζοδρόμια, διασχίζουν παρτέρια, κινούνται με ταχύτητα ανάμεσα στον κόσμο, στα μικρά παιδιά που προσπαθούν μάταια να παίξουν. Είναι, βλέπετε, οι αποκλειστικά αρμόδιοι για την επιβολή της τάξης όπως την αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αυτοί στους οποίους έχει ανατεθεί η αντιμετώπιση της πανδημίας. Οχι φυσικά οι γιατροί ή το νοσηλευτικό προσωπικό, που παλεύουν νυχθημερόν και ζητάνε απεγνωσμένα στήριξη στα υπερπλήρη δημόσια νοσοκομεία που ασφυκτιούν.

Η πλατεία έτσι παύει να είναι πλατεία. Εχει μεταλλαχτεί στο προαύλιο της αστικής φυλακής μας, όπου όλα επιτηρούνται και καταγράφονται από τους «άγρυπνους» και βλοσυρούς δεσμοφύλακές μας.

Η τρομοκρατία, η βαρβαρότητα της ανεξέλεγκτης βίας, η αυθαιρεσία και η ωμή καταστολή, στο όνομα δήθεν της δημόσιας υγείας και της ασφάλειάς μας, έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, θυμίζοντας άλλες σκοτεινές εποχές και πρακτικές ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Τα νέα παιδιά -τα παιδιά μας- κυνηγιούνται ανελέητα παντού, συλλαμβάνονται, ξυλοκοπούνται, φακελώνονται ως επικίνδυνα ταραχοποιά στοιχεία. Η ηλικία φαίνεται πως στις μέρες μας ποινικοποιήθηκε, μαζί με την ιδεολογική-πολιτική τοποθέτηση, ιδιαίτερα της Αριστεράς με τις «ελαττωματικές ιδέες» της που πρέπει να εξαλειφθεί από προσώπου γης.

Η κοινωνία όμως, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει με καζάνι που βράζει, που ξεχειλίζει από οργή και ετοιμάζεται να εκραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο κόσμος σταδιακά αφυπνίζεται από τον λήθαργο, απομακρύνεται από τον καναπέ και την εικονική πραγματικότητα που του σερβίρουν στην τηλεόραση και βγαίνει έξω στον δρόμο, δραπετεύοντας οριστικά από το κελί του. Εγκαταλείπει τον εγκλεισμό στον εαυτό, σπάζοντας τα πλασματικά δεσμά της μοναξιάς του, συναντά άλλους ανθρώπους, ψάχνοντας να βρει ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη του συλλογικού βίου.

Στη Νέα Σμύρνη, στα Εξάρχεια, στο Χαλάνδρι, σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας, αλλά και των άλλων πόλεων, είναι οι «νοικοκυραίοι», και όχι μόνο τα παιδιά τους, που βγαίνουν και διαδηλώνουν στους δρόμους και στις πλατείες, διεκδικώντας το αυτονόητο: την ελευθερία που κάποιοι πονηρά και υπόγεια υποσκάπτουν. Οι «νοικοκυραίοι» που συνειδητοποιούν πως, ακόμη περισσότερο από τον κορονοϊό, κινδυνεύουν από την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών, τον αυταρχισμό, την αλαζονεία και τον κομπασμό των κυβερνώντων.

Συναισθάνονται τον κίνδυνο που ελλοχεύει από την οικονομική εξαθλίωση, τη φτώχεια που καιροφυλακτεί, την ακραία καταστολή, τη φίμωση της αλήθειας, τον διχασμό της κοινωνίας που συστηματικά υποδαυλίζεται, τον υφέρποντα φασισμό. Προσδοκούν να γκρεμίσουν τα εικονικά σκηνικά της επίπλαστης ευδαιμονίας που έχουν επιμελώς στηθεί, διεκδικώντας το δικαίωμα να αντικρίζουν ξανά την πραγματικότητα πίσω από τη φωταγωγημένη βιτρίνα της κανονικότητας.

Η πλατεία είναι -ξανά- γεμάτη…

* Αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ