Τα σώματα -ιδίως τα παιδικά- μιλούν προτού η οδύνη προλάβει να μετασχηματιστεί σε λέξεις. Η κοινωνία επιλέγει, ωστόσο, να σιωπά και η πολιτεία να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες της και να αδρανεί. Ακόμα και όταν τα σώματα φωνάζουν.
Πώς μπορεί να μην υπάρχει πολιτική ευθύνη για ένα παιδί που δεν έχει εκπαιδευτεί να γνωρίζει το σώμα του, που δεν έχει ενημερωθεί με τρόπο παιδαγωγικό να διαχωρίζει την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά από το ανθρώπινο χάδι, που δεν έχει διδαχτεί τρόπους υπεράσπισής του;
Είναι γνωστό πως ένα παιδί που δεν έχει υποστηριχτεί στην κατάκτηση ψυχοκοινωνικών δεξιοτήτων κινδυνεύει να συγχέει -ιδίως στις ευαίσθητες ηλικίες- την αναζήτηση τρυφερότητας με την ενήλικη σεξουαλικότητα.
Είναι κοινό μυστικό πως προϋπόθεση της (σεξουαλικής) κακοποίησης είναι η αποσιώπησή της. Οταν ένα παιδί κακοποιείται, υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν -κοινωνικό, πολιτικό, οικογενειακό- που έχει επιλέξει να κλείσει τα μάτια και τα στόματα, συμβάλλοντας στην υποθήκευση του μέλλοντός του. Ετσι μονάχα κάποιος μπορεί να φτάσει να «υφαρπάζει την ενηλικίωσή του και να σφετερίζεται την ψυχική ζωή του παιδιού», φράση δανεική από τον ψυχαναλυτή Πατρίκ Γκιγιομάρ.
Αν κάτι έχει, λοιπόν, νόημα δεν είναι να ψυχολογικοποιήσουμε τη σεξουαλική κακοποίηση ως τέτοια, δεδομένου πως έτσι δεν θα μπορέσουμε παρά να την αντιληφθούμε ως μια ξεχωριστή ψυχοπαθολογική περίπτωση. Είναι προτιμότερο να σταθούμε με διάθεση διερευνητική απέναντι στο είδος της κοινωνίας που βρίσκεται πίσω από κάθε είδους σεξουαλικό κακοποιό και στους λόγους για τους οποίους τον συγκαλύπτει.
Ποιοι όροι και ποιες συνθήκες επιτρέπουν ένα έγκλημα που επαναλαμβάνεται; Πάνω σε τι χτίζεται η κουλτούρα του βιασμού; Και ποια η σημασία της ανάληψης ή της αποποίησης της πολιτικής ευθύνης;
Αν η κουλτούρα του βιασμού είναι το αποκύημα της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας εντός της οποίας έχουμε γαλουχηθεί, τότε είναι σαφές πως όταν ένας άνθρωπος κακοποιείται και αυτή η κακοποίηση αποσιωπάται, υπάρχει πίσω του ένα κοινωνικό σώμα που έχει κανονικοποιήσει -ή έστω συγκαλύψει- τη βία πάνω του.
Η πολιτική ευθύνη πίσω από το κακοποιημένο παιδί
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να μην υπάρχει πολιτική ευθύνη όταν μια κυβέρνηση ξεχωρίζει ως «επίλεκτο»» έναν άνθρωπο με πολυετή νοσηρή δράση, όταν η αρμόδια υπουργός επιμένει να αγνοεί τις καταγγελίες και να σιωπά μπροστά σε μια σειρά απεχθών εγκλημάτων;
Πώς μπορούμε να μην αποδώσουμε ευθύνες στο εκάστοτε υπουργείο Παιδείας για την τοξική αρρενωπότητα που κυριαρχεί στις σχολικές αυλές και για την απουσία προγραμμάτων ολόπλευρης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας – με μοναδική φωτεινή εξαίρεση το πρόγραμμα «Φρίξος» στην Κρήτη;
Ποιος μπορεί να αποποιηθεί την πολιτική ευθύνη για τους μικρούς νταήδες που επιτίθενται στις πιο αδύναμες υπάρξεις και για την κακοποιητική ηθικολογία της ελληνικής κοινωνίας που φορτώνει με ενοχές και ντροπή τα ίδια τα θύματα;
Προφανώς κανένας, δεδομένου πως η αναπαραγωγή στερεοτυπικών έμφυλων ρόλων μέσα στα σχολικά ιδρύματα είναι και ευθύνη της πολιτείας. Κάθε βιασμός, εκτός από ένα βαθύ και ανεπούλωτο τραύμα, θα είναι πάντα και ένα πλήγμα στην κοινωνική παρουσία του θύματος.
Διότι πίσω από κάθε μορφή σεξουαλικής βίας, υπάρχει επιθυμία κυριαρχίας. Γιατί δεν μεριμνά η πολιτεία -μέσα από τη διαδικασία της εκπαίδευσης- για την εξημέρωση των αντικοινωνικών ενορμήσεών μας έτσι ώστε να πάψει ο φαύλος κύκλος βίας ακόμα και μέσα στις οικογένειες, που είναι και οι πρώτοι εκπρόσωποι κοινωνικών ιδεωδών;
Η κουλτούρα του βιασμού αναδεικνύει ξεκάθαρα την κατανομή ισχύος εντός της κοινωνίας και την παθογένεια του κοινωνικού δεσμού. Ολοι μας έχουμε «εκτραφεί» στην πατριαρχία, με αποτέλεσμα όχι μόνο οι άντρες αλλά συχνά και οι γυναίκες να συγκαλύπτουν το έγκλημα συν-υφαίνοντας μια ατμόσφαιρα ντροπής και ενοχής γύρω από τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας των κυρίαρχων στρεβλών σχημάτων και του κυρίαρχου λόγου που βρίθει σεξιστικών διατυπώσεων.
Δεν θα επικαλεστούμε σε αυτό το κείμενο την ψυχική πάθηση για να εξηγήσουμε απάνθρωπες συμπεριφορές. Αυτή θα είναι η δουλειά των θεραπευτών που θα τους αναλάβουν, αν και χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην όποια διατύπωση, καθώς η επίκληση της ψυχικής πάθησης σε τέτοιες περιπτώσεις ενδέχεται να προσβάλλει τους ψυχικά πάσχοντες και να γιγαντώσει το στίγμα της όποιας ψυχικής διαταραχής.
Είναι εξαιρετικά πιθανόν ο βιαστής να έχει υπάρξει ο ίδιος ένα κακοποιημένο ή εγκαταλειμμένο παιδί, αφού η ολέθρια επίδραση της κακοποίησης δεν παραγράφεται. Ούτε για τους θύτες ούτε για τα θύματα. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης σελίδας.
Αυτό που επείγει να μας απασχολήσει εδώ -πολιτικά, επιστημονικά, κοινωνικά- είναι πως κανένας δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τη νοσηρή του δράση εάν υπήρχε το κατάλληλο πλαίσιο -κοινωνικό και θεσμικό- που θα τον σταματούσε.
Ισως να μην υπήρχε τόσο μακροχρόνια ανοχή και συγκάλυψη, εάν η πολιτεία είχε μεριμνήσει να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που θα απέτρεπαν τον σεξισμό, τον ρατσισμό, την ομοφοβία, εάν μεγαλώναμε μέσα σε οικογένειες που δεν ανέτρεφαν τα αγόρια για να γίνουν άνδρες ανάλγητοι και δεν ενθάρρυναν τα θύματα σε σπαρακτικές σιωπές.
Γι’ αυτόν τον λόγο δεν χρειαζόμαστε μια πολιτεία ανήμπορη να αναλάβει τις ευθύνες της, αρκούμενη στην κατακρεούργηση των ίδιων της των «συμπτωμάτων». Γιατί έτσι θα συνεχίζεται η διαγενεαλογική μετάδοση της ενοχής και της βίας και οι πληγές όχι μόνο θα παραμένουν ανοιχτές αλλά θα πολλαπλασιάζονται.
Για να επουλωθούν τα τραύματα, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από ένα συνεκτικό αφήγημα για τα αίτια της τραγωδίας. Κανένας ντετερμινισμός, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Ζακ Λακάν, δεν μας απαλλάσσει φυσικά από την ευθύνη μας. Αυτό δεν σημαίνει πως θα κρύψουμε την ατομική ευθύνη κάτω από το πάπλωμα της συλλογικής.
Σημαίνει πως δεν θα περιοριστούμε στο να σταθούμε απέναντι στους όποιους εγκληματίες σαν άλλοι δικαστές -αυτό είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης- αλλά θα διερευνήσουμε τους όρους και τις συνθήκες που τους επέτρεψαν να γίνουν φορείς απόλυτης εξουσίας πάνω στους ίδιους τους συνανθρώπους τους.
Για να κακοποιηθεί ένα παιδί, δεν αρκεί ένας κακοποιός. Χρειάζονται «συνένοχοι». Ακόμα και διά της σιωπής.
