«Διάβασες ποτέ τον Οργουελ;», ρωτώ τον νεαρό συνομιλητή μου. Στοιχηματίζω πως όχι, και του δείχνω έναν τόμο με τα πιο σημαντικά έργα του Τζορτζ Οργουελ. Αυτά τα κείμενα, του λέω, έρχονται με μια επικαιρότητα στα χρόνια που ζούμε, όπου ξανακάνουμε τον λογαριασμό με το παρελθόν μας.
Ο Οργουελ διαβάστηκε από τη γενιά μου (τάξη του ’46), αλλά και από εκείνη που ήρθε αμέσως μετά, και είχε ασκήσει μια έντονη επιρροή σε πολλούς από εμάς που από τον Οργουελ και από άλλους συγγραφείς είχαν κατανοήσει την αλήθεια για την άλλη όψη του κομμουνισμού. Το «1984», το πιο γνωστό του μυθιστόρημα, δημοσιεύτηκε και ξαναδημοσιεύτηκε, όπως η «Φάρμα των ζώων», όπως ο «Φόρος τιμής στην Καταλονία».
«Τότε, γιατί λες ότι αυτά τα έργα είναι επίκαιρα;», με ρωτά.
Γιατί όταν τα ξαναδιαβάζεις σήμερα, σε καιρούς μετα-κομμουνισμού και επανεξετάσεων, έχεις την αίσθηση ότι βγαίνεις από την ομίχλη που μας τύλιγε, μια ομίχλη λέξεων χωρίς καμιά σχέση με την πραγματικότητα και τις ιδέες, με συζητήσεις χωρίς κάτι το συγκεκριμένο, ασαφείς, κακοδιάθετες, ενοχλητικές, στενάχωρες. Ενώ διαβάζουμε μας φαίνεται ότι τα πράγματα επιστρέφουν στη θέση τους, προσλαμβάνουν το περίγραμμά τους και αποβάλλουν την αδιακρισία στην οποία βρίσκονταν, επανατοποθετούνται εκεί που πρέπει να βρίσκονται, στον χώρο που τους ανήκει.
Εχεις την αίσθηση ότι η αλήθεια δεν είναι μια μπάλα που ο καθένας μπορεί να κλοτσήσει όπως θέλει, αλλά κάτι που πρέπει να υπολογίσουμε, και ότι η Ιστορία πρέπει να σέβεται τα γεγονότα για να τους αποδώσει το νόημα που έχουν. Εκείνο που εκδηλώνεται με καθαρότητα στα κείμενα του Οργουελ είναι μια τίμια προσέγγιση προς την εποχή τους και μια προσπάθεια να την κατανοήσουν και να τη μεταφέρουν μέσα από μια γραφή άμεση και προσιτή σε όλους, που με την ανάγνωσή τους επανέρχονται τελικά σε επαφή με την πραγματικότητα.

Είναι αλήθεια ότι ο Οργουελ είναι ένας «αμήχανος» συγγραφέας, και τέτοιος ήταν όλα εκείνα τα χρόνια και είναι, υποθέτω, ακόμη και σήμερα. Και είναι επίσης αλήθεια ότι, αν και γνωστός, δεν είχε τη διάδοση και την εκτίμηση που άξιζε. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;
Την περίοδο των έντονων πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων (π.χ. ψυχρός πόλεμος), η έντιμη φωνή του Οργουελ δεν ήταν δυνατό να μην παρεξηγηθεί. Καταδικασμένη από την Αριστερά ως χυδαία αντικομμουνιστική προπαγάνδα, αλλά και από τη Δεξιά, γιατί βέβαια οι σοσιαλιστικές αρχές που πάντα ενέπνεαν τον Οργουελ δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από καμιά Δεξιά.
Το γεγονός είναι ότι στη χώρα μας δεν είμαστε συνηθισμένοι να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, και γι’ αυτό ο Οργουελ, που λέει τις καυτές αλήθειες του, εξακολουθεί να είναι ακόμη και σήμερα σε χρόνους μετα-κομμουνισμού όχι μόνο άβολος αλλά και αμήχανος, γιατί με την κοινή λογική του, βάζει σε κρίση τις αφηρημένες ιδέες και τις θεωρητικοποιήσεις πολλών αριστερών διανοουμένων που είναι πάντα έτοιμοι να θυσιάσουν τις αδιάσειστες αλήθειες τους σε ένα δικό τους ιδανικό και είναι πάντα έτοιμοι να δηλώσουν σκεπτικιστές στην ύπαρξη μιας «αντικειμενικής αλήθειας», όχι τόσο γιατί είναι δύσκολο να τη συλλάβουν, αλλά γιατί τους επιτρέπει να πουν σήμερα ένα πράγμα και αύριο κάτι άλλο, σύμφωνα με την πολιτική συγκυρία.
«Ανατρέχοντας τα κείμενα που έχεις μπροστά σου, τι είναι αυτό που σου αρέσει;», με ρωτά ο φίλος μου.
Μου αρέσει, όπως σου είπα, η κοινή λογική του που τον κάνει να πει ότι «είμαστε πολύ πολιτισμένοι για να καταφέρουμε να κατανοήσουμε το προφανές». Μου αρέσει όταν παρατηρεί ότι «δεν πρέπει να είμαστε ούτε πολύ ούτε λίγο διανοούμενοι, αλλά απλά ελαστικοί». Μου αρέσει όταν γράφει ότι γι’ αυτόν «η καλή πρόζα είναι διάφανη όπως το τζάμι ενόςπαραθύρου» και ότι «ο μεγάλος εχθρός μιας καθαρής γλώσσας είναι η ανειλικρίνεια».
Μου αρέσει επίσης και η βιογραφία του: «Λόγω συναισθήματος είμαι αριστερός», γράφει για τον εαυτό του και είναι αλήθεια, «αλλά είμαι πεπεισμένος ότι ένας συγγραφέας μπορεί να παραμείνει τίμιος μόνο αν είναι ελεύθερος από κομματικές ετικέτες», κι αυτό πιστεύω ότι δεν έχει γίνει αποδεκτό ούτε από την Αριστερά ούτε από τη Δεξιά.
Ο Οργουελ έκανε τα πάντα για να παραμείνει τίμιος και ελεύθερος από κομματικές επιρροές και για τον λόγο αυτό υπήρξε ένας άνθρωπος που έδωσε έναν μοναχικό αγώνα και γι’ αυτό περιφρονήθηκε και μισήθηκε για όλη του τη ζωή αλλά και μετά θάνατον. Πέθανε το 1950, στα 46 του χρόνια, αφού τελείωσε το μυθιστόρημά του «1984». «Αυτό που έψαξα περισσότερο να κάνω τα τελευταία δέκα χρόνια, ήταν να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη», είχε γράψει.
Κι αυτό το μυθιστόρημα είναι μια από τις πιο ανηλεείς πολιτικές αναλύσεις των ολοκληρωτικών κοινωνιών.
*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
