Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 2020 μάθαμε τι σημαίνει να είσαι κλειδωμένος στο σπίτι. Μάθαμε πώς είναι να περιμένεις στην ουρά για να αγοράσεις τα βασικά από το σούπερ μάρκετ. Μάθαμε να χρησιμοποιούμε περισσότερο την τεχνολογία. Μάθαμε την κοινωνική αποστασιοποίηση.

Στα βιβλία της Maja Lunde «Η ιστορία του νερού» και «Η ιστορία των μελισσών», που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, μαθαίνουμε τι σημαίνει να μην έχεις σπίτι για να κλειδωθείς και να προστατευτείς. Μαθαίνουμε πώς είναι να μην υπάρχουν βασικά αγαθά για να αγοράσεις.

Συνειδητοποιούμε ότι το Διαδίκτυο μπορεί να γίνει μια πολυτέλεια που να μη διαθέτουμε. Μαθαίνουμε πόσο εύκολο είναι από τη μια στιγμή στην άλλη να αποχωριστείς βίαια τους ανθρώπους που αγαπάς και να μην τους ξαναδείς ποτέ.

«Η ιστορία των μελισσών»

«Κοιτάξτε έξω από το παράθυρό σας και φανταστείτε τα τρία τέταρτα των ζώων και των πουλιών που βλέπετε να μην υπάρχουν. Μετά αναρωτηθείτε αν θέλετε να ζήσετε σε έναν τέτοιο κόσμο» είχα ακούσει κάποιον ομιλητή να λέει σε μια επιστημονική ημερίδα για την έκτη εξαφάνιση των ειδών. Δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα του ομιλητή, θυμήθηκα όμως τα λόγια του διαβάζοντας την «Ιστορία των μελισσών» της Maja Lunde.

Σε ένα δυστοπικό μέλλον στην Κίνα, το έτος 2098, οι μέλισσες έχουν εξαφανιστεί. Σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς τις μέλισσες οι άνθρωποι για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους κάνουν τη δουλειά των μελισσών. Η επικονίαση γίνεται με το χέρι και η Τάο, μια νεαρή Κινέζα, για 12 ώρες την ημέρα πασπαλίζει τα δέντρα με γύρη. «Δεν ήμουν φτιαγμένη γι’ αυτό», λέει η Τάο περιγράφοντας «το μικρό πλαστικό κουβαδάκι που ήταν γεμάτο με το ανάλαφρο χρυσάφι της γύρης» και που με ακρίβεια μοίραζαν κάθε πρωί στις εργάτριες για να πασπαλίσουν προσεκτικά «με απειροελάχιστες ποσότητες τα δέντρα, με ένα μικροσκοπικό πινέλο από φτερά κότας που είχε εκτραφεί ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό».

«Δεν είμαι φτιαγμένη γι’ αυτό» λέει η Τάο, αφού στη διάρκεια της ζωής της δεν έχει γνωρίσει τις μέλισσες που ήταν φτιαγμένες γι’ αυτό. Την περιβαλλοντική κατάρρευση δεν την έζησε, τη διάβασε από τα βιβλία της Ιστορίας. «Τότε που ανατράπηκαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα και η τροφή έγινε σπάνιο αγαθό μόνο για λίγους».

Για τις μέλισσες έμαθε μόνο όταν «έπεσε στα χέρια της ένα ξεχαρβαλωμένο αντίτυπο του “Τυφλού μελισσοκόμου”», τότε μόνο είδε κυψέλες και μέλισσες.

Ούτε για τις χαρές αλλά και τις αγωνίες του μελισσοκόμου Τζορτζ ήξερε, που προσπαθούσε να αντισταθεί στην εκβιομηχάνιση της παραγωγής. Ο Τζορτζ ζούσε στην Αμερική το 2007 και αγαπούσε τα μελίσσια του. Τα μελίσσια του, που κάθε φορά που πήγαινε, περίμενε να ακούσει το γνώριμο βουητό τους. «Αυτή ήταν η χαρά του ανταμώματος, σαν μάζωξη παλιών συμμαθητών». Και η Εμα, η γυναίκα του, έβαφε με χρώμα «ροζ, τιρκουάζ, καναρινί και φιστικί τις κυψέλες», γιατί η Εμα πίστευε ότι άρεσαν τα χρώματα στις μέλισσες. Και οι δυο κάθονταν και τις καμάρωναν που πήγαιναν κι έρχονταν, χωρίς καθυστέρηση, αφού έβρισκαν τροφή κοντά στις κυψέλες τους.

Δεν τις γνώριζε αυτές τις χαρές η Τάο, αλλά ούτε για τον αναστεναγμό του Τζορτζ ήξερε. Αναστεναγμός που βγήκε από τα βάθη της ψυχής του, όταν είδε τις μέλισσές του να πεθαίνουν και εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τις σώσει.

Η Τάο είχε διαβάσει μόνο «για τον μαζικό θάνατο των εντόμων-επικονιαστών, για την άνοδο της στάθμης των θαλασσών, την άνοδο της θερμοκρασίας και ότι οι άνθρωποι έχασαν τα πάντα μέσα σε λίγα χρόνια επειδή δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν έγκαιρα». Δεν μπορούσε να βρει πολλές πληροφορίες η Τάο αφού «η κατάρρευση χτύπησε και τα ψηφιακά δίκτυα».

Μέσα και από την τρίτη ιστορία του βιολόγου Γουίλιαμ, που δεν θα σας την αποκαλύψω, η συγγραφέας αριστοτεχνικά μας δείχνει το αόρατο νήμα που συνδέει τον κόσμο των ανθρώπων με τον κόσμο των μελισσών.

«Η ιστορία του νερού»

«Πόσο γρήγορα μπορούν να χαθούν τα πάντα. Ξυπνάς μια μέρα, τρως πρωινό, πας στη δουλειά, μαλώνεις, γελάς, ερωτεύεσαι, πλένεις τα πιάτα, ανησυχείς για τον τραπεζικό σου λογαριασμό που αδειάζει πριν από το τέλος του μήνα… χωρίς να σου περνά από το μυαλό πως όλα γύρω σου μπορούν να εξαφανιστούν» λέει η συγγραφέας Maja Lunde, διά στόματος του ήρωά της Νταβίντ, στο βιβλίο της «Η ιστορία του νερού». Πόσο δίκιο έχει! Πριν από ένα χρόνο, τέτοιες μέρες συναντιόμασταν σε εστιατόρια, σε καφέ, στα γραφεία μας και κάναμε «απερίσκεπτα» πράγματα. Αγκαλιαζόμασταν. Φιλιόμασταν.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Νότια Γαλλία το 2041. Η νότια Ευρώπη πλήττεται από ένα έντονο κύμα ξηρασίας, που αναγκάζει τον κόσμο να μεταναστεύσει σε αναζήτηση πόσιμου νερού. Ενας από τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες είναι και ο Νταβίντ με τη μικρή του κόρη, Λου. Η γυναίκα του Αννα και ο μικρός γιος του, Ογκίστ, δεν είναι μαζί τους. Δεν θα είναι ποτέ ξανά μαζί τους. Η ιστορία του Νταβίντ και της Λου συναντά την ιστορία της Σίνε, μιας ακτιβίστριας πίσω στον χρόνο και στον χώρο. Στη Νορβηγία του 2017.

«Ο χρόνος και οι αναμνήσεις που τον δένουν είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος» λέει η Σίνε, που ξεδιπλώνει την ιστορία της οικονομικής εκμετάλλευσης του φυσικού πόρου. Του νερού. Του απαραίτητου φυσικού αγαθού για τη διαβίωσή μας, που οι άνθρωποι το μετατρέπουμε σε εμπόρευμα για το κέρδος. Το κάνουμε ενέργεια, λες και είναι άφθονο, ανεξάντλητο. Και τις συνέπειες της απληστίας μας θα τις υποστούν στο μέλλον ο κάθε Νταβίντ και η κάθε Λου.

Η γραφή της Maja Lunde είναι γροθιά στο στομάχι για την τοξική αδιαφορία μας. Αδιαφορία που ξεκινάει από ψηλά και φτάνει μέχρι τον καθένα μας. Αδιαφορία, που στο τέλος θα μας οδηγήσει στην καταστροφή μας.

Στα βιβλία της η συγγραφέας μάς φέρνει αντιμέτωπους με τις πράξεις μας. Μας δείχνει το παρόν και το μέλλον μας.