Φιλοσοφικές απορίες υπό το καύμα του Κυνός, ως απάντηση στην εμφάνιση του «Νεόσοφου»
Μέρες που σηματοδοτεί στους ουρανούς η διέλευση του κομήτη «Neowise» (Νεόσοφος;), υπό την επικράτεια των καυμάτων του Κυνός (Σείριος), θυμάται κανείς εξ επαγγέλματος τον Αριστοτέλη του: οι κομήτες, ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, είναι αστέρες οι οποίοι συναντούν στην τροχιά της περιφοράς τους πυκνώσεις αναθυμιάσεων (Μετεωρολογικά, Α´ 6-7). Η πυράκτωση αυτών των αναθυμιάσεων σχηματίζει άλω γύρω από τον αστέρα και τότε αυτός φαίνεται στους παρατηρητές της Γης ως «κομήτης» (μαλλιαρός). Αν ο αστέρας σχηματίσει μακριά ουρά, καλείται «πωγωνίας» (γενειοφόρος) – που είναι μάλλον η περίπτωσή μας…
Οσο εντυπωσιακό μπορεί να είναι το φαινόμενο, άλλο τόσο δύσκολη μπορεί να ήταν για την εποχή εκείνη η εξήγησή του. Ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε να διαθέτει στοιχεία για τις σπάνιες διελεύσεις των κομητών – όχι επαρκή τουλάχιστον, για να μπορέσει να συγκροτήσει κάποια καλύτερη εξήγηση για το φαινόμενο. Αναφέρει βέβαια κάποιες σποραδικές περιπτώσεις στο παρελθόν, ενώ φαίνεται να αντλεί προφορικά στοιχεία και από αιγυπτιακές πηγές.
Πράγματι, η παράδοση της πρώιμης ελληνικής αστρονομίας δεν χαρακτηρίζεται από τη μεθοδικότητα της παρατήρησης και της καταγραφής στοιχείων. Για να βρούμε τέτοιου είδους στοιχεία θα πρέπει να ανατρέξουμε στη βαβυλωνιακή αστρονομική παράδοση, όπου είχε θεσμοθετηθεί επίσημα, προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ., η παρατήρηση και καταγραφή των ουράνιων μεταβολών από τους ιερείς των ναών. Φαίνεται ότι οι Ελληνες ήρθαν σε επαφή με αυτήν την παράδοση όταν το βασίλειο της Βαβυλώνας διοικούνταν πλέον από Χαλδαίους (αρχές 6ου αι. π.Χ.) – γι’ αυτό το συγκεκριμένο επωνύμιο στα αρχαία ελληνικά κατέληξε να σημαίνει τον αστρολόγο.
Οι βαβυλωνιακοί αστρολογικοί κατάλογοι βέβαια δεν αποσκοπούσαν μόνο στη γνώση αλλά και στην πρόβλεψη: οι ιερείς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις εξελίξεις στη Γη με βάση τις διαθέσεις των ουράνιων όντων. Ιδιαίτερη δε προσοχή δινόταν στην καταγραφή των εκλείψεων, οι οποίες φανέρωναν τις προθέσεις του κυρίαρχου θεού Ηλιου. Τέτοιου είδους αστρολογικοί κατάλογοι είναι γνωστοί στα ελληνικά με τον όρο «παραπήγματα», και ο αρχαιότερος που διασώζεται αποδίδεται στον Δημόκριτο (5ος-4ος αι. π.Χ.). Είναι μάλιστα γνωστή η φήμη που διασώζει ο Ηρόδοτος (Α΄ 74) ότι ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο πρώτος επώνυμος Ελληνας αστρονόμος, κατάφερε να προβλέψει τη χρονιά της έκλειψης του 585 π.Χ.! Σ’ αυτό το σημείο όμως απαιτείται φιλοσοφία…
Μερικές φορές γινόμαστε υπαίτιοι για την καλλιέργεια μιας μυθικής διάστασης στην επιστήμη και τη φιλοσοφία, ώστε εντέλει αδικούμε και τις δύο γνωστικές περιοχές. Εξηγούμαι: Αναρωτιέται κανείς πώς θα μπορούσε ο Θαλής να προβλέψει τη χρονιά της έκλειψης αν δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για κάτι τέτοιο. Αν υποθέσουμε ότι δεν διέθετε υπερφυσικές ικανότητες, θα χρειαζόταν να έχει στη διάθεσή του το απόσταγμα μακροχρόνιων και ενδελεχών παρατηρήσεων, δηλαδή ένα έγκυρο και εξακριβωμένο παράπηγμα, προκειμένου να υπολογίσει την πιθανότητα να συμβεί μία έκλειψη στη διάρκεια κάποιου έτους. Ενα αξιόπιστο παράπηγμα δεν θα μπορούσε ομολογουμένως να το συγκροτήσει με δικές του αποκλειστικά προσπάθειες, διότι δεν θα του έφτανε μια ζωή. Κατά συνέπεια, αν η φημολογούμενη πρόβλεψη όντως συνέβη, ο Θαλής θα πρέπει να στηρίχθηκε σε κάποια παλαιότερη αστρολογική παράδοση, βαβυλωνιακής ή άλλης προέλευσης, για να την υπολογίσει. Το χρέος αυτό των Ελλήνων σε άλλους, παλαιότερους πολιτισμούς, συνήθως το ξεχνάμε – γιατί άραγε;
Αναρωτιέται ακολούθως κανείς: ποιος είναι εντέλει ο επιστήμονας στη συγκεκριμένη περίπτωση; Ο Θαλής,… ή ο Βαβυλώνιος ή ο Αιγύπτιος ή μήπως ο Φοίνικας αστρολόγος που ενδεχομένως του διέθεσε τη γνώση; Κατά παράξενο τρόπο, ο Αριστοτέλης θα μας έδινε την απάντηση: κανένας απ’ αυτούς! Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τον λόγο.
Η κατάρτιση ενός αξιόπιστου παραπήγματος απαιτεί συστηματική παρατήρηση. Καταλήγει δηλαδή να συμπυκνώνει πολλές προσπάθειες και κόπους, ώστε να διαπιστωθεί και να μετρηθεί χρονικά η περιοδικότητα των ουράνιων φαινομένων. Συγκροτεί εντέλει τη συμπύκνωση αυτού που θα ονομάζαμε «εμπειρία». Η εμπειρία αυτή, συνδυασμένη με την υπολογιστική τέχνη, οδήγησε πιθανόν τον Θαλή στο εμπεριστατωμένο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να συμβεί μία έκλειψη το τάδε έτος. Το στοιχείο όμως που μετατρέπει την εμπειρική γνώση σε επιστήμη, όπως μας διδάσκει ο Αριστοτέλης, είναι ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει κάτι, το διότι. Δεν αρκεί επομένως η σωστή πρόβλεψη, απαιτείται και η εξήγηση των φαινομένων για να έχουμε επιστήμη.
Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσει κανείς ότι η επιστημονική προσέγγιση, δηλαδή η ορθολογική αντιμετώπιση των ουράνιων φαινομένων, θα πρέπει να είχε ήδη δρομολογηθεί από τους Βαβυλώνιους παρατηρητές. Διότι πώς είναι δυνατό να καταρτίζει κανείς πίνακες με περιοδικότητες φαινομένων και να μην υποψιαστεί ότι πίσω από αυτές τις κανονικότητες υπάρχει κάποια πάγια αναγκαιότητα; Πράγματι, στοιχεία πρωτοθεωρίας υπάρχουν στους βαβυλωνιακούς πίνακες (π.χ. στους πίνακες φάσεων της Αφροδίτης, της βασιλείας του Ammi-Saduqa), και ενδεχομένως ο Θαλής να είχε σχηματίσει κάποια δική του άποψη για τις ουράνιες κινήσεις, δυστυχώς όμως οι μαρτυρίες επ’ αυτού είναι εντελώς ανασφαλείς.
Ηταν εντέλει ο Θαλής ο πρώτος φιλόσοφος; Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να απαντήσουμε με σιγουριά σ’ αυτήν την ιδιότροπη ερώτηση. Γνωρίζουμε όμως τον υπεύθυνο για τη συγκεκριμένη υπόδειξη: ήταν ο Αριστοτέλης. Η επιλογή να τεθεί ο Θαλής ως ο πρώτος στη χορεία των φιλοσόφων εντοπίζεται στο Α΄ βιβλίο των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη, όπου καταγράφεται το πρώτο σχεδίασμα ιστορίας της φιλοσοφίας. Εκτοτε όλη η παράδοση μέχρι τις μέρες μας αναπαράγει αυτήν την επιλογή. Κατά πόσο όμως ισχύει;
Ο Θαλής πιθανότατα δεν συνέταξε κανένα σύγγραμμα. Ηδη ο Αριστοτέλης, ένας βιβλιοφάγος, αναφέρεται σ’ αυτόν χωρίς ο ίδιος να διαθέτει κάποιο γραπτό τεκμήριο. Περιγράφεται όμως από την παράδοση ως «σοφός», αστρονόμος και γεωμέτρης, ως ένας ιδιαίτερος τύπος ανθρώπου, στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής: ως θεωρητικός άνθρωπος. Οι συνήθειές του είναι παράξενες: ο Πλάτων αναφέρει το κλασικό γι’ αυτόν ανέκδοτο (Θεαίτητος, 174a), ότι, καθώς περπατούσε και παρατηρούσε απορροφημένος τον ουρανό, έπεσε μέσα σ’ ένα πηγάδι, για να δεχθεί ευθύς τα σκώμματα μιας νεαρής δούλας ότι ο εξηγητής των ουρανών δεν βλέπει πού πάν’ τα τέσσερα! Η τραγικά «γελοία» συμπεριφορά του θεωρητικού, υπονοεί ο Πλάτων, είναι το σύμπτωμα της ενασχόλησης με τη θεωρία, όχι η ουσία της. Πιθανότατα το προκείμενο ανέκδοτο αποτελεί παρεφθαρμένη ανάμνηση της πρακτικής του αστρονόμου να κατέρχεται νύχτα σε ορύγματα για να παρατηρεί καλύτερα τον βραδινό ουρανό. Αλλά γιατί ειδικά ο Θαλής να τεθεί ως ο πρώτος φιλόσοφος, δεδομένου ότι αναφέρεται μαζί με αρκετούς άλλους στους καταλόγους των «επτά σοφών»;
Το στοιχείο με βάση το οποίο ο Αριστοτέλης προβαίνει στην επιλογή είναι η (υποτιθέμενη) θεωρία του για την προέλευση του κόσμου από το «ὕδωρ» – και όχι οι αστρονομικές του ικανότητες. Τι σημαίνει αυτό; Οταν ο Σταγειρίτης σχεδιάζει την αναδρομή του στις πρωταρχές της φιλοσοφίας, δεν έχει κατά νου τους επιστήμονες (αστρονόμους, γεωμέτρες, μαθηματικούς, ιατρούς και λοιπούς) αλλά εκείνους που διατύπωσαν απορίες και θεωρίες για τις ανώτατες αρχές, δηλαδή εκείνους που αναμετρήθηκαν με τα πρώτα αίτια του κόσμου και κατάφεραν έτσι να συλλάβουν θεμελιώδεις όψεις της αιτιότητας. Αυτού του τύπου η αναγωγή στις πρώτες αιτίες συνιστά για τον Αριστοτέλη το κύριο φιλοσοφικό εγχείρημα και σ’ αυτή την προσπάθεια πρωτεργάτης τίθεται ο Θαλής, σύμφωνα και με την παράδοση. Επομένως ο Θαλής δεν θα είναι φιλόσοφος επειδή κατάφερε και προέβλεψε μία έκλειψη, και δεν θα είναι καν αυτός λόγος για να χαρακτηριστεί επιστήμων. Φιλόσοφος μπορεί να χαρακτηριστεί ενδεχομένως, εάν κατάφερε να διατυπώσει και να υποστηρίξει με επιχειρήματα μια υπόθεση για τη θεμελιώδη αιτία -«αρχή», θα πει ο Αριστοτέλης- σύστασης του κόσμου.
Δεν αποκλείεται, προσθέτει εδώ ο φιλόσοφος, και άλλοι νωρίτερα να έχουν μιλήσει για τις «αρχές»: οι ποιητές ή ενδεχομένως οι μυθολόγοι. Και αυτοί φαίνεται να είναι, κατά κάποιον τρόπο, φιλόσοφοι. Αλλά εμείς θα επιμείνουμε στον Θαλή, διότι εκείνος φαίνεται να μίλησε με επιχειρήματα…
Με άλλα λόγια, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε ο Αριστοτέλης, ο «πρώτος φιλόσοφος» αποτελεί μία επιλογή ιστορικά αβέβαιη. Αλλά δεν θα πρέπει να έχουμε τώρα αμφιβολίες για την αρχή της ίδιας της φιλοσοφίας και για τη στόχευσή της: αναζητά τις πρώτες αιτίες με μέσο τη λογική, ξεκινώντας από την απορία. Καλό θα είναι λοιπόν να μη συγχέουμε τα πράγματα και να γνωρίζουμε τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε, ιδιαιτέρως σ’ αυτούς τους ιοπαθείς καιρούς, που βλέπουμε τους φοιτητές μας με το ηλεκτρονικό τηλεσκόπιο. Σ’ αυτούς εντέλει είναι αφιερωμένη αυτή η διευκρινιστική παρέμβαση.
*Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, διδάσκων Πανεπιστημίου Πατρών
