Αυτό που έχουμε μάθει να τρώμε αυτό και τρώμε στη διάρκεια της ζωής μας. Ο τρόπος που έχουμε συνηθίσει να σιτιζόμαστε, αυτόν και ακολουθούμε στην καθημερινότητά μας.
Μια επαναπαραγωγή επιλογής τροφών, γεύσεων, συνδυασμών, ποιότητας και είδους τροφών. Αυτή η διατροφική συμπεριφορά μοιάζει να είναι παρόμοια με κασέτες με μαγνητοφωνημένα τραγούδια, όπου αυτά τα τραγούδια μεταδίδονται αφού τις συγκεκριμένες κασέτες διαθέτουμε.
Από μικρά παιδιά ο τρόπος που τραφήκαμε, ο ρόλος που πήρε η τροφή –πέραν του φυσικού της ρόλου– στα οικογενειακά «πάρε-δώσε», διαμόρφωσε μέσα μας τον τρόπο που θα κινηθούμε διατροφικά αργότερα στην ενήλικη ζωή μας.
Τρώμε όπως είδαμε να τρώνε και όπως φάγαμε.
Σαν μαγνητόφωνα που αναμεταδίδουν τα ίδια τραγούδια.
Εδώ εξηγείται ένας λόγος που είναι δύσκολο κανείς να αδυνατίσει. Πρέπει να χρησιμοποιήσει άλλον τρόπο σίτισης από αυτόν που γνωρίζει. Με λίγα λόγια, πρέπει να παίξει άλλες κασέτες με τραγούδια από αυτές που έχει μάθει να παίζει το κασετόφωνό του. Γίνεται;
Γι’ αυτό όταν ακούω κάποιον να λέει «δεν τα έκανα καλά, έπρεπε να τα κάνω καλύτερα», του θέτω υπ’ όψιν του το εξής: «Πώς απαιτείς να εφαρμόσεις κάτι που δεν ξέρεις να το πράττεις;».
Είναι σαν κάποιος να ζητά από το μαγνητόφωνό του να μεταδώσει άλλα τραγούδια από αυτά που έχει εγγεγραμμένα. Γίνεται;
Πας κάπου να αδυνατίσεις και βάζεις την κασέτα να παίζει, λειτουργείς με τον τρόπο που έχεις μάθει, κουβαλάς μέσα σου τη γνώση και τη συνήθεια που έχεις απομνημονεύσει.
Ασε που εμπλέκεται και το συναίσθημα με την τροφή κι αυτό μπερδεύει πιο πολύ τα πράγματα, γιατί δεν είναι μόνο οι διατροφικές ανάγκες γεύσης που έχεις συνηθίσει και η γνώριμη συνήθεια συνδυασμών που κάνεις, αλλά υπάρχει και το «ανεξέλεγκτο» που πρωταγωνιστεί σε μια προσπάθεια απώλειας βάρους.
Κι αν λοιπόν χρησιμοποίησες άλλον τρόπο σίτισης για το διάστημα που διήρκεσε η δίαιτά σου, μετά δεν θα επιστρέψεις στις παλιές σου συνήθειες;
Αδυνάτισμα σημαίνει επανεκπαίδευση, δηλαδή εγγραφή των δικών μας τραγουδιών στις κασέτες που διαθέτουμε. Με απέραντο σεβασμό σε αυτές που είχαμε, τις δικές τους όμως.
Η Μαρία βρέθηκε απέναντι σε καινούργιες τροφές που δεν γνώριζε καν. Τι ήταν το καστανό ρύζι, ο φαγόπυρος και το κεχρί;
Τι περίεργο ήταν για την ίδια να συνοδεύει κάθε της γεύμα με σαλάτα; Πόσο παράξενο της φαινόταν να φάει φακές με σαλάτα;
Το ταχίνι και οι ωμοί ξηροί καρποί της ήταν άγνωστα, κι όσο για το αβοκάντο, κάτι είχε ακούσει μα δεν το είχε αντικρίσει ποτέ.
Και θα μπορούσε η Μαρία να ακολουθήσει τόσο ξένες γι’ αυτήν γεύσεις; Ασυνήθιστες; Και το παστίτσιο της ή ο μουσακάς της πού θα πήγαιναν; Το κοκκινιστό με τα χοντρά μακαρόνια σβησμένα με καυτό λάδι θα τα ξέχναγε; Το ψωμοτύρι της που συνόδευε σχεδόν κάθε της γεύμα; Το αρνάκι στη γάστρα, τα σουτζουκάκι με το πιλάφι κι εκείνες τις «γλυκές» πανσέτες, τα χωριάτικα λουκάνικα με τα αυγά τα τηγανητά θα τα εξόριζε;
Ο γιατρός τής είχε συστήσει να χάσει βάρος κι αυτό την έφερνε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση. Εμοιαζε να βιώνει το «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».
Μετά άρχισαν οι δικές μου εσωτερικές αναρωτήσεις.
Πόσο καιρό θα άντεχε τροποποιημένη διατροφή; Η έλλειψη της γεύσης όλων αυτών των τροφών που είχε συνηθίσει δεν θα την πίεζε; Αραγε πόσο ήταν εφικτή η αλλαγή στη διατροφή της, όταν είχε παγιωμένους συνδυασμούς γεύσεων πενήντα οκτώ ετών;
Ο τρόπος που είχε μάθει να φιλεύει και να φροντίζει τον εαυτό της μέσω της τροφής, της πιο συχνής πηγής χαράς της –τα νόστιμα γεύματα– πώς θα τα άλλαζε, αν δεν έβρισκε άλλους τρόπους φροντίδας εαυτού και άλλες πηγές χαράς;
Ημασταν και οι δυο προβληματισμένες – ένα τέτοιο εγχείρημα φάνταζε ακατόρθωτο.
Η πραγματικότητα της απώλειας βάρους είναι πολύ σκληρή για να υπάρξει ένα αποτέλεσμα διατήρησης νέου βάρους που να μην είναι πρόσκαιρο.
Η Μαρία χρειαζόταν πολύ χρόνο να διαθέσει για να συναισθανθεί τι χρειαζόταν να κάνει. Επρεπε να μάθει να υπολογίζει διαφορετικά τον εαυτό της, να σταθεί και να διακρίνει τι αντέχει, ποιους ρυθμούς δικούς της έχει, να ανακαλύψει διαφορετικούς τρόπους συμπεριφοράς για να μπορεί να επιλέξει πώς θα σιτίζεται και όχι η τροποποίηση της ποιότητας της διατροφής της να συμβεί κατ’ εντολήν ή θεωρητικά ή απλά λογικά. Σταδιακά χρειαζόταν να βάλει τις καινούργιες γεύσεις χωρίς να παρατήσει απότομα τις παλιές.
Αυτό θα γινόταν με τη δημιουργία μιας διατροφικής συνέχειας, χωρίς διακοπή της βασικής υγιεινής διατροφής της ταυτόχρονα με τα λάθη που θα έκανε, τις πολυφαγίες της και τη συχνή χρήση των γεύσεων που θα της έλειπαν.
Η Μαρία απαραίτητα είχε να διακρίνει την αλήθεια της για την «εκστρατεία» που ξεκινούσε και να συναινέσει στο ότι θα βασιζόταν αρχικά σε δύο πράγματα: στην επιθυμία της να αλλάξει και στον χρόνο που θα χρησιμοποιούσε, γιατί μόνο έτσι θα μαγνητοφωνούσε δικά της τραγούδια στις κασέτες της…
* Οι πληροφορίες είναι από το enallaktikidrasi.com
