ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπήρξα θεατής κάθε εποχής, επί 50 χρόνια, του Θεάτρου Τέχνης. Αισθάνομαι ότι αποκρυπτογραφώ την ιστορία του. Του οφείλουμε πολλά στην πνευματική έκσταση, στη θεατρική εξέλιξη. Από τα ακριβότερα νομίσματά του είναι η Ρένη Πιττακή.

Κάθε φορά που τη συναντώ, δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε τέλεια αρμονία με τον εαυτό της. Αυθεντική. Ερμηνεύει ρόλους, εδώ και πέντε δεκαετίες, χωρίς ωραιοποίηση, με τη δύναμη του υποκριτικού ταλέντου της.

Καθοριστική και γόνιμη συνάντηση στη θεατρική της διαδρομή, ο Κάρολος Κουν. Αυτά είναι τα μεγαλειώδη ζευγαρώματα! Τραβούσε ο ίδιος τα κουπιά του Θεάτρου Τέχνης, σαν τους Αργοναύτες, από το 1942 που ιδρύθηκε μέχρι τον θάνατό του. Κι εκεί μέσα, στην Αργοναυτική του εκστρατεία, ζύμωσε, έπλασε, όπως πλάθεις τον πηλό, τους ρόλους των ηθοποιών, με πόνο, αγωνίες, αβεβαιότητα, αλλά και με μια αδιάκοπη αναγέννηση.

Κάθε ρυτίδα του Θεάτρου Τέχνης είναι ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Η φωνή της Ρένης Πιττακή γίνεται κραυγή όταν τη ρωτώ ποια είναι η «αχίλλειος πτέρνα» της.

«Η έμφυτη αστική μου ευγένεια», λέει, «ενώ από τη μια θεωρείται προσόν, από την άλλη δεν μ’ αφήνει να διεκδικήσω με πάθος, να απαιτήσω, να τα πω έξω από τα δόντια, να βρίσω, να ουρλιάξω, να φτύσω, ακόμα κι όταν θα ’πρεπε. Μου επιβάλλει όμως χαμόγελο κατανόησης και ευπρέπειας, ενώ στο στομάχι μου γίνεται σεισμός».

Δίπλα της, ο νεαρός σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζάς. Δεν είναι ένας αμέριμνος νέος, που ψάχνει για δημοσιότητα κι επικοινωνία, αλλά είναι ώριμος, σοβαρός στη σκέψη, ενώ τα μάτια του εκφράζουν σεβασμό στη Ρένη Πιττακή. Κάποιες στιγμές, λες και παίρνει πνοή από την ανάσα της και θέλει να την ενώσει με τη δική του. Διαφαίνεται ένας εξερευνητής που ανακάλυψε κάτι πολύτιμο. Δυο γενιές, δυο εποχές συναντήθηκαν.

Στο αρχοντικό

Ο χώρος που μας φιλοξενεί είναι το αρχοντικό του Χατζηκυριάκου-Γκίκα (Μουσείο Μπενάκη), με υπεύθυνο τον ευγενέστατο κ. Παπαχρήστου. Κουβεντιάζουμε κάτω από τα βλέμματα όλων των διανοούμενων της γενιάς του ’30 που είναι αγκαλιασμένοι στις προθήκες της πινακοθήκης. Κι από πάνω τους, η ματιά του Αγγελου Δεληβορριά. Σε μια χώρα πολιτιστικά λιπόθυμη, τέτοιες μορφές μάς δίνουν κουράγιο.

Το τελευταίο θεατρικό έργο που ανέβασε ο Κάρολος Κουν ήταν «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη. Το 1938, πριν από τον πόλεμο, ο Κουν έγραψε ένα προφητικό ποίημα που είχε σχέση πάλι με όπλα:

Θα γίνει πόλεμος, και τα πρόσωπα που ξέρεις, δε θα τα δεις ξανά.

Ολα τα πρόσωπα θ’ αλλάξουν. Αλλα θα ’χουν πληγές κι άλλα

θα πάθουν τέτοια τρομερή αλλοίωση που ο αδερφός δε θα γνωρίζει αδερφό, παρά μονάχα σαν σε όνειρο.

Θα δούμε πρόσωπα τυφλά κι άλλα όχι τυφλά αλλά που δε θ’ αντέχεις να τα βλέπεις. Και το δικό σου πρόσωπο θ’ αλλάξει.

Και τότε, καθώς θα περπατάς στους δρόμους που θα πλημμυρίζουν πάλι από κόσμο, θα σταματήσω, θα γυρίσω, θα σε κοιτάξω και θα πω: «Και τι με μέλει εμένα;» Γιατί και το δικό μου πρόσωπο, αδερφέ μου, θα ’χει αλλάξει κι αυτό.

● Ποια ήταν τα στοιχεία που σας μετέδιδε, κ. Πιττακή, ο δάσκαλός σας;

Το ποίημά του, πραγματικά είναι διαχρονικό. Ο Κάρολος Κουν ήταν ένας μάγος. Συμφωνώ με τον Μπρουκ που υποστήριζε ότι είδε σ’ ένα καμιόνι την επιγραφή: «Εκτελούνται μεταφοραί». Εξηγούσε πως αυτό είναι το θέατρο, μια μεταφορά. Σε μια πρόβα μάς έλεγε ο δάσκαλος: «Καθίστε κάτω»· και ο ίδιος με μουσική έκανε μια βόλτα γύρω στη σκηνή. Είχε την ικανότητα με μεταφορές, με εικόνες, με ήχους, με μια κίνησή του, να σου μεταδίδει.

● Πώς συναντηθήκατε με τον Δημήτρη Καρατζά;

Συμπλήρωνα 50 χρόνια στο θεατρικό σανίδι. Κάλεσα τον νεαρό σκηνοθέτη Δημήτρη Καρατζά να συνεργαστούμε. Βρήκαμε ένα έργο που σπάνια ανεβαίνει παγκοσμίως λόγω της δυσκολίας του: «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί». Είχα δει την παράσταση του «Οδυσσεβάχ». Ηταν παράσταση που είχε γίνει στο παρελθόν με πολλή λάμψη κι επιτυχία. Και με τη ζωντάνια και το χιούμορ του ήταν απογειωτική. Είδα κι άλλες, και αργότερα, όπως το αριστούργημα «Τα κύματα» στη Στέγη Ωνάση με μια ομάδα νέων ηθοποιών. Τότε τον ερωτεύτηκα και σκέφτηκα πως πρέπει οπωσδήποτε να συνεργαστούμε. Επειδή είχαμε να κάνουμε μ’ ένα δύσκολο κείμενο, ήθελα κάποιον που να σκέφτεται με βάθος. Πράγματι, με τον τρόπο που το σκηνοθέτησε, αναδύονταν όλα τα στοιχεία.

● Δηλαδή, προσέχετε πώς θ’ αποδώσετε το μέγεθος μιας παράστασης!

Κ.: Τον πυρήνα, θα έλεγα.

Π.: Το μέγεθος μου φαίνεται βαρύγδουπο. Προτιμώ, Δημήτρη, αυτό που λέμε βάθος. Να μη μένουμε μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων.

● Θέατρο σημαίνει παρατηρώ και βρίσκω έναν χώρο να επικοινωνήσω, να μεταδώσω. Χωρίς θέατρο η ζωή είναι απονεκρωμένη.

Π.: Ακριβώς έτσι είναι. Γι’ αυτό δεν συμφωνώ καθόλου με τις παραστάσεις μέσω διαδικτύου. Είναι άλλο πράγμα.

Κ.: Αλλη δουλειά, θα έλεγα, κ. Πιττακή. Γιατί μεταξύ της σχέσης θεατή, ηθοποιού και σκηνικού γεγονότος μεσολαβεί ένα τρίτο κομμάτι που είναι η τηλεσκηνοθεσία. Το θέατρο αφορά το εδώ και τώρα, με τη διαμεσολάβηση παύει αυτό. Δεν νομίζω πως θα κρατήσει πολύ. Θα υπάρξει αγωνία ώσπου να υποστηριχτούν οικονομικά τα θέατρα. Οσο διαρκέσει όλο αυτό που ζούμε, θα ψάχνουμε υβριδικούς τρόπους. Το μόνο καλό που ίσως αφήσει είναι να κάνουμε καλύτερες κινηματογραφήσεις, όπως πολλοί καλλιτέχνες στο εξωτερικό.

Π.: Αυτό έχει γίνει και σ’ εμάς, αλλά πολύ πρόχειρα. Δεν θα ξεχάσω που είχα μια μικρή μαυρόασπρη τηλεόραση κι έβλεπα παραστάσεις που έκανε ο ΘΟΚ τότε. Ηταν μεταφερμένες παραστάσεις πάρα πολύ σπουδαίες θεατρικά, γιατί η τηλεοπτική τους μεταφορά ήταν δημιουργία.

● Κύριε Καρατζά, πότε προέκυψε ο έρωτας για την κ. Πιττακή;

Κ.: Θυμάμαι πρώτη φορά που την είδα στην «Αίθουσα του Θρόνου», ήμουν 10 ετών. Με είχε τρομάξει η εναλλαγή που έκανε. Πώς από ένα χάδι, πάγωνε κι έπεφτε στο κενό. Ρώτησα τότε τη μητέρα μου και μου είπε: «Είναι η Πιττακή, η μεγαλύτερη πρωταγωνίστρια του Θεάτρου Τέχνης». Το πρόσωπο αυτό μου είχε εξάψει την περιέργεια. Κάποια στιγμή, το 2003, πήγα και είδα την παράσταση: «Σ’ εσάς που με ακούτε» του Λευτέρη Βογιατζή, ενός μεγάλου σημείου αναφοράς για μένα. Εβλεπα πρώτη φορά παράστασή του και έπαιζε η Ρ. Πιττακή. Ηταν ένα σοκ.

Π.: Αυτό κι αν ήταν, Δημήτρη, προφητικό έργο. Γιατί προέβλεπε πως η ψαλίδα θ’ ανοίξει. Θα χαθούν άνθρωποι κι εγώ τελικά θα κάθομαι σ’ ένα σκαλοπάτι και θα κοιτάζω τους περαστικούς. Οταν το παίζαμε δεν είχαμε ακόμα συνειδητοποιήσει αυτό που έρχεται. Ηταν δυνατό σχόλιο για το τέλος της συγγραφής της ιστορίας και την αποτυχία της πολιτικής και της τέχνης να εντάξουν δημιουργικά και αποτελεσματικά το άτομο στην κοινωνία. Οι καθιερωμένες μορφές αντίστασης δεν καταφέρνουν να φέρουν την αλλαγή.

Κ.: Μετά από κάποια χρόνια είδα τις «Δούλες» του Ζενέ. Ηταν η πρώτη φορά που το πάθαινα αυτό στο θέατρο. Η Ρένη είχε τη δυνατότητα να κάνει αυτούς τους ρυθμούς του Βογιατζή σώμα και φωνή, μου συνέβη να νιώθω στο θέατρο ένα ρίγος, σαν να παγώνει το σώμα μου. Εκεί ξεκίνησε ο απόλυτος θαυμασμός. Συνέχισα να τη βλέπω, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί. Αρχίσαμε να βρισκόμαστε σε φεστιβάλ. Εκεί άρχισε το φλερτ. Αφότου γνωριστήκαμε και ερχόταν σε κάποιες παραστάσεις, ένιωθα μεγάλη ταραχή.

Τους ένωσαν οι «Νεκροί»

● Πώς ξεκινήσατε, λοιπόν, μαζί;

Κ.: Ξεκινήσαμε με τους «Νεκρούς», ένα έργο που ο Ιψεν χαρακτηρίζει και ως διαθήκη του, και είναι σαν να μιλάει για τον εαυτό του. Μιλάει για τη ζωή ενός καλλιτέχνη που ασχολήθηκε τόσο με το έργο του που παρέλειψε να ζήσει. Είναι χαρακτηριστικό πως εμφανίζεται μια ερωμένη του που δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ αν είναι ή όχι ζωντανή.

Π.: Η ίδια λέει πως είναι νεκρή κάποια στιγμή, όμως, βγάζει στιλέτο να τον σκοτώσει.

Κ.: Κι όλο αυτό καταλήγει στη στιγμή που πάνε να λυτρωθούν οι δυο τους. Ερχεται μια χιονοστιβάδα και τους σκοτώνει. Ηταν πολύ δύσκολο έργο και δύσκολη η συνθήκη.

● Ο Στανισλάφσκι λέει πως το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέχουμε είναι η συνθήκη, το πετύχατε εσείς με αυτό το έργο;

Κ.: Ηταν μια δύσκολη παράσταση που ήταν διαρκώς έμμεση. Σαν να συνυπάρχουν όλοι ταυτόχρονα σε έναν τάφο, σ’ ένα τετράγωνο. Είχε μπει και μια συνθήκη μπαλέτου, που ερχόταν από την ιδέα του γλυπτού (διότι αυτός ήταν γλύπτης), του τέλειου, του κάλλους. Υπήρχε η αίσθηση της ανάτασης, ήταν όλα προς τα πάνω. Στο τέλος, ερχόταν η λύτρωση.

Π.: Δημήτρη, αυτό ήταν που συγκίνησε τον κόσμο. Η προσπάθεια αυτών των δυο να σταθούν, να χορέψουν μπαλέτο.

Κ.: Δυο άνθρωποι που έχουν κοκαλώσει προσπαθούν να βρουν ένα άλλο σώμα με άλλη δύναμη. Κάποιοι άνθρωποι έρχονταν και δεν καταλάβαιναν τίποτα. Κάποιοι, θεωρούν πως είναι το καλύτερο έργο που έχω κάνει. Εφευγαν ενθουσιασμένοι. Γι’ αυτό μας προσκάλεσαν από το Φεστιβάλ Ιψεν του Εθνικού Θεάτρου της Νορβηγίας.

● Σας βοήθησε αυτή η συνεργασία να διαπιστώσετε αυτό που διαισθανθήκατε;

Π.: Επιβεβαιώθηκε. Η ποιότητα του ανθρώπου είναι παράλληλη με την ποιότητα του καλλιτέχνη. Τυχαίνει στον χαρακτήρα ενός μεγάλου καλλιτέχνη να διακρίνεις επιθετικότητα, σαδισμό κ.λπ.

Κ.: Αν μιλήσεις με τη Ρένη καταλαβαίνεις πώς σκέφτεται και πως γι’ αυτό λειτουργεί έτσι πάνω στην σκηνή. Δεν υπάρχει η λογική «εγώ έτσι δουλεύω», που βλέπεις σε νεότερα άτομα. Στην πρόβα, κάνει πρόβα. Πολλές φορές επικρατεί η άποψη πως ένας άνθρωπος που έχει μια ιστορία είναι δύσκολο να μετατοπιστεί. Για μένα είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι ο άνθρωπος που θέλει να μετατοπιστεί και σου ανανεώνει το ενδιαφέρον. Μου δημιουργεί την ελπίδα πως δεν σταματάει ποτέ ο δαίμονας της περιέργειας – κάτι που με φοβίζει πολύ· μ’ ενθαρρύνει πως ένα μυαλό που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα έχει τη δύναμη να επιστρέφει στο μηδέν. Εκεί όπου φαίνεται όλη η εμπειρία.

Π.: Και αυτό ακριβώς που λες τώρα μου καταλογίζεται ως αρνητικό. Οτι, δηλαδή, είμαι ακόμα μαθήτρια. Κι εγώ απαντώ πως γι’ αυτό δεν γερνάω.

Κυρία Πιττακή, ένας απ’ τους μεγάλους έρωτες της ζωής σας ήταν και ο Μίμης Κουγιουμτζής. Τι θυμάστε απ’ αυτήν τη σχέση;

Π.: Γυρίζω πίσω 40 χρόνια. Ηταν ο Μίμης, ένα από τα βασικά στελέχη κι ένας από τους διαδόχους που όρισε ο Κουν. Σ’ αυτήν την εποχή προέκυψε το ειδύλλιο μεταξύ μας, ο γάμος και φυσικά μετά ο χωρισμός. Εφυγα γιατί ερωτεύτηκα. Και μετά ξαναερωτεύτηκα. Δεν είναι και πολλοί οι έρωτές μου αν σκεφτείς μια ζωή τόσων χρόνων! Με τον Μίμη είχαμε μια ουσιαστική σχέση επαφής και αγάπης, που παρέμεινε και μετά τον χωρισμό μας. Νιώθαμε μια συντροφικότητα. Ηταν η οικογένειά μου.

Κ.: Πολλές φορές, πάντως, κ. Πιττακή, στην ελευθερία νομίζω ότι ταυτιζόμαστε. Ξέρω πια πότε με αφήνετε να πω πράγματα και πότε πρέπει να σας αφήσω ήσυχη. Είναι και θέμα χαρακτήρα. Είναι το πώς ταιριάζουν λεπτές ποιότητες και δημιουργούν ελευθερία κι όχι σύγκρουση.

Π.: Ισως δεν αρέσουν και στους δυο μας οι εντάσεις. Αφήνεις χώρο στον άλλον να επανέλθει. Αυτό είναι ελευθερία. Ετσι δεν υπάρχει και κτητικότητα, πως εγώ, δηλαδή, είμαι η αγαπημένη σου ηθοποιός και δεν θα παίζεις με καμία άλλη.

Κ.: Ε, βέβαια.

Απαραίτητη η επιδότηση

● Βρισκόμαστε σε μια απαξίωση του πολιτισμού, συμφωνείτε;

Π.: Πάντα οι πολιτικοί χρησιμοποιούσαν για ένα βήμα αυτοπροβολής τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, χωρίς ουσιαστική γνώση και ενδιαφέρον για τον πολιτισμό. Ο Κουν αναγνωρίστηκε αφού σάρωσε τα βραβεία και γύρισε προφήτης στην πατρίδα του. Μετά καταξιώθηκε και ενισχύθηκε. Κακές και λαϊκίστικες πολιτικές που εγκαίρως δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη, γενικότερα, της παιδείας και, ειδικότερα, της θεατρικής παιδείας, οδήγησαν τώρα στο να σπάει αυτό το απόστημα, και είναι τόσες χιλιάδες καλλιτέχνες στον αέρα.

Κ.: Προφανώς η πιο μεγάλη αστοχία που οδήγησε σ’ αυτήν την έκρηξη ήταν η ατυχής στιγμή του διαγγέλματος που ειπώθηκε το σιβυλλικό: «κρίνεται απίθανο να συμβεί οποιοδήποτε φεστιβάλ», τη στιγμή που λέγονταν πράγματα αναλυτικά για κάθε χώρο. Σε αυτό το επάγγελμα, βέβαια, δεν σ’ εντυπωσιάζει. Το θέατρο είναι σαν ένα παρακλάδι που δεν το βοηθάει κανείς. Ταυτόχρονα, απαξιώνουμε κι εμείς τη δουλειά μας συναινώντας σε εργασιακές σχέσεις πολύ κακές. Σε απλήρωτες πρόβες, μισθούς που δεν αντιστοιχούν στον όγκο της δουλειάς. Κι αυτό δίνει πατήματα στο να μην αναγνωρίζεται η αξία της δουλειάς μας. Ο πολιτισμός στην Ελλάδα, πιστεύω, σε επίπεδο καλλιτεχνών και δυναμικού δεν είναι σε παρακμή. Βρίσκεις μια ορμή και μια ένταση. Κάποιοι είναι σ’ ένα περιθώριο και κάποιοι που θέλουν να είναι στη σέντρα και στην πίστα μπορούν μέσα από τις σχέσεις τους να καταφέρουν να το κάνουν. Εγώ έχω πάρει την απάντησή μου πως δεν θα κάνει κανείς κάτι για μένα. Είναι απαραίτητο να υπάρχει επιδότηση και για τους ηθοποιούς.

● Τον κορονοϊό, πώς θα τον σχολιάζατε;

Π.: Μια φίλη και συνάδελφος λέει πως ο κορονοϊός είναι σαν το μεθύσι, βγάζει προς τα έξω και τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό.