ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βάση Παναγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις ημέρες της καραντίνας ανάμεσα στα πάμπολλα fake news που χρίστηκαν με χιλιάδες «Μ’ αρέσει» των έγκλειστων κατοίκων του κόσμου ήταν η επανεμφάνιση της άγριας ζωής σε μέρη όπου μέχρι πρότινος ήταν… άφαντα. Ομως η είδηση που έφτασε μέσα στην εβδομάδα που πέρασε από τον Θοδωρή Τσιμπίδη, διευθυντή του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», ήταν αληθινή. Επτά νεκρές μεσογειακές φώκιες εντοπίστηκαν στο Αιγαίο τις μέρες της καραντίνας. Τυχαίο γεγονός; Καθόλου, όπως φαίνεται από τα αποτρόπαια δεδομένα που παραθέτει στην καταγγελία του.

«Πριν από λίγες ημέρες οι νοτιάδες έφεραν στις ακτές της Σάμου άλλη μία νεκρή ενήλικη μεσογειακή φώκια. Είχε εμφανή σημάδια ηθελημένης θανάτωσης, αλλά και σημάδια από σφιχτό δέσιμο με σχοινί. Αυτό αποτελεί μία συνήθη πρακτική από τους δολοφόνους των θαλασσών, κατά την απόπειρα βύθισης (των θυμάτων) για να εξαφανίσουν τα θύματα και τα ίχνη τους.

»Δυστυχώς το περιστατικό αυτό δεν ήταν μεμονωμένο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των περιορισμών μετακίνησης, μέλη του δικτύου πολιτών που απαρτίζουν το άτυπο παρατηρητήριο του Ινστιτούτου Αρχιπέλαγος, έκαναν αναφορές και για άλλα αντίστοιχα περιστατικά και συγκεκριμένα: Δύο νεκρές φώκιες –μητέρα με το μικρό της– με ένα σχοινί δεμένο γύρω τους (μετά την απόπειρα βύθισής τους) εντοπίστηκαν από παράκτιο ψαρά δυτικά της Σάμου. Μελετώντας τα θαλάσσια ρεύματα, εκτιμούμε ότι αποτελεί το ίδιο περιστατικό με τη νεκρή ενήλικη φώκια που εντοπίστηκε εκβρασμένη λίγες μέρες αργότερα.

»Εχουμε βάσιμες υποψίες ότι αυτή η διπλή ηθελημένη θανάτωση προκλήθηκε από συγκεκριμένους κατοίκους του νησιού, οι οποίοι φέρουν επαγγελματική άδεια αλιείας και στο παρελθόν έχουν δολοφονήσει και άλλες φώκιες, επιμένοντας να δυσφημίζουν το σύνολο των ψαράδων, αλλά και το ίδιο το νησί».

Η ερώτηση βέβαια που γεννήθηκε αρχικά στο μυαλό μου είναι αν οι φώκιες θανατώθηκαν κατά λάθος στο ψάρεμα –αφού το μυαλό μου αδυνατούσε να δεχτεί άλλη εκδοχή–, αλλά συνεχίζοντας την ανάγνωση αντιλήφθηκα, όπως κι εσείς φαντάζομαι, ότι πρόκειται για προμελετημένη δολοφονία –γιατί περί αυτού πρόκειται–, αφού η καταγγελία μιλάει για συγκεκριμένη ομάδα ψαράδων.

Αυτά τα συγκεκριμένα άτομα –που ικανοποιούν κατ’ επανάληψη τη σαδιστική τους «υπεροχή» από ό,τι αντιλαμβάνομαι– προφανώς έχουν διεστραμμένη προσωπικότητα και αρέσκονται σε βασανισμούς και θανατώσεις ζώων. Για μένα (αλλά και κατά τα δεδομένα της επιστήμης) αυτά τα όντα δεν απέχουν πολύ από το να ξεκινήσουν να βασανίζουν και να θανατώνουν κι άλλα έμβια όντα, όπως ας πούμε ανθρώπους – και δη αδύναμους. Και αναρωτιέμαι: Πρέπει να φτάσουμε σε αυτό το σημείο για να μπει ένα τέλος στο «παιχνίδι» των δολοφόνων της ζωής;

Ας σημειωθεί ότι στη Σάμο αναμένεται η δίκη «μέλους» της ίδιας δολοφονικής «παρέας», όπως ενημερώνει ο κ. Τσιμπίδης, για τη θανάτωση της φώκιας που ήταν γνωστή ως Αργυρώ, ότι η πρακτική της βύθισης των θυμάτων είναι συνήθης και αναγνωρίσιμη και ότι τα περιστατικά που γίνονται γνωστά δεν είναι τα μόνα, αλλά αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό του πραγματικού αριθμού των θανατωμένων ζώων.

«Τα περισσότερα καταλήγουν σε απόκρημνες και δυσπρόσιτες ακτές, όπως είναι άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ακτογραμμής, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται ποτέ», επισημαίνει και παραθέτει ακόμη δύο περιστατικά, δύο αναφορές για νεκρές φώκιες στα βόρεια Δωδεκάνησα (η μία εκ των οποίων θανατώθηκε και βυθίστηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο) και ακόμη τρεις μεσογειακές φώκιες που εντοπίστηκαν νεκρές την ίδια χρονική περίοδο στην Σκιάθο, την Κω και το Γύθειο. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι αυτοί οι επαγγελματίες δολοφόνοι χρησιμοποίησαν τον «κενό» χρόνο της καραντίνας για να δράσουν ανενόχλητοι, όπως νόμισαν.

Ο Θ. Τσιμπίδης θίγει ακόμη ένα θέμα. Γράφει συγκεκριμένα: «Παράλληλα όμως εγείρονται πολλά εύλογα ερωτήματα. Στη χώρα μας έχει δαπανηθεί τις τελευταίες δεκαετίες πακτωλός δημόσιων και ιδιωτικών πόρων για την “προστασία” της μεσογειακής φώκιας, από τα οποία ποτέ δεν έφτασε ούτε ένα ευρώ στις κοινωνίες που ζουν και συνυπάρχουν με αυτά τα ζώα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ουσιαστικό μέρος της λύσης.

»Οι περιβαλλοντικοί φορείς-διαχειριστές αυτών των δεκάδων εκατομμυρίων, αξιοποιώντας την ανωνυμία των πόλεων, επιμένουν να παρουσιάζουν μια ωραιοποιημένη εικόνα από ανέμελες φώκιες που προσεγγίζουν τις ακτές στην αναζήτηση της τροφής τους. Αυτή η σπατάλη πόρων στο όνομα της φύσης, χωρίς να γίνει ποτέ ουσιαστικός (όχι λογιστικός) έλεγχος για τα αποτελέσματα αυτών των δράσεων και προγραμμάτων, είναι κάτι για το οποίο εμείς στο Ινστιτούτο Αρχιπέλαγος, ζώντας εδώ και δεκαετίες κοντά στις νησιωτικές κοινωνίες, πρέπει να απολογούμαστε καθημερινά, παρόλο που απέχουμε συνειδητά από αυτού του τύπου τις επιδοτήσεις”.

Προφανώς, όπως συμβαίνει σε κάθε κύκλο ζωής, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Και από ό,τι φαίνεται, και οι τοπικές κοινωνίες γνωρίζουν και δεν απομονώνουν αυτά τα άτομα, γιατί μπορεί να είναι ο γείτονας, ο ξάδελφος, ο συνάδελφος, γιατί μπορεί να φοβούνται, να μη θέλουν μπλεξίματα, γιατί απλά μπορεί να έχουν κουραστεί να αγωνίζονται μόνοι τους. Οι μικρές κοινωνίες βιώνουν αναγκαστικά πολλές φορές αυτή τη μορφή «διαπλοκής».

Από την καταγγελία λοιπόν του κ. Τσιμπίδη γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: Μήπως οι τοπικές κοινωνίες θα ήταν πιο αδιάλλακτες απέναντι σε τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές αν κάποιοι από τους πόρους χρησιμοποιούνταν για την υποστήριξη της συνύπαρξής τους με αυτά τα θηλαστικά, όπως άλλωστε γίνεται και με άλλα επαγγέλματα (κτηνοτρόφοι) που πλήττονται από την άγρια ζωή;

Στήριξη των παράκτιων ψαράδων για τις ζημιές τους, αυτή είναι η λύση

Αυτά τα ερωτήματα θέσαμε σε τηλεφωνική μας επαφή με τον Θοδωρή Τσιμπίδη. Ας δούμε τι μάθαμε:

«Τα περιστατικά θανάτωσης είναι σε όλη την Ελλάδα και αυτό πρέπει να τονιστεί. Τώρα όσον αφορά τη Σάμο, εδώ καταφέραμε για πρώτη φορά και έχουμε πάει τους υπαίτιους στα δικαστήρια. Περιμένουμε τώρα οριστική δικάσιμο. Βεβαίως και τους ξέρουμε, κι είναι πολλοί αυτοί που τους ξέρουν. Αλλά μόνο εγώ διατίθεμαι να τρέχω κάθε φορά να καταθέτω και να πηγαίνω από δίκη σε δίκη συνέχεια. Δεν τολμάει κανείς να μιλήσει, είτε ανώνυμα είτε επώνυμα».