Μελέτες για τις φυλακές και τους φυλακισμένους σπανίζουν. Λείπει η ματιά από μέσα, το βίωμα από τους έγκλειστους. Υπό το πρίσμα αυτό, το πόνημα του Πάνου Λάμπρου είναι υποδειγματικό. Είναι καρπός πολύχρονης εντρύφησης στον κόσμο των φυλακών και των φυλακισμένων, καρπός μακροχρόνιας παρατήρησης και διαλόγου-συνεντεύξεων, ατομικών και ομαδικών, με έγκλειστους.
Ο Λάμπρου δεν είναι ανθρωπολόγος ή κοινωνιολόγος. Ενεργός πολίτης νοιάζεται για την προάσπιση των δικαιωμάτων των κρατουμένων και τη χάραξη της προσφορότερης αντιεγκληματικής πολιτικής. Διερευνά το σύστημα εγκλεισμού στην Ελλάδα, πώς καταλήγει κάποιος στη φυλακή, τι γίνεται μετά την αποφυλάκιση.
Το σύμπαν της φυλακής και των φυλακισμένων
Ο Λάμπρου πραγματεύεται ολιστικά το σύμπαν των φυλακών, τη «χώρα των κλουβιών», και τη διαδρομή των εγκλείστων εντός και εκτός φυλακής. Διακρίνω τρία πεδία μελέτης. Τον κόσμο της φυλακής και των σχέσεων στο εσωτερικό του μεταξύ εγκλείστων και μεταξύ εγκλείστων και των «φυλάκων» τους. Ενα δεύτερο μεταξύ των δύο κόσμων, μέσα και έξω από τη φυλακή. Και τέλος, τις σχέσεις των εγκλείστων έξω από τη φυλακή.
Αποτελεί κοινό τόπο στον δημόσιο λόγο ότι οι φυλακές ασφυκτιούν. Εξού και διαχρονικά η ρητορική αποσυμφόρησης και βελτίωσης. «Ο Κορυδαλλός άρχισε να κτίζεται το 1961 και οι δημοσιογράφοι της εποχής εκείνης μίλαγαν για κολοσσιαίο έργο, για κτίριο τομή στην ιστορία του σωφρονιστικού συστήματος. Η διαφορά από τα άλλα “καταστήματα” ήταν η ύπαρξη ατομικών κελιών, που θα φιλοξενούσαν 600 κρατουμένους. […] Λίγο πριν την ολοκλήρωση του έργου τα ρεπορτάζ σημείωναν ότι “το κελί δεν θα διαφέρει από ένα δωμάτιο σχετικά καλού ξενοδοχείου”. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα ατομικά κελιά γέμισαν κόσμο. Ο ένας έγιναν δύο, τρεις, τέσσερεις, ακόμη περισσότεροι. Προστέθηκαν κρεβάτια, το ένα πάνω στο άλλο. Το δωμάτιο του… σχετικά καλού ξενοδοχείου, μετατράπηκε σε κλουβί. Σε αποθήκη αποβλήτων».
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, έως το 2015 κατάδικοι και υπόδικοι ανέρχονταν γύρω στις 20.000. Κάθε χρόνο αποφυλακίζονται κοντά στους μισούς και έρχονται άλλοι τόσοι. Την τελευταία δεκαετία, συνεπώς, κάπου 100.000 πέρασαν την πόρτα της φυλακής. Εννιά στους δέκα είναι άνδρες, ένας στους τρεις αλλοδαπός, οι περισσότεροι αγγράμματοι ή απόφοιτοι Δημοτικού, το 10% απόφοιτοι Λυκείου, λιγότεροι από το 5% τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το σύμπαν των εγκλείστων λειτουργεί με τους πολιτισμικούς του κώδικες. «Το είδος του αδικήματος λοιπόν αποτελεί μία σαφή διαχωριστική γραμμή. Οι κρατούμενοι άντρες και γυναίκες, που έχουν καταδικαστεί για οικονομικά εγκλήματα αισθάνονται ηθικά προνομιούχοι, ξεχωριστοί, κατά κάποιο τρόπο αμόλυντοι. […] Το ίδιο συμβαίνει με τους καταδικασμένους για ναρκωτικά ή τους ληστές, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι στο απυρόβλητο. Η πλειονότητα των κρατουμένων απεχθάνεται τους ρουφιάνους και τους απατεώνες, τους θεωρούν ξένο σώμα, ειδική κατηγορία που δεν έχει καμία σχέση με την “μπέσα”, κάτι που υποχρεωτικά θα πρέπει να έχει ένας κρατούμενος μέσα στη φυλακή αν θέλει να επιβιώσει».
Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσονται οι σχέσεις μεταξύ των εγκλείστων αλλά και με τους φύλακες. Η ανάλυση των σχέσεων αυτών είναι εξαιρετική. Δείχνει πώς φτιάχνονται μικρόκοσμοι που σε μεγάλο βαθμό αναπαράγουν σχέσεις του έξω κόσμου και νέες ιεραρχίες.
Εξαιρετικά λεπτή και έντονα συναισθηματικά φορτισμένη είναι η σχέση ανάμεσα στους δύο κόσμους, της φυλακής και του έξω κόσμου. Δύο κόσμοι κοντινοί και απόμακροι.
«Ο Στράτος βρέθηκε στη φυλακή εξαιτίας ενός σοβαρού αδικήματος, δεν αποκάλυψε ποτέ την αλήθεια στη μικρή του κόρη. […] Οταν πήρε την πρώτη άδεια μετά, συνάντησε την κόρη του. Είχε αποφασίσει να της μιλήσει, να της αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά εκείνη την κρίσιμη στιγμή που της είπε ότι ήρθε η ώρα να μιλήσουν και να πουν αλήθειες, η κόρη του αρνήθηκε. “Δεν θέλω να μάθω. Μου φτάνει ότι είσαι εδώ”. Σιώπησε και αναρωτιέται ακόμα και σήμερα αν η μικρή ήξερε, αν είχε καταλάβει, αν ήθελε πάση θυσία να κρατήσει γύρω της το κέλυφος, να ζήσει μέσα στο βουνό ψεμάτων».
Στοιχεία για μια αντεγκληματική πολιτική
Οι έγκλειστοι είναι στην πλειονότητά τους απόκληροι που δεν πήγαν σχολείο. Πολλοί νέοι, αφού αποφυλακιστούν επιστρέφουν αργότερα στη φυλακή. Ο Λάμπρου ρωτά: Τι κάνουμε ώστε οι άνθρωποι αυτοί να έχουν άλλη διαδρομή; Η απάντησή του είναι διεπίπεδη. Υιοθετεί ένα επιχείρημα που θα χαρακτήριζα φιλελεύθερο.
Οι κρατούμενοι, όπως όλοι, έχουν δικαιώματα τα οποία κάθε πολιτεία οφείλει να σέβεται. Αυτό όμως συχνά παραβιάζεται. Γι’ αυτό ο Λάμπρου δραστηριοποιείται στην Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων. Μέχρι πού φτάνει η αλληλεγγύη στους κρατούμενους; Η απάντηση είναι σύνθετη, τον απασχολεί: «Τον βιαστή, για παράδειγμα, τον στηρίζουμε στην περίπτωση που αυτός πάρει τηλέφωνο στην τηλεφωνική γραμμή της συλλογικότητας και καταγγείλει παραβίαση των δικαιωμάτων του;»
Η δεύτερη αφορά την προσφορότερη αντεγκληματική πολιτική. Με γνώμονα την ιδεολογική του ματιά και την πολύχρονη παρέμβασή του στο πεδίο, ο Λάμπρου διαγράφει μια πολιτική που παραπέμπει στον Διαφωτισμό. Ολοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στη γνώση και στην κριτική σκέψη. Για τον σκοπό αυτό συνηγορεί υπέρ ενός κράτους που σέβεται τα ατομικά δικαιώματα και μεριμνά για τα κοινωνικά. Αυτό όμως δεν αρκεί. Χρειάζονται πολίτες που μάχονται καθημερινά ενάντια σε συντηρητικές αντιλήψεις που αναζητούν ενόχους και για να τους φορτώσουν ανασφάλειες και προκαταλήψεις.
